Tom Waits: Τα άγρια όνειρα του Φρανκ Ο΄Μπράϊεν

21/10/2017

Κατηγορία: Art Rock

1437

«Λοιπόν, ο Φρανκ νοικοκυρεύτηκε κει κάτω στην κοιλάδα - Και κρέμασε τα άγρια τα χρόνια του - Στό’να του νύχι, που το πέρασε - Απ’ της γυναίκας του το μέτωπο - Πουλούσε μεταχειρισμένα έπιπλα γραφείου - Κει κάτω στην οδό Σαν Φερνάντο - Πήρε κι ένα δάνειο 30.000 δολλάρια - Μ’ επιτόκιο 15 1/4%, κι έδωσε μια προκαταβολή - Για ένα διαμερισματάκι με δυό δωμάτια –

 

Η γυναίκα του ήταν ένα ξοφλημένο τσουλάκι, κάποτε αεροσυνοδός = Έφτιαχνε καλά «Μπλάντυ Μαίρυ» - Και συνήθως το βούλωνε - Είχε ένα μικρό τσιουάουα που άκουγε στ’ όνομα Κάρλος - Με μια περίεργη αρρώστια στο δέρμα - Συν ότι ήταν τελείως γκαβό - Είχανε μια κουζίνα με όλα τα κομφόρ, πολύ σύγχρονη - Φούρνο που καθαριζόταν από μόνος του, τα πάντα, όλα - Ο Φρανκ οδηγούσε ένα μικρό σεντάν - Ήταν τόσο ευτυχισμένοι.
 
Ένα βράδυ ο Φρανκ επέστρεφε σπίτι από τη δουλειά - Σταματάει σε μια κάβα - Παίρνει δυό “Mickeys Bug Mouth - Τις κατεβάζει μέσα στο αμάξι -  καθ’ οδόν σ’ ένα βενζινάδικο της Shell - Αγοράζει ένα γαλλόνι βενζίνη σ’ ένα τσίγκινo - Φτάνει σπίτι - Τα περιλούζει όλα κει μέσα, βάζει φωτιά - Κάθεται μέσα στ’ αμάξι που τό’ χει παρκάρει απέναντι - Γελάει καθώς τα βλέπει να λαμπαδιάζουνε όλα - Πορτοκαλί του Χάλογουην και κόκκινο της καμινάδας - Και πιάνει ο Φρανκ ένα σταθμό που παίζει τα τοπ-40 - Μπαίνει στη Λεωφόρο του Χόλλυγουντ - Και ξεκινάει να πάει νότια. Με τίποτα δεν τ’ άντεχε κείνο το σκυλί».
 Όλα άρχισαν απ’ αυτή την ούτε δίλεπτη πρόζα με την jazz υπόκρουση, στο άλμπουμ “Swordfishtrombones” του ’83.  
 «Συνέχεια στριφογύριζε στο μυαλό μου τί θα μπορούσε νά’ χει γίνει με εκείνον τον τύπο, αφ’ ότου πήρε τη λεωφόρο προς το Χόλλυγουντ. Ο Frank πάει στο Vegas και γίνεται διαφημιστής για ένα ρουχάδικο που δουλεύει όλο το 24ωρο. Χμ... όχι. Μάλλον κερδίζει έναν διαγωνισμό ταλέντων και κάτι λεφτά στο καζίνο, αλλά τον τυλίγει μια μοντέλα και τα χάνει, αλλά βρίσκει σ’ έναν σκουπιδοντενεκέ ένα ακκορντεόν και καθώς τό’ να φέρνει τ’ άλλο, βρίσκεται πάνω στη σκηνή. Είναι που, όταν ήταν παιδί, οι γονείς του είχαν γραφείο τελετών. Την ώρα που η μάνα του έφτιαχνε τα νύχια και τα μαλλιά των πελατών, ο Frank είχε πιάσει να παίζει ακκορντεόν, για να φεύγει το μυαλό του αλλού. Οπότε, κατά κάποιο τρόπο, είχε μπει στηshowbiz από μικρός».

 

Η ικανότητά του Tom Waits να βιογραφεί τις περσόνες των τραγουδιών του από υλικό σπαρταριστό, άχρονο, με άλματα κατά βούληση από τη μια πτυχή της ζωής τους στην άλλη, σα νά’ ξερε απ’ έξω το παρελθόν, τις κρυφές επιθυμίες, τις νευρώσεις και τα υπερβατικά όνειρά τους, παρέμενε αναντίγραπτη. Έχοντας περάσει 8 χρόνια στηνAsylum Records, άλλαξε ριζικά σελίδα λίγο μετά το γύρισμα της δεκαετίας του ’80. Στα 33 του υπέγραψε στην πιο φιλική προς τους ιδιότυπους καλλιτέχνες Island Records του ChrisBlackwell. Από τον Οκτώβριο του ’80 βρισκόταν στα γυρίσματα του μιούζικαλ “One From The Heart” του Francis Ford Copolla, έχοντας αναλάβει να γράψει τη μουσική – αργότερα προτάθηκε για Όσκαρ, η ταινία όμως πάτωσε μεγαλοπρεπώς. Εκεί, σ’ ένα χριστουγεννιάτικο πάρτυ γνώρισε την Kathleen Brennan, που σύντομα έγινε η μητέρα των τριών γιων του, συνεμπνεύστρια των μουσικοθεατρικών σχεδίων που ανάβλυζαν από το εκρηξιγενές του λοφίο και με λίγα λόγια η κρισιμότερη συνεργάτις και συνοδοιπόρος που θα αποκτούσε ποτέ.
 
«Έφερε στα τραγούδια μου μια καρέκλα κι ένα μαστίγιο. Έφερε τη Βίβλο. Το Βιβλίο της Αποκάλυψης. Ήταν μεγαλωμένη με καθολική ανατροφή, μια κανονική ιρλανδέζα με αίμα, αλκοόλ και ενοχές να ρέουν ανακατεμένα μέσα στις φλέβες της. Με κατατρόπωνε διαρκώς. Δε μ’ άφηνε να γράφω τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά – κάτι που κάνουν πολλοί, συχνά κι εγώ μαζί τους».
 Από κλεφτή ματιά σε μια στραβοτιμονιά της βαρετής ζωής ενός τύπου που τα καίει όλα και φεύγει στο άγνωστο για ν’ αναγεννηθεί, η ιστορία του Frank γίνεται μέσα από την αλληλεπίδραση Tom και Kathleenκάτι σαν μικρό διήγημα και διαρκώς εμπλουτίζεται.
 Ο τύπος λέγεται Frank O’ Brien, κρατάει από μια μικρή πόλη και αποφασίζει να βάλει μπρος να γνωρίσει τη φήμη, τη δόξα και τα πλούτη. Φαντασία, φαντασίωση, φιλοδοξία, συντριβή και μετάνοια ανακινούνται στο σέϊκερ των λέξεων Tom και Kathleen και μετατρέπονται σε ατελή μονόπρακτα. Θραύσματα ζωής πραγματικών προσώπων διασταυρώνονται με τα «κι αν γινόταν αυτό» και τα «τί θά’ κανε όμως αν συνέβαινε εκείνο» υποθετικών μικροχαρακτήρων, πάνω στον καμβά του πολυτάραχου παρελθόντος του ίδιου του Waits. Μια τέχνη που ο αυτός, ένας πιανίστας με την οξυδέρκεια αυτόπτη μάρτυρα και το νου μυθοπλάστη αφηγητή, είχε αναγάγει ήδη από τα πρώτα του άλμπουμ σε προσωπικό περιουσιολόγιο.
 
Όμως, η ιστορία του Frank ίσως να παρέμενε απλώς ένα ενδιαφέρον κομπόδεμα πεζού λόγου και μουσικών ιδεών, σαν σκαρίφημα σεναρίου με ψήγματα soundtrack, αν ο Waits δε είχε έρθει σε επαφή και με κάτι άλλο. Κάτι πραγματικά μεγαλεπήβολο. Ο Francis Ford Copolla, έχοντας στα πόδια του τον Waitsγια περίπου έναν χρόνο επ’ ευκαιρία του “One From The Heart”, πρόλαβε να του συστήσει δύο γίγαντες ονόματι Verdi και Rossini.
 
«Άκουσα για πρώτη φορά το Nessun Dorma στην κουζίνα του Copolla, μια βραδιά που βρέθηκα εκεί με τον Raul Julia - έπαιζε στο φιλμ τον τρίτο άνθρωπο, ανάμεσα στο πρωταγωνιστικό ζευγάρι. Ο Copolla με ρώτησε αν το είχα ξανακούσει και του είπα όχι. Αντέδρασε με έκπληξη και μαζί απόγνωση, σα να του είπα ότι δεν έχω ξαναφάει σπαγγέτι και μήτμπωλς. “Ω Θεέ μου ! Θεέ μου !!!”. Μ’ άρπαξε και μ’ έκλεισε στην κουζίνα – ναι, είχε κι ένα κανονικό τζουκμποξ δίπλα στο τραπέζι – έβαλε το δίσκο στο πικάπ και μ’ άφησε κει μέσα μόνο μου. Ήταν σα να προσφέρεις πούρο σ’ ένα πεντάχρονο. Έμεινα κόκκαλο, μελάνιασα και έβαλα τα κλάμματα».
 
Η οπερατική διάσταση της περιπέτειας του Frank άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Η Kathleen συνέλαβε την ιδέα για ένα θεατρικό έργο με πρωτότυπη μουσική, μια μουσική παράσταση που θα μπαστάρδευε την Ιταλική όπερα με κάτι από την παράδοση των Μεξικάνων μαριάτσι. Ο Frank έγινε μια Δονκιχώτεια φιγούρα που κυνηγάει ανεμόμυλους, σ’ ένα τοπίο γεμάτο από το αδίστακτο, ιδιοτελές γκλάμορ της μεγαλούπολης. Τα 17 τραγούδια που έγραψε ο Tom –κάποια μαζί με την Kathleen – κινούνται σ’ ένα πλατύ φάσμα. Από το αρσενικό μελό του Frank Sinatra στη βελούδινη αθωότητα του Rudy Valee, από τον country διδακτισμό του Marty Robbins, στο λαϊκό πάθος των νοτιοαμερικάνων τροβαδούρων, από τη χλιδή των cocktail lounge του Vegas στην απογυμνωμένη ευθύτητα της ιρλανδικής μπαλάντας των αρχών του 20ου αιώνα.
 
Τον Ιούνιο του 1986, η μουσική παράσταση “Frank’s Wild Years” ανέβηκε στο Σικάγο και κρατήθηκε για ολόκληρο το καλοκαίρι, κάτι αξιοσημείωτο αν λάβει κανείς υπ’ όψη του το ιδιαίτερα απαιτητικό κοινό θεατρόφιλων του Σικάγο. Με τον Tom σ’ έναν χωρίς προηγούμενο ρόλο stand up-αφηγητή και μουσικού ερμηνευτή, ένα μικρό επιτελείο ηθοποιών που έπαιζαν κυρίως με το σώμα και τις μεταμφιέσεις και τον ηθοποιό Gary Sinise, ιδρυτικό μέλος του περίφημου θιάσου Steppenwolf, υπεύθυνο παραγωγής.
Με το άλμπουμ “Rain Dogs” να έχει ήδη κυκλοφορήσει από το φθινόπωρο του ’85, ο νέος δίσκος προοριζόταν να αποτυπώσει με τη μέγιστη δυνατή πιστότητα το μουσικό μέρος αυτής της παράστασης, στερούμενος εκ των πραγμάτων το πλεονέκτημα της εικόνας. Θα ήταν ένα concept άλμπουμ με συνδετικό ιστό την ποιητική ματιά πάνω στην περιπέτεια του Frank : από τα αζήτητα στην κορυφή κι από κει πάλι πίσω στα χαμηλά.
Τα τρία στούντιο που χρησιμοποιήθηκαν για να πάρει μορφή το υλικό του δίσκου, ένα στο Σικάγο και δύο στην Καλιφόρνια, μπορεί να παρείχαν στον Waits όλα τα τεχνολογικά κόλπα αιχμής, όμως ο ίδιος, έχοντας τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο ως παραγωγός του υλικού του, παρέμεινε από επιλογή πρωτόγονος, σχεδόν οπισθοδρομικός στην προσέγγισή του. Ακκορντεόν, τρομπέτες, απαρχαιωμένα συνθεσάϊζερ, mellotron, ηχητικά εφέ από σκεπασμένα με ύφασμα μικρόφωνα για ν’ αναπαραχθεί η αναγκαία σε σημεία αίσθηση του ακούσματος ενός παλιοκαιρινού δίσκου 78 στροφών.

 

«Τί να πώ; Είναι βέβαιο ότι δεν έχω ενταχθεί ακόμη στον εικοστό αιώνα».
Ο Waits, με όπλο την δύσπεπτη, κι όμως συνάμα ευρύχωρη, κινηματογραφική, φωνή του, τη φωνή της συνείδησης ενός αθώου δαίμονα, έφτιαξε έναν Frank που χωρά όλα τα όνειρα, τους πόθους, τις απογοητεύσεις, τις επιθυμίες και τις διαψεύσεις του ακροατή.
«Η τελετουργία του να φτιάχνεις μουσική μοιάζει μ’ αυτό που κάνει ο γητευτής των φιδιών. Είναι επέμβαση λεπτεπίλεπτη, σα να προσπαθείς να μην ξεριζώσεις τα φτερά μιας πεταλούδας. Φτάνεις να κατέχεις κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα δικό σου. Να διευθύνεις κάτι πάνω στο οποίο δεν έχεις απολύτως κανέναν έλεγχο».
 
Στο ταξίδι του ο Frank περνά μέσα από δαιδαλώδη μουσικά μονοπάτια. Τουλάχιστον κάπως έτσι το περιγράφει συνοπτικά ο δημιουργός του. Στο “Hang On StChristopher” η φωνή ακούγεται σαν«διεφθαρμένος εκφωνητής σιδηροδρομικού σταθμού σε βαριετέ, κάτι σαν εγγαστρίμυθος James Brown». Το “Ill Be Gone” έχει «μουσική του Halloween, σαν από παγανιστική τελετή απ’ αυτές που βλέπουμε πότε – πότε ακόμη και σήμερα στα μέρη μας στο Los Angeles». Το Yesterdays Here είναι ένα «τραγούδι τουRay Charles που κατέληξε ν’ ακούγεται σαν Moriccone». Το “More Than Rain” «η απαραίτητη απόπειρα στο στυλ της Edith Piaf» και στο Ill Take New York ο Frank ακούγεται σαν «τον Τζέρρυ Λιούϊς που τραγουδάει καθώς βυθίζεται με τον Τιτανικό».
 
To άλμπουμ, με τον υπότιτλο “Un operachi romantico in two acts”  κυκλοφόρησε στις 17 Αυγούστου του ’87 και το ηχητικό του στίγμα συνοψίζεται σε κάτι που το NME χαρακτήρισε ως «μια βελόνα ραδιοφώνου που περιπλανάται ανάμεσα στο Μέμφις, την Τιχουάνα, το Ντητρόϊτ και την Αβάνα». Η πρώτη πλευρά (Πράξη Ι)  είναι το χρονικό της πορείας του Frank από την ασημαντότητα στην επιφάνεια.



Με τους στίχους να εκφέρονται καταιγιστικά, η ρούμπα του “Straight To The Top” αρθρώνει τον τραγικά αθώο πόθο ενός μετρίου για καλύτερες μέρες. Ο άνεμος που φυσά στην κορυφή μπορεί νά’ ναι«φρέσκος, καθαρός», αλλά προειδοποιεί για τον απρόβλεπτο κίνδυνο της απότομης πτώσης. Το μεθυσμένο συλλογικό γκάρισμα του “Innocent When You Dream” προοιωνίζει ότι στο δρόμο για τα ψηλά μπορεί οι όρκοι φιλίας και οι ζωές που σέρνονται με λαιμαριά ξοπίσω τους να ξεχαστούν. Ο πειρασμός για το κυνήγι της μεγάλης ζωής είναι ακαταμάχητος («Σκάρτο μπράντυ σε κρυστάλλινο ποτήρι – όλα από όνειρα είναι φτιαγμένα – ο χρόνος, φτιαγμένος από μέλι, αργός και γλυκός – μόνον οι τρελλοί ξέρουν τί σημαίνει») κι οι αποχαιρετισμοί μοιραίοι («Αν θέλεις να φτάσεις κει που τελειώνουν τα ουράνια τόξα, πρέπει να πεις αντίο»).

Είναι όμως στη δεύτερη πλευρά (Πράξη ΙΙ) όπου ο Frank απολαμβάνει τη μέθη της επιτυχίας, λούζεται στη νέον ηδονή του Vegas (“Straight To The Top /Vegas”) και μονολογεί με αποπροσανατολισμένη αυταρέσκεια: 
«Κάποια μέρα, δεν μπορεί, θα πρέπει να δώσουν τ’ όνομά μου σ’ ένα δρόμο» (“l’ll TakeNew York”). Δεν καταφέρνει όμως ν’ αφουγκραστεί τα σήματα κινδύνου : «Στον πειρασμό μην δίνεις σημασία – έχει τα χέρια του ψυχρά – βοήθα με να τον κρατήσω – το διάολο στην τρύπα του μέσα». Γι’ αυτό και η πτώση θα έρθει «και η νύχτα θα γίνει ξανά μαύρη σαν κοράκι». Ένα τραίνο τον έφερε στα μεγάλα, απατηλά σαλόνια, ένα τραίνο είναι που θα τον πάρει πίσω και ο Frank θα βρεθεί και πάλι κοντά στο μηδέν, με κληρονομιά του ταξιδιού μια χαμηλότονη νοσταλγία, τιθασευμένη απ’ την σιωπηλή ομολογία της ενοχής για την αλαζονεία του, για την παραφορά από τη μέθη της μεγάλης ζωής. Oh Lord, ήταν πράγματι άγρια τα χρόνια εκείνα του Frank.



Ο Frank – όπως πολλοί ήρωες του Waits πριν και μετά απ’ αυτόν – πρέπει πρώτα να χάσουν κάτι, να νιώσουν την απώλεια για να βρουν ύστερα ή να εκτιμήσουν κάτι άλλο. Να γυμνωθούν πρώτα από τη ματαιοδοξία τους για να βρουν τρόπο να ντυθούν με τα ιμάτια της προσωπικής τους σωτηρίας. Περνώντας μέσα από την άγρια βλάστηση των κόσμων του blues, της samba, της rumba, του cha-cha, του spaghetti western και του gospel ο Frank οδηγεί τον ακροατή να γίνει συμμέτοχος σε μια εμπειρία – ιδιοκατασκευή, όπου η λύτρωση θα έρθει – αν έρθει – μόνο μετά από εφιάλτη.
Με το “Frank’s Wild Years” ο Frank, μέσω του Tom, έγινε πια ξεκάθαρο ότι είχε αφήσει ένα κομμάτι του εαυτού του μέσα στον κάθε ακροατή. Είχε γίνει η προσωποποίηση του αμερικάνικου ονείρου και της αμερικάνικης τραγωδίας μαζί. Ιδίως ακουμπώντας ένα θέμα ανεπιθύμητο για τα χρόνια του Ρήγκαν: το πώς είναι να μην έχεις μία, στη «γη της ελευθερίας», με τη δύναμη του δολλαρίου να μαρκάρει κάθε ίντσα του ποιός είσαι και του πού μπορείς να φτάσεις. Και το να αναγκάζεσαι ν’ αντιμετωπίζεις μια τύχη απεχθέστερη κι απ’ τον φυσικό θάνατο τον ίδιο στα μάτια των γιάπηδων: το ν’ αποκτάς όσα ποθούσες και δεν είχες ποτέ, στη συνέχεια να τα χάνεις, όλα για όλα, και να βρίσκεσαι αναγκασμένος να συμφιλιωθείς με τα συντρίμμια της ματαιοδοξίας σου.
 «Συχνά όταν ψάχνεις για κάτι, τελικά καταλήγεις νά’ χεις βρει κάτι άλλο. Προσπαθώ να ατενίσω τα μυστήρια της ζωής, αλλά στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, μυστήρια παραμένουν για μένα. Ανακαλύπτω ωστόσο πολλά πράγματα παίρνοντας τη λάθος στροφή και χάνοντας το δρόμο μου. Το απολαμβάνω να χάνω τον προσανατολισμό μου».
Το φθινόπωρο του ’87 ο Tom Waits έβγαλε την ιστορία του Frank στο δρόμο. Στις 22 Νοεμβρίου έδωσε μια ιστορική παράσταση στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου. Άλλοτε καθισμένος στο πιάνο, άλλοτε όρθιος κρατώντας ένα φωτισμένο μικρόφωνο μπρος στο ιδρωμένο από μέθεξη πρόσωπό του, με το ζωγραφιστό μουστάκι του προπολεμικού κονφερασιέ. Άλλοτε με το blues κλάμα αγριόσκυλου, άλλοτε ως δαιμονική μορφή από παραμύθι των Grimm, να μεταμορφώνεται στον Frank όλων των σκηνών και των εποχών του έργου. Με βοήθειες από ένα επίλεκτο επιτελείο ηθοποιών που παίζουν περισσότερο με το σώμα και το βλέμμα και μουσικές από μια ευλύγιστη μπάντα που βαλσάρει, ροκάρει και μπλουζάρει καλοκουρδισμένη σαν ορχήστρα «βγαλμένη σαν από Κουβανέζικο εφιάλτη». «Κάποια τραγούδια είναι φτιαγμένα από λάσπη. Κάποια από σίδερο, άλλα από ξύλο. Στη βροχή, το καθένα αντιδρά διαφορετικά».
 

H παράσταση αφήνει ανεξίτηλες εντυπώσεις σε ένα κοινό από ποιητές, τζαζίστες, σεναριογράφους, ηθοποιούς, κινηματογραφιστές, συγγραφείς, μποέμ δηθενάδες και ρουστίκ θεατρόφιλους. Ο Frank ποτέ δε θα διάλεγε το κοινό σ’ έναν προσωπικό γύρο θριάμβου. Όσο πιο μεγάλο, τόσο το καλύτερο.
Έναν χρόνο περίπου αργότερα, τέλη Σεπτεμβρίου του ’88,  θα κυκλοφορήσει το “Big Time”. Είναι το πρώτο «κανονικό» live του Tom Waits και ταυτόχρονα ένα περιεκτικό αναμνηστικό της περιοδείας τουFrank o ‘ Brien. Περιέχει κυρίως πυρετωδώς βluesaρισμένες, καλοακονισμένες εκτελέσεις τραγουδιών επιλεγμένων κυρίως απ’ την άτυπη «τριλογία» του Frank» : “Swordfishtrombones”, “Rain Dogs” και “…Wild Years”, μαζί με δύο ακόμη σκληροτράχηλα θρηνητικά κομμάτια, το “Falling Down” και το StrangeWeather”, που είχε ήδη προσφερθεί στην Marianne Faithfull ένα χρόνο πριν. Κάτι πολύ παραπάνω από ένα ζωντανό σουβενίρ για το avant guard κοινό, το άλμπουμ εξυπηρετούσε άψογα το crossoverλανσάρισμα του Waits προς κάθε ανήσυχο ακροατή που κουρασμένος από το φορμαλισμό της δεκαετίας του ’80 αναζητούσε κάτι πιο ουσιαστικό.
Τις μέρες ακριβώς που οι αγριοχρίστιανοι κοντεύουν να κατεδαφίσουν το «Έμπασσυ», χολοσκασμένοι από ιερή μανία για την πρεμιέρα του «Τελευταίου Πειρασμού» του Σκορσέζε, προσπαθώντας να απομακρυνθώ μακριά από τα δακρυγόνα των ΜΑΤ προς Βικτώρια, θυμάμαι να περνά από μπροστά μου φευγαλέα το “Big Time”, να πιάνει χώρο στην τζαμαρία του “Happening”με τον τίτλο πάνω στο εξώφυλλο φαρδιά - πλατιά τυπωμένο με χρυσά εκθαμβωτικά φώτα, τα φώτα της μεγάλης ζωής. Ο ίδιος ο Frank O‘ Brien δε θα μπορούσε να βρει καλύτερη συγκυρία για άνοιγμα αυλαίας.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου