Ronnie James Dio (1942-2010): "Whenever we dream, that's when we fly"

Δημοσιεύθηκε από: Rocktime

16/05/2016

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

6246

«Θα παραμείνω αυτό που ήμουν πάντα. Ο πιτσιρίκος που πήρε την τρομπέτα του, άκουσε τον πρώτο ροκ ν΄ρολ δίσκο του και είπε: ''Μια μέρα θα παίζω και 'γω έτσι''. Ο πιτσιρίκος που ανέβηκε στην κορυφή ενός ουρανοξύστη σαράντα ορόφων στη Νέα Υόρκη, ενώ ήταν μόλις δεκατριών χρόνων, καθώς προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει κάποιον να ακούσει τη μουσική του. Που κοίταξε από ψηλά την βυθισμένη σε λήθαργο μεγαλούπολη και μονολόγησε: ''Κάποια μέρα θα μάθετε όλοι σας για μένα''».

 

Γεννήθηκε στο Portsmouth του New Hampshire τον Ιούλιο του 1942 και μεγάλωσε στο Cortland της Νέας Υόρκης, γιος οικογένειας ιταλοαμερικάνων.
«Το όνομά μου κανονικά σήμαινε ''αυτός που έρχεται από την Padova'', την πόλη στα βόρεια της Ιταλίας. Όμως όταν ο πατέρας μου ήρθε μετανάστης στο Ellis Island, οι Ιρλανδοί δεν το άκουγαν σωστά κι έτσι το Padovano καταγράφηκε στην ταυτότητα ως Padανοna».

Ποτέ δεν παρακολούθησε μαθήματα φωνητικής, όμως υπήρξε κάτι που από την παιδική του ηλικία τον βοήθησε να διαμορφώσει μια εύπλαστη τεχνική ελέγχου των αναπνοών του, που έμελλε αργότερα να αποδειχθεί κρίσιμη στη διαχείριση της φωνής του. 
«Ο πατέρας μου στα πέντε μου χρόνια με υποχρέωσε να διαλέξω ένα όργανο. Οι δικοί μου πίστευαν ότι η εκπαίδευσή μου δεν έπρεπε να εξαντλείται στο διάβασμα και τα μαθηματικά. Εγώ διάλεξα την τρομπέτα. Ονειρευόμουν βέβαια να γίνω παίκτης του baseball, οπότε ο πατέρας μου, για να με αποτρέψει, με έβαλε με το ζόρι να μάθω να παίζω τρομπέτα. Μετά απ΄όλα αυτά τα χρόνια τον ευχαριστώ από την καρδιά μου. Οι γονείς μου ήταν πάντοτε στο πλευρό μου, ειδικά από τη στιγμή που είδαν ότι τους πήγα ένα πτυχίο, κάτι που προσδοκούσαν επίμονα. Aνέκαθεν ήταν πολύ περήφανοι για μένα. Χρησιμοποίησα το επώνυμό μου στα credits των πρώτων μου δίσκων σαν φόρο τιμής στους γονείς μου. Ήθελα να δει η οικογένειά μου ότι ήμουν περήφανος γι' αυτήν».

Από έφηβος μπήκε στη μουσική και παρ' ότι είχε την ευκαιρία να σπουδάσει ως υπότροφος στο Julliard, εκείνος προτίμησε τις ζυμώσεις που γεννούσε η συνύπαρξη σε μια μπάντα και τις ζωντανές εμφανίσεις. Σύντομα προσέθεσε το μπάσο στα όργανα που μπορούσε να παίξει και το 1958 ήδη ήταν όρθιος μπροστά απ' το μικρόφωνο του πρώτου συγκροτήματος με αρχηγό τον ίδιο. Η πορεία του δεν ήταν ούτε «εύκολη», ούτε «τυχερή». Από το 1968 είχε φτιάξει τους "Electric Elves", οι οποίοι κατόπιν μετονομάστηκαν σε "Elf" («Ήμασταν όλοι αρκετά κοντοί για να έχουμε δικαίως αυτό το όνομα»).
Το 1972 ο Roger Glover και ο Ian Paice παρατήρησαν στο πενταμελές σχήμα ίχνη χαρακτήρα, έκαναν την παραγωγή στο ντεμπούτο lp τους και πήραν την μπάντα σαν σαπόρτ στις περιοδείες των -τεράστιων τότε- Deep Purple. Όταν το '75 ο Ritchie Blackmore θέλησε να αποστεί από τον ολοένα και πιο blues / funk ήχο των Purple, προσέλαβε όλο το γκρουπ των Elf (πλην του κιθαρίστα) και ηχογράφησε τον πρώτο προσωπικό του δίσκο. Ήταν σε όλους φανερό ότι στη φωνή του 33χρονου Ronnie James Dio, ο "Man In Black" είχε βρει τον ιδανικό τελάλη για να διατρανώσει τα μπαρόκ σχήματά του.
«Τα Ουράνια Τόξα ήταν ανέκαθεν ιδιαίτερα για μένα. Η σύνδεσή τους με τη ζωή μου άρχισε με το ότι μπήκα στους Rainbow, μια πολύ σημαντική καμπή στην καρριέρα μου. Από τότε άρχισα να παρατηρώ τα ουράνια τόξα. Είναι ένα τόσο εντυπωσιακό φυσικό φαινόμενο, τόσο εύγλωττο για το πόσο ασήμαντοι είμαστε στην πραγματικότητα. Το ουράνιο τόξο ως λέξη και ως έννοια είχε πάντα καίριο ρόλο στη ζωή μου».



Εκείνο το πρώτο άλμπουμ ήταν γεμάτο μουσικά πρότυπα, πέραν της κιθαριστικής ευφυίας, η φωνή του ξεχώριζε από το πρώτο άκουσμα. «Ένα λαρύγγι γεμάτο κεραυνό», όπως γράφτηκε, που καθοδηγεί με την άρθωση και το πάθος του τόσο στο μυστηριακά διηγηματικό "Man On the Silver Mountain", όσο και στα ελεγειακά "Temple Of The King" και "Catch The Rainbow". Tον αμέσως επόμενο χρόνο (1976), ο πήχυς ανέβηκε, καθώς  τραγουδιστής και κιθαρίστας, έχοντας στο πλάϊ τους μια νέα μπάντα προσωπικοτήτων (Cozy Powell τύμπανα, Tony Carey πλήκτρα, Jimmy Bain μπάσο) έφτιαξαν το "Rising", το άλμπουμ το οποίο στην ουσία εδραίωσε τη σχέση του heavy rock με τη συμφωνική μουσική. Στο "Stargazer" η φωνή μοιάζει η μόνη ικανή να πάρει τον ακροατή απ' το χέρι και να τον οδηγήσει σε μια περιπετειώδη, σχεδόν εξωσωματική αναζήτηση για το άστρο του.
Στο "Long Live Rock N' Roll" (1978) έφθασε σε ανάλογα επικά υψίπεδα με το "Gates Of Babylon", αλλά κάπου εκεί έγινε φανερό ότι το να συμμετέχει στη μπάντα κάποιου άλλου, τόσο ιδιοσυγκρασιακού και ισχυρογνώμονα όπως ο Ritchie Blackmore είχε μετρημένες μέρες εξ ορισμού.  
Και εκεί γύρω στα μέσα του 1979 οι παραπαίοντες Black Sabbath, κουρασμένοι από την παρανοϊκή συμπεριφορά του Ozzy Ozbourne και ο «αχρείαστος» για την fm στροφή των Rainbow Ronnie James Dio, που αναζητούσε ένα νέο σχήμα, συναντήθηκαν. «Ήταν μοιραίο. Συνδεθήκαμε μουσικά αμέσως» θα πει αργότερα περιγράφοντας τη δημιουργική σπίθα που εκτοξεύτηκε όταν η μυώδης φωνή του συναντήθηκε με τα βαρύτερα ριφ του ροκ, με τον Iommi να το επιβεβαιώνει («ο Ozzy τραγουδούσε πάνω στο ριφ, ενώ ο Ronnie παράλληλα με αυτό, σε ξεχωριστή μελωδική γραμμή, κάτι που άνοιγε δρόμους να σκέφτομαι διαφορετικά την σύνθεση».)


Το αποτέλεσμα, σε παραγωγή Martin Birch, ήταν ένα άλμπουμ που έσωσε τους Sabbath και θεμελίωσε τον heavy metal ήχο στο κατώφλι της νέας δεκαετίας μπολιάζοντας τις συμφωνικές αναζητήσεις του "Rising" με αρραγή κιθαριστική ισχύ και μια εικονογραφία που συγκέραζε φιλοσοφία και μυστικισμό. Με κομμάτια όπως το γεμάτο σοφία και πάθος ομώνυμο, το fantasy σφυροκόπημα "Neon Nights", το λυρικό "Children Of The Sea", το συνοφρυωμένο "Die Young" (και τη φωτεινή νέμεσή του "Wishing Well") και το μεταλλαγμένο μπλουζ "Lonely Is The World" είναι ένα άλμπουμ αρχέτυπο σε ύφος, ήχος και διάθεση από την πρώτη μέχρι την τελευταία νότα.
«Πιθανόν να είναι για πάντα το πιο αγαπημένο μου άλμπουμ. Το πιο αγαπημένο μου για το πώς φτιάχτηκε και οπωσδήποτε ένα από τα πιο επιτυχημένα πράγματα στα οποία έχω συμμετάσχει γενικά, από καλλιτεχνική άποψη. Ο τίτλος πραγματικά αντικατοπτρίζει τις μέρες μου μ' εκείνη τη μπάντα. Είχε τόσο ''Παράδεισο" όσο και "Κόλαση", σε περίπου ίσα μέρη».

Ακολούθησαν θριαμβευτικές περιοδείες, στις οποίες ο τραγουδιστής κατόρθωσε όχι μόνο να ανταπεξέλθει στην αμφισβήτηση όσων δεν μπορούσαν να εννοήσουν τους Sabbath χωρίς τον Ozzy, αλλά σύντομα να πείσει κοινό και κριτικούς ότι είχε μπροστά του ένα νέο γκρουπ, που σεβόταν το παρελθόν, αλλά ήταν στις επάλξεις για να ταξιδέψει τις ορδές του βαρύτονου ροκ ευθεία μπροστά. Για κει είχε βάλει πλώρη.
Το "The Mob Rules" ήταν ακόμη πιο σκοτεινό, σχεδόν τρομακτικό ("Mob Rules', "Voodoo", "Falling Off The Edge Of The World", "The Sign Of The Southern Cross").
Το γκρουπ έμοιαζε να πατά σταθερά στα πόδια του και ο τραγουδιστής στο στοιχείο του. Λίγο πριν κλείσει τα 40, έμπειρος, επιβεβαιωμένος από την fanbase ενός ιστορικού συγκροτήματος και αδέσμευτος να πλοηγήσει το σκάφος σε νέα αβαθή φαντασιακής δυστοπίας.
Η παραγωγή περισσότερου υλικού της αυτής κλάσης έμοιαζε θέμα χρόνου, όμως η πολιτισμική σύγκρουση (ο εσωστρεφής
brummie απ' το Birmingham από τη μία και ο ιταλιάνος Νεοϋορκέζος από την άλλη) είχε τον πρώτο λόγο. Για δεύτερη φορά μετά τους Rainbow ο Ronnie εκδιώκεται από ένα σχήμα που δεν είναι δικό του, καθώς οι αρχηγικές του τάσεις (είχε αποκτήσει λόγο για την παραγωγή, τον ήχο, την μουσική κατεύθυνση) φανερά περισσεύουν. Στο οπισθόφυλλο του "Live Evil" το φθινόπωρο του '82, σε ένα χτύπημα κάτω απ' τη μέση,  αναφέρεται ως "Ronnie Dio", σαν ανεπιθύμητη λεπτομέρεια της τελευταίας στιγμής, στριμωγμένος μεταξύ των συντελεστών.
Η παραίτηση ήταν γι' αυτόν άγνωστη λέξη. Οπλισμένος με όλη την εμπειρία που μπορούν να δώσουν 25 χρόνια στη μουσική βιομηχανία, έβαλε το όραμά του επί τάπητος. Αυτή τη φορά δεν θα συμβιβαζόταν με κανέναν και για τίποτε. Με τον Vinnie Appice στα τύμπανα και τον παλιό συνοδοιπόρο του απ' τους Rainbow, το άσωτο Σκωτσέζο Jimmy Bain στο μπάσο, έψαξε να μεταγγίσει νέο αίμα σ' αυτό που θα αποτελούσε το προσωπικό του σχήμα. Και το βρήκε, στο πρόσωπο ενός 20χρονου Ιρλανδού, του Vivian Campbell.
«Αποφάσισα ότι αν επρόκειτο να κάνω επιτυχία, θα έπρεπε να γίνω μοναδικός σε κάτι. Ένας τρόπος να το πετύχω αυτό ήταν να γράφω τραγούδια και στίχους στη φλέβα του φανταστικού, αλλά προσεγγίζοντάς την έτσι όπως κανείς μέχρι τότε δεν το είχε κάνει. Ένωσα αυτή μου την προσέγγιση με την απεριόριστη αγάπη μου για την όπερα και προσπάθησα να τα βάλω και τα δύο στη δική μου μουσική αίσθηση. Ήταν μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει απ' όταν ήμουν ακόμη παιδί. Περνούσα πολύ καιρό μόνος μου, διαβάζοντας πολλή λογοτεχνία του φανταστικού και επιστημονική φαντασία. Με αυτή σαν πρώτη ύλη είχε αρχίσει το μυαλό μου να δουλεύει. Πιστεύω ότι το να βάζεις τους ανθρώπους να χρησιμοποιούν τη φαντασία τους είναι πολύ σημαντικό. Αν ρωτήσεις τη γνώμη δέκα φανς για το γιατί μιλάει το "Rainbow In The Dark", θα πάρεις δέκα διαφορετικές απαντήσεις και κάθε μία τους θα είναι σωστή. Ο καθένας έχει αποκτήσει τη δική του ερμηνεία πάνω στο κομμάτι».



Το αποτέλεσμα ήρθε στο φως τον Μάϊο του 1983 και λεγόταν "Holy Diver", ένα από τα κρισιμώτερα άλμπουμ από καταβολής heavy metal, καθώς συνδύαζε μαεστρικά μελωδία, fantasy θεματολογία και αιχμηρή κιθαριστική ραχοκοκαλιά, φτάνοντας πιο σύντομα από ποτέ στον στόχο, με μια σειρά από πυκνές, δυναμικές ερμηνείες ("Stand Up And Shout", Holy Diver", Don't Talk To Strangers", "Caught In The Middle", Rainbow In The Dark", "Shame On The Night").
Ο άνθρωπος που είχε ζήσει τα '60s, περάσει από την μπλουζοειδή ψυχεδέλεια και την φολκ (Elf), συμμετάσχει στην θεμελίωση του συμφωνικού ροκ (Rainbow) και σηματοδοτήσει το πέρασμα του heavy metal στην δεύτερη δεκαετία της ύπαρξής του (με τους Sabbath), προσέφερε τώρα ένα εγχειρίδιο μοντέρνου σκληρόηχου ροκ : δεν μπoρούσε κανείς να λαθέψει, ήταν «μέταλ» αυτό που τραγουδούσε ο Dio, αλλά ήταν ένας ήχος φτιαγμένος από τόσο κατασταλαγμένα υλικά που είχε ήδη κερδίσει την διαχρονικότητα για τον εαυτό του και για τους επιγόνους του. 
Ας μην γελιόμαστε: χάρις στην τραγουδοποιία του
Dio και κάποιων άλλων μετρημένων στα δάχτυλα μπόρεσε να γίνει αντιληπτό -αρκετά αργότερα- στο ευρύ κοινό ότι το heavy metal ήταν μια ραφιναρισμένη εξέλιξη του «κλασσικού ροκ» των '70s και όχι ένα αποπαίδι του.
Όσο για τους στίχους και το image με το οποίο ο ίδιος ταυτίστηκε όσο λίγοι, αυτό έφερε τη σφραγίδα ενός πνεύματος ανήσυχου, όπως ο ίδιος, που πάλευε με τις φωτοσκιάσεις και τις συγκρούσεις πνευματικού και συναισθηματικού κόσμου. Το background του καθολικισμού ξιφουλκούσε με τις νεανικές αναζητήσεις της σκοτεινής πλευράς. Ο ίδιος ήταν ενταγμένος στις δυνάμεις του Καλού, όμως, όπως συμβαίνει σε πάμπολλα από τα πιο συναρπαστικά έργα τέχνης, το κακό δείχνει να έρχεται σε πρώτο πλάνο. Για να εξορκιστεί, να νικηθεί, μερικές φορές να επικρατήσει και πάντως να υπενθυμίσει τη δισυπόστατη ανθρώπινη φύση. 
Η δεκαετία του '80 υπήρξε απλόχερη μαζί του.
Επιτυχημένες περιοδείες, άλλα δύο άλμπουμ με την ίδια σύνθεση ("
The Last In Line" ['84], "Sacred Heart" ['85], εντυπωσιακό και πανάκριβο stage show, χρυσοί δίσκοι. Η ανάδειξή του ως άτυπου ηγήτορα του σκληρού ήχου, καθώς  ήταν αυτός που συνέλαβε και υλοποίησε την πρωτοβουλία "Hear N' Aid" στα μέσα του '85, πείθοντας σχεδόν όλη τη heavy metal κοινότητα να ηχογραφήσει πάνω σ' ένα κομμάτι που συνέθεσε ο ίδιος με τον Jimmy Bain («Stars»). Κάποιοι κλυδωνισμοί, αλλαγή κιθαρίστα (ο Craig Goldy από τα μέσα στου '86), ένα άνισο άλμπουμ ("Dream Evil", '87), δύο εμφανίσεις στο "Monsters Of Rock' και εκατομμύρια οπαδοί σε όλον τον κόσμο.

Έχοντας αναλάβει την παραγωγή των δίσκων και τον όλο σχεδιασμό και την προώθηση του έργου του (με τη γυναίκα του Wendy να παρέχει κάθε ασφάλεια ότι δεν θα τον εξαπατούσε κανένας μάνατζερ) εκείνη ήταν η εποχή που άφησε το στίγμα του ανεξίτηλο. Ακολούθησαν τα χρόνια του '90, εποχή αναγκαστικής ανομβρίας για το «παραδοσιακό» hard rock. Αδόκιμοι πειραματισμοί (τα χρόνια της συνεργασίας του με τον δευτεροκλασσάτο Tracy G) και έλλειψη έμπνευσης δεν τον άφησαν άθικτο. Όμως εκείνος, σταθερά προσηλωμένος να προσφέρει στο πάντα πολυπληθές κοινό του την προφιλή δόση φαντασίας και ηλεκτρισμού, ήταν πάντα εκεί.  
«Ποτέ στην καρριέρα μου δεν ακύρωσα συναυλία για λόγους που να αφορούν την φυσική μου κατάσταση. Έχω τραγουδήσει με γρίπη, με κλεισμένο λαιμό, κατάσταση που είναι η πλέον επώδυνη και επικίνδυνη για έναν τραγουδιστή. Πάντοτε ήμουν ικανός να αποδώσω σ΄ ένα επίπεδο, στο οποίο ο κόσμος δεν καταλάβαινε τη διαφορά. Όμως εγώ την ξέρω και με ενοχλεί. Οπότε αν κάποια φορά παρατηρήσετε ότι δεν δείχνω ευδιάθετος στη σκηνή, δεν έχει να κάνει με τίποτε άλλο, ούτε με την μπάντα, ούτε με τον ήχο. Είναι ότι δεν είμαι εγώ ο ίδιος σε καλή κατάσταση και αυτό με κάνει και υποφέρω».

Θαρρείς ότι ο Ronnie James Dio ήταν κοντά μας από πάντα, αναγνωριζόμενος κάθε χρόνο που περνούσε κι από περισσότερους ως ένα σύμβολο για την διευρυμένη κοινότητα του ροκ. Οι κατά καιρούς μέσω δηλώσεων διαξιφισμοί του με τους πρώην συνεργάτες του και οι απαξιωτικές δηλώσεις εναντίον του ακόμη κι από μουσικούς που ευεργέτησε, δεν στάθηκαν ικανοί να φθίνουν στο ελάχιστο την αίγλη και εμβέλεια της περσόνας του.
Επανήλθε στους
Sabbath το '92, κυκλοφόρησαν το "Dehumanizer", αλλά όπως αποδείχθηκε ο Iommi τον εκμεταλλεύτηκε για να συσπειρώσει την οπαδική βάση, με κρυφή ατζέντα την επάνοδο του Ozzy, η οποία δεν επιτεύχθηκε, παρά χρόνια μετά. Ο ίδιος ο Dio απέδειξε ότι το εννοούσε όταν έλεγε ότι έβρισκε σπάνια ευχαρίστηση να φτιάχνει μουσική με τον Iommi, όταν και οι δύο πλευρές «έθαψαν το τόμαχωκ» και επανενώθηκαν με τους Iommi, Butler & Appice ως "Heaven And Hell" το 2006, κυκλοφορώντας το δυσκίνητο και σκοτεινό «The Devil You Know" την Άνοιξη του 2009.

Εργασιομανής και συνειδητοποιημένος για το ότι όρισε με την πορεία του το μουσικό κανάλι στο οποίο κατευθύνονταν όλο και περισσότερες γενιές μουσικόφιλων, ο ίδιος  παρέμεινε προσγειωμένος. Μέγας θιασώτης της μπύρας, ειδικά της Guinness («από τη στιγμή που θα πας στο Δουβλίνο και θα πιεις ένα κανονικό pint, συνειδητοποιείς ότι όλες οι υπόλοιπες μπύρες δεν αξίζουν μία, μακριά από τον τόπο παραγωγής τους»), ο Ronnie δεν είχε ποτέ σχέση με τα σκληρά ναρκωτικά : «Μεγάλωσα στα βόρεια της Νέας Υόρκης, μπορείς να πεις στην παγκόσμια πρωτεύουσα του χόρτου. Και βέβαια έχω καπνίσει, μικρός, χωρίς να το πάω κάτω βέβαια. Αλλά χρήστης, όχι. Έχω δει πάρα πολλούς να ξεπέφτουν στο περιθώριο και δεν ήθελα να γίνω ένας απ' αυτούς. Ποτέ δεν υπήρξα αυτό που ονομάζουμε ''χρήστης''».  
Όσο γι' αυτή τη βαθιά, σφριγηλή φωνή, ήταν πάντα εκεί, όπως είχαμε την τύχη να διαπιστώσουμε και στην Ελλάδα σε διάφορες επισκέψεις του, από το '93 στο «ΡΟΔΟΝ», το 2003 στο Ark, στη Μαλακάσσα (το 2005 με τη μπάντα του και το 2007 με τους "Heaven And Hell") και το 2009 στα «Ολυμπιακά Ακίνητα». 

Όταν το ρωτούσαν πώς διατηρεί τη φωνή του και την αντοχή του μετά τα 60, εκείνος απροσχημάτιστα μετριόφρων δήλωνε:
«Η φωνή είναι περισσότερο θέμα τεχνικής κατά τη γνώμη μου. Πρέπει να γνωρίζεις πώς να αποφεύγεις να κακοποιείς τη φωνή σου. Ήμουν καπνιστής για αρκετά χρόνια - στα χρόνια των
Rainbow και στην αρχή με τους Sabbath έκανα τρία πακέτα τη μέρα. Ποτέ δε με επηρέασε, όταν όμως το έκοψα με βοήθησε πάρα πολύ : απέκτησα μιάμιση οκτάβα σε έκταση».



Τον Νοέμβριο του 2009, κι ενώ οι "Heaven And Hell" είχαν προγραμματίσει παγκόσμια περιοδεία, διαγνώσθηκε με καρκίνο του στομάχου.  Ακόμη και από το κρεββάτι των χημειοθεραπειών, φανερά καταβεβλημένος, έστελνε μέσω διαδικτύου μηνύματα πάλης και σχεδίαζε την επάνοδό του με νέα μουσική.
«Η αθλητική διάσταση της δουλειάς μου είναι πολύ σημαντική για μένα. Το να προσπαθείς να διατηρείσαι σε καλή φυσική κατάσταση. Βλέπω τον εαυτό μου σαν έναν μποξέρ, περισσότερο απ' ο,τιδήποτε άλλο. Οι μποξέρ έχουν τεράστια υπομονή και θέληση. Μπορούν να προπονούνται για χρόνια, πρέπει πάντα να τρέφονται σωστά και να απέχουν από τις καταχρήσεις. Είναι τέτοια η επιθυμία τους να γίνουν καλύτεροι και να μπορούν αν το αποδείξουν. Όταν είσαι μουσικός έχει πολλά κοινά σημεία με τον μποξέρ. Πρέπει να είσαι έτοιμος να θυσιάσεις τα πάντα για να γίνεις καλύτερος και να παραμείνεις σε ψηλό επίπεδο». 

Η τελευταία αναμέτρηση, αυτή με την αρρώστια, ήταν άνιση. Έκλεισε τα μάτια του στις 16/5/2010, περιστοιχισμένος από φίλους και συγγενείς, με πρώτους τη Wendy και τον υιοθετημένο γιο του Dan και έχοντας την ειλικρινή αγάπη εκατομμυρίων ανά τον κόσμο οπαδών, που είχαν ανοίξει άπειρες ιστοσελίδες προς τιμήν του, ευχόμενοι καλή επάνοδο.
Παρ' ότι κατά βάθος γνώριζαν ότι εκείνος, ο πιο μεγάλος σε ηλικία και μουσικό ανάστημα, θα ήταν από τους πρώτους μύθους του ροκ που θα άφηνε τον μάταιο τούτο κόσμο, πλήρης προσφοράς.

Ως γνωστόν, βέβαια, οι μεγάλοι σταρ του ροκ ν΄ ρολ, δεν πεθαίνουν ποτέ, απλώς σταματούν τις ζωντανές εμφανίσεις.
Θα είχε πολύ δύσκολο έργο κανείς, αν θα χρειαζόταν να επιλέξει έναν μόνο στίχο που να εγκολπώνει την ουσία αυτού του καλλιτέχνη.
Μεταξύ
πολλών, έρχεται στο μυαλό αυτός από το "Sacred Heart": "Whenever we dream, that's when we fly".
Κι αυτό γιατί ο Ronnie ονειρεύτηκε, πέταξε ψηλά και μας πήρε μαζί του.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου