Απ’ το Alabama Slammer στο Kokomo. Cocktails & Dreams, est. 1988

14/11/2018

Κατηγορία: Art Rock

2619

Ανηφορίζοντας την Ακαδημίας από το δεξί πεζοδρόμιο, δε μπορεί, θα το γυρνούσες το κεφάλι. Στη χειροποίητη αφίσα πάνω απ’ την είσοδο της στοάς του «ΟΠΕΡΑ», ο Τομ Κρουζ, με χέρι πάνω στη μπάρα, σκούρο πουκάμισο και μια σειρά από άδεια σφηνοπότηρα παραδίπλα, σε καλεί να προσέλθεις άκοπα προς μια διαστασάρα απενοχοποιημένης απόλαυσης: “COCKTAIL”.

 

Απ’ τα ημερολόγια τοίχου λείπουν μόλις οι πρώτες δέκα μέρες του Νοεμβρίου του ’88. Ε, βέβαια για σφηνάκια θα πας. Πού να στραφείς και τί άλλο να σε νοιάζει; Ο Κοσκωτάς έχει ρυπάνει όλα τα πρωτοσέλιδα που κρεμιώνται στριμωγμένα στα περίπτερα από Κάνιγγος μέχρι και Σύνταγμα.
Λίγες μέρες πριν, ο Αντρέας έχει επιστρέψει κάνοντας το διαβόητο νόημα από την κορυφή της σκάλας του Μπόϊνγκ στη Μιμή να τον ακολουθήσει στην κατάβασή του απ’ τα παρ’ ολίγον επουράνια προς τα επίγεια. Στον υπερτροφαντό τραπεζίτη με την ιδρωμένη, ενοχικό βλέμμα έχει μόλις επιβληθεί απαγόρευση εξόδου από τη χώρα.
Εκατοντάδες καταθέτες της Τράπεζας Κρήτης στήνονται στην ουρά – τους βλέπεις στην Κοραή- για ν’ αποσύρουν το μπαγιόκο τους όπως – όπως. Μέσα σε μερικές μέρες ο ίδιος ανακοινώνει την παραίτησή του από τον δημοσιογραφικό Όμιλο «Γραμμή Α.Ε.», ο οποίος και πουλιέται πατ-κιουτ στον εφοπλιστή Αριστείδη Αλαφούζο. Στο ΠΑΣΟΚ έχει ξεσπάσει εμφύλιος, με τον «αντ’ αυτού» Μένιο Κουτσόγιωργα, που μέχρι τότε στ’ όνομά του λερωνόντανε συντροφικά βρακάκια σε κάθε κλαδική κι αγροτικό συνεταιρισμό νοτίως του Σουφλίου, να έχει μεταβληθεί στον «εφιάλτη της “Αλλαγής”».
Παραίτηση της Κυβέρνησης ζητάει ο Μητσοτάκης «για να μη βουλιάξουν μαζί με την κυβέρνηση οι έντιμοι πολιτικοί και τα έντιμα κόμματα», ενώ, εν μια νυκτί, ο Ολυμπιακός μεταβιβάζεται σε κάποιον Αργύρη Σαλιαρέλη, γνωστό ως «βασιλιά των ρουμπινιών», παρατσούκλι που τού’χουν δώσει, λέει, οι μπίζνες του με ό,τι αστράφτει και γυαλίζει στην Αφρική. Tο πολιτικό σκηνικό τρέμει συθέμελα κάθε βδομάδα και πιο αισθητά, ενώ στις 7 Νοεμβρίου έχει προστεθεί στην όλη οπερέτα η καταλυτική άρια:
Ο Κοσκωτάς αποδρά από τα γραφεία του κέντρου επιχειρήσεών του στην Παλλήνη, την ώρα, που, όπως τουλάχιστον γράφει η «Ελευθεροτυπία», «οι κινήσεις του βρίσκονταν υπό διαρκή παρακολούθηση, 75 άνδρες των ειδικών δυνάμεων τον ακολουθούν όπου κι αν βρίσκεται». 
«Τί διάααλο, τους πλήρωσε κι αυτούς ο χοντρός; Να δω ποιός θα πλερώσει το μηνιάτικο του Ντέταρι, τώρα», καγχάζει ο Στέφανος ο φωτοτυπάς στην αρχή της Μασσαλίας, που πάνω από το τετράγωνο κήτος που αγκομαχάει γεννώντας αντίγραφα έχει κολλημένη με σελοτέϊπ στον τοίχο αφίσσα της ΑΕΚ προ πενταετίας, με Μαύρο, Ράντονιτς, Δύντσικο, ως και Καραγκιοζόπουλο με μαλλιά. Πάντως, μέχρι να πάρει μπροστά αυτή η καινούρια φρενίτιδα, η «κάθαρση» του κοινοβουλίου με τ’ όνομα, η νεοπαγής μας ομήγυρη των πρωτοετών κάνει το αυτονόητο.



Αντί του εξόχως αντιτουριστικού εφτά μ’ εννιά «Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου», αποφασίζουμε να πάμε απογευματινή στο «Κοκτέϊλ», στο «ΟΠΕΡΑ». Του νόου ας μπέττερ.
Το budgetτων 20 εκατομμυρίων δολλαρίων, διαβάζουμε στο «Αθηνόραμα», χάρις στον 26χρονο Tομ Κρουζ, έχει ήδη φέρει εκατομμύρια στο box office. Στην Αμερική η ταινία πέρασε ολόκληρο τον Σεπτέμβριο στην κορυφή των εισπράξεων. Αυτός ο τύπος, δεν μπορεί, έχει το μαγικό ραβδί, συζητάμε, καθώς η μικρή μας φάλαγγα των έξι διασχίζει την Ακαδημίας, ελίσσεται ανάμεσα απ’ τις ουρές που συνωστίζονται στις στάσεις των λεωφορείων για Ζωγράφου και κατηφορίζει προς Ιπποκράτους.
Είναι αλήθεια. Ο Τομ Κρουζ έχει μόνος του εκτροχιάσει τα αρσενικά υπερεγώ της εφηβείας μας με μια σειρά από ρόλους που ελάχιστοι δεν έχουμε δει – βοηθάνε βέβαια και κάτι μιλιούνια βιντεο-κλαμπ. Νεοσύλλεκτος αντάρτης στρατιωτικής σχολής στο «Taps – Η Σάλπιγγα της Ανταρσίας».
Ψαρωμένο λυκειόπαιδο που ξεβγάζεται από την Ρεμπέκκα ΝτεΜορναί στις «Οι Σκοτεινές Μπίζνες Ενός Πρωτάρη». Σαπιοδόντης αλητάμπουρας σε συμμορία στους “Outsiders”. Κωλοπετσωμένος έφηβος που ματώνει για την υποτροφία στο αμερικάνικο φούτμπωλ στον «Ασυγκράτητο». Κοκκορογαμίκος πιλότος F-16 με ρέϊμπαν και 900άρα Κawasaki που την πέφτει στην καθηγήτριά του στο “TopGun”. Μπιλιαρδόβιο τσογλάνι που δε σέβεται ούτε την αυθεντία ενός Πωλ Νιούμαν στο «Το Χρώμα του Χρήματος». Και τώρα;  «Μπάρμαν, ρε κορόϊδα. Ναι, μπάρμαν. Αυτή είναι δουλειά. Μπάρμαν και τέρμα».
Η διαδρομή του νεαρού Μπράϊαν Φλάναγκαν στην αδυσώπητη αγορά εργασίας της μητρόπολης, μετά από απανωτές απορρίψεις, θα τον φέρει να συναντήσει έναν μέντορα, αναπάντεχα έτοιμο να μοιραστεί τις αυτοσχέδιες διδαχές του, με γωνιώδη αγγλική προφορά και πεπαιδευμένο έθος στο πιώμα. «Σ’ αυτά τα μέρη η μπύρα είναι για πρόγευμα. Άρχισε να πίνεις ή άρχισε να φεύγεις», προειδοποιεί τον Φλάναγκαν στην πρώτη τους συνάντηση, πριν του συστηθεί: «Ντάγκλας Κόγκλιν, Εκλογικευμένος Αρνητιστής. Ευδοκίμησε στα τέλη του 20ου αιώνα. Διατύπωσε μια σειρά από νόμους, τους οποίους ο κόσμος συνήθως αγνοεί - επί ζημία του».
Για μια ακόμη φορά, ως τσογλάνι με χαμόγελο εκνευριστικής αυτοπεποίθησης, ο Τομ Κρουζ σε καμιά δεκαριά σεκάνς κοντεύει να μας πείσει ότι τζάμπα σπουδάζουμε. Η ζωή πίσω απ’ τη μπάρα φέρνει γκόμενες, λεφτά, αυτοεπιβεβαίωση, όνειρα και κυρίως ευκαιρίες για την πραγματοποίησή τους. Την παράσταση ωστόσο κλέβει σχεδόν από την αρχή ο Μπράϊαν Μπράουν, γνώριμη φάτσα από το θριλεράκι - δευτεράτζα “F/X”.
Αυτός είναι ο κυνικός Ντάγκλας Κόγκλιν, ο σαραντάρης, ευθυτενής μπάρμαν, που με τις αφοπλιστικές σοφιστείες του καθυποβάλλει τον ψαρωμένο Φλάναγκαν - ο μικρός κάνει μπαμ πόσο πεινασμένος είναι ν’ αρπάξει τη ζωάρα απ’ την κόπιτσα του σουτιέν της- και τον μεταμορφώνει αρχικά σε εργατικό μαθητή, γρήγορα σε πιστό ακόλουθο, μετά σε φίλο και συνεταίρο, για να τον αποξενώσει αργότερα κι εν τέλει να τον χρίσει με δραματικό τρόπο οιονεί κληρονόμο των «νόμων» του.
«Ποτέ μη δείχνεις έκπληκτος, ποτέ μην χάνεις την ψυχραιμία σου».
«Ποτέ μη λες ιστορίες για συγκεκριμένη γυναίκα. Όσο μακριά και να βρίσκεται, θα σε ακούσει».
«Όσο απελευθερωμένος και να προκύψει ο κόσμος στο μέλλον, δε δίνω δεκάρα – ένας άντρας πάντα θα κρίνεται από την ποσότητα του αλκοόλ που μπορεί να καταναλώσει – και κάθε γυναίκα θα εντυπωσιάζεται απ’ αυτό, είτε της αρέσει, είτε όχι».
«Κάθε τί διαφορετικό είναι πάντα κάτι καλύτερο».
«Η τύχη πάει. Το μυαλό το πυροβόλησαν. Όμως έχουμε ακόμη το ποτό».


Δεν είναι βέβαια μόνον οι ατάκες του Κόγκλιν, είναι κι η μουσική: Η ταινία ξεκινά με τίτλους γραμμένους σε ροζ έντονο νέον («φούξια λέγεται», διορθώνουν οι γυναίκες της παρέας) κι ένα κομμάτι των Starship, το Wild Again, καθώς δείχνει τον άψητο ακόμη Μπράϊαν Φλάναγκαν να επιβιβάζεται στο λεωφορείο της χαράς. Αυτό της επιστροφής στην κανονική ζωή, μετά το τέλος της στρατιωτικής θητείας.
Το Hippy Hippy Shake, σε μια γκαζωμένη διασκευή από τους απροσδόκητους πρωτονοτάριους του southern rock, GeorgiaSatellites καταγράφει τον επιδειξιακό παροξυσμό των Φλάναγκαν και Κόγκλιν, με τα σέϊκερ και τα παγάκια να σφυρίζουν στον αέρα και τα θανατερά ξύδια με τα εξωτικά χρώματα να σερβίρονται πάντα στην κατάλληλη στιγμή, ενώ τα σαγώνια των συνωστισμένων στη μπάρα θαμώνων αιωρούνται με δέος.
Το νευρώδες Powerful Stuff των Fabulous Thunderbirdsσυνοδεύει μια απόβαση από τακούνια και διχτυωτές κάλτσες, να κατέβουν από τη λιμουζίνα και να περάσουν - εκτός σειράς φυσικά – στο κλαμπ του Μανχάτταν όπου οι Φλάναγκαν και Κόγκλιν έχουν μόλις προσληφθεί για να καταπλήξουν τα πλήθη.


Εκεί που ασφαλώς και τα καταφέρνουν, καθώς, μετά από την απαγγελία του ποιήματος για τον «Τελευταίο Μπάρμαν Ποιητή» από τον Φλάναγκαν, ο dj ατακάρει με το All Shook Up, του οποίου το σέξυ slideαπό τον RyCooderφέρνει τη δημοσιογράφο του Rolling Stone με τα φαντασμαγορικώς ξεκούμπωτα χείλη να κολλήσει στη μπάρα και να παραγγείλει ένα από τα πιο ταιριαστά κοκτέϊλ του καταλόγου. «Οργασμό» και μάλιστα «πολλαπλό».
Όταν η πλοκή μεταφέρεται στη Τζαμάϊκα, όπου ο Φλάναγκαν επιχειρεί μόνος του να φτιάξει κομπόδεμα για ν’ ανοίξει το μπαρ των ονείρων του, το ηχόχρωμα αλλάζει. “Oh, ILoveYouSo” από Preston Smith, “Rave On” από John Mellenkamp, το ονειρικό ρέγκε – ποπ “Shelter Of YourLove” από JimmyCliff. Κυριαρχεί το κομμάτι που κανείς μας δεν μπορεί να φανταστεί ότι είναι παιγμένο από έναν και μόνον άνθρωπο και μάλιστα ολόκληρο με τη φωνή του, χωρίς κανένα άλλο όργανο.
ToDont Worry, Be Happy του Bobby McFerrinέχει ήδη αρχίσει να παίζει συνέχεια στα ραδιόφωνα και το MTV, αρκετές βδομάδες πριν από κείνο το απόγευμα του Νοεμβρίου που προτιμήσαμε «ΌΠΕΡΑ» αντί «Σαριπόλων» (US#1, 24/9/88 & 1/10/88).


Το κομμάτι όμως που κολλάει πιο γρήγορα από κάθε άλλο, η μεγαλύτερη επιτυχία από το soundtrack του “Cocktail”, ήταν άλλο. Μιλά για ένα μέρος εντελώς φανταστικό και είναι πιστωμένο σε μια μπάντα ξοφλημένων surf-rockειδώλων από τη μακρινή δεκαετία του ’60.
Τους Beach Boys, που επί χρόνια παρέπαιαν. Που, μεσήλικες, με παραπάνω κιλά και λιγώτερα μαλλιά, αρκούνταν σε τοπικά φεστιβάλ για σιτεμένα πρώην παιδιά των λουλουδιών. Στερούμενοι τη δημιουργική ατμομηχανή του αρχηγού τους, Brian Wilson, που, απομακρυσμένος από την ενεργό δράση από το ’67, πάλευε με ποικίλα ψυχικά προβλήματα και με τον αρχικό ντράμερ τους, Dennis Wilson, τoν μοναδικό πραγματικό surfer ανάμεσά τους, να έχει χάσει τη ζωή του από πνιγμό, στην ακτή της Marina Del Rey, το Δεκέμβριο του ’83. To κομμάτι μπήκε στο soundtrack τελευταία στιγμή, επειδή ο υπεύθυνος μουσικής παραγωγής θεώρησε ότι ταιριάζει με τα πλάνα του Τομ Κρουζ και της Ελίζαμπεθ Σου στα τιρκουάζ νερά της Τζαμάϊκα όσο κι επειδή ήταν απλώς διαθέσιμο, αδισκογράφητο.
Είχε τον τίτλο Kokomo και γεννήθηκε μέσα από κοπτοραπτικές τεχνικές σύνθεσης τεσσάρων ανθρώπων με διαφορετικά συμφέροντα και μουσική πορεία: του παραγωγού των Beach Boysκαι αρχιτέκτονα του ήχου της δυτικής όχθης των ‘60s, Terry Melcher, του John Philips των Mamas And The Papas, του Scott Mc Kenzie -γνωστού για το κλασσικό “San Francisco (Be Sure To
We Flowers In Your Hair)”- και του ιδρυτικού μέλους των Beach Boys, Mike Love.
Ο τελευταίος έβαλε το χέρι του στο “Kokomo”, κατά έναν ειδικό τρόπο, που συνήθιζε στα κομμάτια των BeachBoys, πειράζοντας ορισμένες λεπτομέρειες που έδιναν την καθοριστική χροιά. Στην προκειμένη περίπτωση, άλλαξε το χρόνο των στίχων από αόριστο σε ενεστώτα, έγραψε μερικές λέξεις και εμπλούτισε τα δεύτερα φωνητικά. Όταν παρουσίασε στους υπόλοιπους τη δική του βερσιόν σε ντέμο, οι στίχοι έμοιαζαν με απαγγελία γεωγραφικού χάρτη. Το ρεφραίν, ένα κολλάζ από έξι διαφορετικά μέρη, όλα εξωτικά : Αρούμπα, Τζαμάϊκα, Βερμούδες, Μπαχάμες, Κη Λάργκο και Μοντέγκο, ενώ στις στροφές του αναφέρονται ακόμη η Μαρτινίκα και το Μονσερά από τις Γαλλικές Αντίλλες, όπως και το Πορτ-Ο-Πρενς της Ταϊτής.
Μέρος “Kokomo” δεν υπάρχει. Το τραγούδι προσέλαβε έτσι μια ποιότητα αποδραστική, έγινε η διέξοδος προς έναν παραδείσιο τόπο που υπάρχει μόνο στο μυαλό, αξιοποιώντας συνειρμικά τις εικόνες από το φυσικό κάλλος και την ευφορική ατμόσφαιρα όλων των νησιών που παραθέτει. Ήταν το πρώτο top 20 των BeachBoysμετά από 20 ολόκληρα χρόνια και το πρώτο Νο1 τους μετά από 22 (US#1, 5/11/1988).


Η διαδρομή του Φλάναγκαν έχει πολύ απ’ όλα, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στο πλευρό του νυκτόβιου καθηγητή του, θα ενδώσει στην κλασσική παραίσθηση περί προσωρινότητας αυτής της δουλειάς. Ο Κόγκλιν, πάντως, θα προειδοποιήσει. «Προσωρινά», σε δουλειά της νύχτας, σημαίνει για πάντα. «Οι μέρες γίνονται ολοένα και μικρώτερες και οι νύχτες μεγαλύτερες. Πριν το καταλάβεις, η ζωή σου είναι μια ατέλειωτη νύχτα με μερικά κωματώδη διαλείμματα ωρών, από πρωϊνό φως». Θα πλακωθούν μεταξύ τους πάνω που κινούν τα νήματα στο πιο “hot” μπαρ του Μανχάτταν, για ένα στοίχημα με γυναίκα, που είναι στην ουσία κρας τέστ του δάσκαλου προς το μαθητή. «Μην εμπιστεύεσαι κανέναν». Θα ξανασυναντηθούν τρία χρόνια αργότερα στη Τζαμάϊκα, για να φανεί προς στιγμήν ότι οι νόμοι του Κόγκλιν λειτούργησαν υπέρ του. Εκεί, ο ατίθασος Φλάναγκαν θα συναντήσει τον πραγματικό έρωτα, στο πρόσωπο της ανέμελης Τζόρνταν, για την οποία, όπως θα προκύψει, αγνοούσε ότι είναι ζάμπλουτη. 
Το μοιραίο τέλος και η συνειδητοποίηση έρχεται με την αυτοκαταστροφική πορεία του Κόγκλιν, που, τσακισμένος από το κενό, χωρίς φίλους, προσδοκίες και νόημα στη ζωή, αφήνει αποχαιρετιστήριο σημείωμα στον μόνο άνθρωπο που είχε καταφέρει να αισθανθεί φίλο του, «μαθητή» του. Τον Φλάναγκαν. «Θάψε τους νεκρούς, βρωμίζουν το μαγαζί. Όσο για τους υπόλοιπους νόμους του Κόγκλιν, αγνόησέ τους. Αυτός ο τύπος μ@λ@κίες έλεγε, μια ζωή». Ο Μπράϊαν αποφασίζει να αφήσει πίσω την άσωτη ζωή και να παντρευτεί την Τζόρνταν, ιδίως όταν μαθαίνει ότι είναι έγκυος, παρά το ότι ο πλούσιος πατέρας της δε θέλει ούτε να τον βλέπει. Του προσφέρει μάλιστα και μια επιταγή για να φύγει απ’ τη ζωή της, την οποία εκείνος, σε μια σαπουνοπερατική κορύφωση, την σκίζει επιδεικτικά.
Είναι από τις ταινίες με ροή βεβιασμένη από τα αλλεπάλληλα μοντάζ των ιθυνόντων των χολλυγουντιανών στούντιο, αποσπασματική, σα διαδοχή σκηνών με τα ενδιάμεσα μέρη που δένουν την πλοκή να έχουν αφαιρεθεί από το κοπίδι κάποιου ανυπόμονου, κατατρεγμένου από αντιφατικές οδηγίες, μοντέρ. Την ξαναβλέπεις και αντιλαμβάνεσαι το μετεωρισμό : πάντα έχεις την αίσθηση ότι κάτι διαφορετικό από την εκδοχή που ξέρεις μπορεί να συμβεί μέχρι το τέλος.
Να χάσει ένα καλάθι και να μη βάλει το στοίχημα με τον Κόγκλιν ο Φλάναγκαν. Να μην ποντάρει στο ότι θα φανεί πιστή η φωτογράφος του Rolling Stone, το one night stand τρόπαιο μιας παράστασής του πίσω απ’ τη μπάρα. Ή, να μην αποδειχθεί τόσο ευεπίφορη στο καργιολίκι η ίδια η – άντε να ξεχάσεις μετά την Τζίνα Γκέρσον - φωτογράφος.
Να έχει περισσότερη υπομονή ο Φλάναγκαν και να μην μπουκετώσει κείνον τον υπερόπτη γλύπτη στη γκαλερί. Να είναι υπάκουος και πειθήνιος, ώστε να μπορέσει να γίνει διευθυντής στην εταιρία της λουσάτης τεκνατζούς που τον τσίμπησε από τη Τζαμάϊκα. Να μην αφήσει έγκυο την Τζόρνταν/Ελίζαμπεθ Σου.
Να τσεπώσει την επιταγή από τον πατέρα της και να εξαφανιστεί από τη ζωή της, να πά ν’ ανοίξει ένα μπαρ μόνος του. Να μην αφήσει ο Φλάναγκαν εκείνο το βράδυ μόνο του, λιώμα στο κότερο, τον Κόγκλιν, που μόλις του είχε αποκαλύψει ότι είχε σπαταλήσει μέχρι δεκάρας τα εκατομμύρια της αλαβαστρίνου οπισθίου διαφορικού ξανθιάς συζύγου του. Ή τουλάχιστον, αφού τον άφησε που τον άφησε μόνο του, με την προτροπή του να συνοδεύσει την εν λόγω αλαβαστρίνου οπισθίου διαφορικού σύζυγο στην έπαυλή της, γιατί, ενώ εκείνη του την πέφτει στα ίσα, να μην της πετάξει τα μάτια έξω;
«Πρόκειται για ένα από τα πλέον ύπουλα φιλμ της φετινής χρονιάς...», ξεκινά να σημασιολογεί ο Σταύρος ανάβοντας Κάμελ σκληρό και πετώντας τον αναπτήρα πάνω στο μαρμάρινο τραπεζάκι του «Ιπποπόταμου», όπου αποφασίστηκε να ενδώσουμε σε μια ταπεινή αλκοολική σπονδή, αμέσως μετά το έργο. Η Γιάννα φτιάχνει κάπως συγχυσμένη τα γυαλιά της και μεριάζει την καρέ κουρτίνα που της κρύβει το ένα μάτι. «Εκθειάζει τόσο πονηρά τη ζωάρα, ώστε το, ας πούμε, “διδακτικό” τέλος, οι θεατές μόνο σαν ανέκδοτο μπορούνε να το πάρουνε. Η κραιπάλη είναι που μένει». Έχουμε καταλύσει στον πορφυρό καναπέ, πρώτο δωμάτιο δεξιά και παραγγείλει κι οι έξι μας σανγκρίες – μέχρι εκεί φτάνουν οι δικές μας υπερβάσεις, προς το παρόν. Ο Γρηγόρης έχει περάσει Νομική με την τρίτη, δεν τον νοιάζει τί εντύπωση θα κάνει στους συμφοιτητές του.


«Ναι. Παντρεύτηκε τη γκόμενα χωρίς να ξέρει ότι είναι πλούσια, την άφησε έγκυο και μετά, επειδή ήθελε εκείνην και όχι τα χοντρά λεφτά, την αποκατέστησε. Ξανθόπουλος τρίτης εθνικής». «Εγώ πάλι νομίζω ότι η ζωή είναι μικρή και το μόνο που μένει είναι η οικογένεια», δηλώνει η Ελπίδα προσπαθώντας με τρόπο να φρενάρει τον Πάνο. «Τα πολλά λεφτά είτε τα κλέβεις, είτε τα πaντρεύεσαι. Κόγκλιν’ς Λω» γελάει ο Σίμος. «Εμένα πάλι, μου έμεινε η σκηνή με το “AddictedToLove” στο μπαρ. Πού θα βρούμε έναν τέτοιο μπαρ, ρε παιδιά;». Η γύρα από σανγκρίες διπλαρώνει. Κι είμαστε μόνο στο Νοέμβριο του ’88, στο πρώτο εξάμηνο του πρώτου έτους της σχολής. 


Υ.Γ. 1:«Είμαι ο τελευταίος μπάρμαν ποιητής – Παρακολουθώ την Αμερική να πίνει τα φοβερά κοκτέίλ που της φτιάχνω – Να γίνεται λιώμα από κάτι που χτυπάω στο σέϊκερ, ή τ’ ανακατεύω – “Sex On The Beach – τα Schnappsαπό ροδάκινο (βότκα/σναπς/χυμός πορτοκάλι ή ανανά/κράνμπερρυ/κρεμ ντε κασίς) - το Velvet Hammer(καλούα/κουαντρώ/bailey’s/γάλα) – το Alabama Slammer (σάουθερν κόμφορτ/τζιν/αμαρέττο/χυμός πορτοκάλι) – Φτιάχνω ποτά με χυμό και ποτά με αφρό - το Pink Squirrel(παγωτό βανίλια/λευκή κρέμ ντε κακάο) - Το Three-Toed Sloth (τζιν/μαύρο ρούμι/σναπς μήλο) - Φτιάχνω ποτά γλυκά, ποτά στυλάτα – Το Iced Tea (βότκα/τζιν/τεκίλα/λευκό ρούμι/λάϊμ/κόλα), τo Kamikaze(βότκα/γκραν μαρνιέ/λάϊμ) To Orgasm (βότκα/αμαρέττο/λευκή κρεμ ντε κακάο/bailey’s) – Το Death Spasm (ουίσκυ/τζιν/αψέντι) - Τo Singapore Sling (γκραν μαρνιέ/λικέρ κεράσι/φρέσκο λάϊμ/χυμός ανανά/μπίττερ/σόδα) - To “Dingaling” (βότκα/σναπς ροδάκινο/σόδα/λάϊμ) – Αμερική, είσαι ήδη πιστή σε κάθε μου γεύση – Αν όμως θες απλώς να γίνεις λιώμα – Δεν παραγγέλνεις ένα σφηνάκι; - Το μπαρ μόλις άνοιξε !».
Η σκηνή της απαγγελίας του Τομ Κρουζ ως μπάρμαν - ποιητή, αγκαλιά μ’ ένα μπουκάλι Jim Beam πατώντας πάνω στην στρογγυλή μπάρα του κλαμπ “Cell” του Μανχάτταν αποτέλεσε το μυστικό τεφτέρι κάθε αυτοδίδακτου Φλάναγκαν, απ’ τους πολλούς που παραμυθιάστηκαν ότι τους παίρνει να γίνουν Φλάναγκαν, για να καταλήξουν τελικά να καούν στη ζωή της νύχτας, υπάλληλοι που μας σερβίρανε βόμβες ναπάλμ αραιωμένες με υγρά που μοιάζανε στην καλύτερη με καθαριστικό βινυλίου, στα μπαρ του ευρύτερου κέντρου, μεταξύ 1988 και 1991, όταν ακόμη η επίδραση του “Cocktail” παρέμενε φρέσκια στα ήθη της διασκέδασης. Ποιός είπε εξάλλου ότι οι νόμοι του Κόγκλιν δεν ήταν φτιαγμένοι μέσα απ’ τη ζωή;
Όσο για μας τους άγουρους πρωτοετείς θεατές, αλλά και για εκατομμύρια συνομιλήκους μας ανά τον κόσμο, οι αναφορές του φιλμ στο αλκοόλ και τις αξέχαστες νύχτες που επαγγέλλεται έρχονται μέσα από την ταινία αθρόες, προσιτές, αφοπλιστικές, καθιστώντας πρακτικά αδύνατο να τους αντισταθείς όταν είσαι 18.
Η δεκαετία του ’80, σε μια από τις τελευταίες της κατεβασιές ηδονισμού, εξάπλωσε με το “Cocktail” την κουλτούρα του αλκοόλ στους υποψήφιους ηπατοπαθείς του αύριο. Μάθαμε πώς διώχνεις το hangover όπως ο Κόγκλιν με το Red Eye (μπύρα/ντοματόζουμο/πιπέρια/ολόκληρο αυγό), πώς δείχνεις μάγκας όταν παραγγέλνεις Turquoise Blue(μπακάρντι/κουρασάο/χυμός ανανά/σάουρ) ή Daquiri για λογαριασμό της εκλεκτής που θέλεις να ρίξεις, να μοιράζεσαι κονιάκ Remy Martin στις εκ βαθέων συζητήσεις τους κολλητούς σου ή να ζητάς να βρεις Miller lite, απ’ αυτές που κατεβάζουν σα νερό οι Κόγκλιν και Φλάναγκαν, όταν δεν πίνουν κάτι άλλο.

Υ.Γ. 2: Στην Αμερική, οι εισπράξεις του φιλμ έφθασαν τα 78 εκατομμύρια δολλάρια, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο ξεπέρασαν τα επιπλέον 93, συμπεριλαμβανομένων σε αυτά των δικαιωμάτων από την κατ’ οίκον ενοικίαση σε βίντεο. Το “Cocktail” ήταν η 9η πιο εμπορική ταινία της χρονιάς. Οι κριτικοί, βέβαια, το θάβουν διαχρονικά.

Υ.Γ.3: Κι όμως, είχε γραφτεί για την ταινία αυθεντικό soundtrack. Από τον Maurice Jarre, τον, 64χρονο τότε, Γάλλο συνθέτη κλασσικών κινηματογραφικών επιτυχιών -«Λώρενς της Αραβίας», «Δόκτωρ Ζιβάγκο», «Ιησούς από τη Ναζαρέτ», «Σογκούν»- με πιο πρόσφατες στην εποχή τα «MadMax – Απόδραση Από το Βασίλειο του Κεραυνού», το «Αδιέξοδο» και «Ολέθρια Σχέση».
Όμως, τελευταία στιγμή, μια ενδοεταιρική απόφαση με οικονομικά κριτήρια απέσυρε το soundtrack ολόκληρο. Η υπεύθυνη για τη μουσική επένδυση θέλησε να δώσει στο φιλμ παλμό της εποχής, φτιάχνοντας μια επιλογή από ποπ και ροκ κομμάτια που καθένα τους θα μπορούσε να κυκλοφορήσει σε σινγκλ, ρίχνοντας μέσα και ένα - δύο περίεργα κι ένα κλασσικό -“TuttiFrutti” από Little Richard- μάζεψε τα δικαιώματα μόνον από 10 κι έφτιαξε το soundtrack με το μυαλό την εμπορική του δυναμική. Η επιδερμική, mainstream ματιά της ταινίας και η κατά τα ¾ της διάρκειάς της ράθυμη, κρυπτοηδονιστική της αβάντα στη λατρεία της στιγμής, ταίριαξε με τη μουσική κι ανέβασε το δίσκο στις πιο ψηλές θέσεις του Billboard (US#2, 29/10/88).

Υ.Γ.: 4: Μετά από ντημπέϊτ δεκαετιών, το φυσιολογικό, πλήρες ρεαλισμού σενάριο του “Cocktail” θα όφειλε να πάρει τη σωστή τροπή αμέσως μετά τη Τζαμάϊκα. Ο Μπράϊαν, όταν συνειδητοποιεί ότι η Τζόρνταν φεύγει απ’ το νησί, έχοντάς τον πιάσει να χαμουρεύεται με τη σιτεμένη πρωτομιλφ, συνεχίζει τη δουλειά του σα να μην τρέχει τίποτα. Συναντά τον Κόγκλιν, ο οποίος μετά από σωρεία τροποποιήσεων στους νόμους του, τον πείθει να δουλέψει μαζί του με τα λεφτά της ζάμπλουτης και ανερυθρίαστα ξενοπηδούκλας συζύγου του, για ν’ ανοίξουν, επιτέλους, το δικό τους μπαρ. Το “Cocktails & Dreams” ανοίγει στα Keyman Islands, ώστε να βελτιστοποιηθεί και ο χρόνος μέσα στον οποίο το χρήμα ξεπλένεται. Μέσα σε έναν χρόνο, Μπράϊαν και Ντάγκλας έχουν ανοίξει άλλα έξι παραρτήματα σε L.A., Σαν Φρανσίσκο, Μανχάτταν, Βοστώνη, Λας Βέγκας και Κάμπο Σεντ Λούκας, όπου και προσλαμβάνουν ως house band τον SammyHagarμε κάτι φίλους του.
Σε δύο χρόνια, έχουν επενδύσει τις ζεστές δεσμίδες από αφορολόγητα δολλάρια στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης σε μετοχές μιας Τράπεζας, της Lehman Brothers και πλέον δε χρειάζεται να σερβίρουν ποτέ ξανά στη ζωή τους οι ίδιοι.
Tα χρόνια περνούν, ο Ντάγκλας μπαινοβγαίνει σε κλινικές αποτοξίνωσης και από την εμπειρία του εκδίδει ένα βιβλίο που γίνεται best seller (“Liver Transplant, Welfare & Investment”), ενώ ο Μπράϊαν συναντά τυχαία την Τζόρνταν, 39 χρονών πια, με τρία παιδιά, χωρισμένη και με κατασπαταλημένη την περιουσία του πατέρα της, την οποία ο Μπράϊαν πρώτη φορά ακούει ότι,  εκείνη είχε, όταν τον άφησε στη Τζαμάϊκα. Την αγνοεί και παντρεύεται τη μικρώτερη αδελφή της Τζέσικα, με την οποία αποκτά ένα παιδί και ζει στα Φίτζι, ιδρύοντας και διευθύνοντας μια βιομηχανία παραγωγής σουβέρ από πεπιεσμένο χαρτί με πάνω τους τα πρόσωπα ηθοποιών του Χόλλυγουντ.
Η Τζόρνταν βάζει λόγια στη Τζέσικα και η τελευταία πείθεται να του κάνει αγωγή διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό και διανομή της οικογενειακής περιουσίας.
Δέκα χρόνια αργότερα, ο Μπράϊαν χάνει όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία και πηγαίνει να συγκατοικήσει μαζί με τον αποτοξινωμένο Κόγκλιν, ο οποίος έχοντας ξοδέψει και την τελευταία δεκάρα του, μένει σε φουσκωτό με το όνομα “Betsie” αραγμένο στο Μαϊάμι με δύο πρώην αεροσυνοδούς, που τον μεταφέρουν τρεις φορές τη βδομάδα στο νοσοκομείο για αιμοκάθαρση. Στο τελευταίο πλάνο, οι δύο φίλοι μοιράζονται Μαργκαρίτες με Ντον Χούλιο στριμωγμένοι στο φουσκωτό, χωρίς τις αεροσυνοδούς και αναπολούν τα όσα πέρασαν μαζί. «Το κάθε τί, όταν τελειώνει, τελειώνει άσχημα», λέει ο Κόγκλιν. «Αλλιώς δεν θα τέλειωνε ποτέ. Cheers, mate».


Παναγιώτης Παπαϊωάννου