Tina Turner: Θριαμβεύοντας εξ ενός second hand emotion

22/03/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1521

26 Φεβρουαρίου 1985. Στην 27η τελετή των Βραβείων Grammy που γίνεται όπως πάντα στο Shrine Auditorium του Los Angeles, o δίσκος της Tina Turner “Private Dancer” έχει προταθεί για βραβείο σε έξι κατηγορίες.

 

«Ήμουν κάπως ζαλισμένη, καθώς από μέρες με ταλαιπωρούσε μια γρίπη. Όμως, ακόμη κι αν ήμουν απόλυτα απόλυτα υγιής και διαυγής, θα ζούσα εκείνη τη βραδιά σα μια εξωπραγματική εμπειρία. Όταν, στην είσοδό μου, άρχισα να κατεβαίνω μια μεγάλη σκάλα τραγουδώντας το “Whats Love Got To Do With It”, ένιωσα τη ζεστασιά του κοινού να με τυλίγει, σαν αγκαλιά. Ναι, αγαπούσαν το κομμάτι, όμως αγαπούσαν συγχρόνως και την ιστορία που το συνόδευε. Την ιστορία μου».
 
Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 1981, στο Ritz Club του East Village της Νέας Υόρκης. Μια μικρή μουσική σκηνή στο μητροπολιτικό κέντρο, που μπορεί να μην έχει για χρόνια ανακαινιστεί, έχει όμως κρατήσει σταθερό το κοινό της, μουσικούς και μουσικόφιλους που απολαμβάνουν να παρακολουθούν τον καλλιτέχνη από απόσταση αναπνοής. Ο τελευταίος από τους τέσσερις προσωπικούς δίσκους της 42χρονης Tina Turner είναι τρία χρόνια παλιός – κανείς τους εξάλλου δεν έχει πλησιάσει ούτε από μακριά τα πρώτα 100 του Billboard. Από κείνη τη ζεστή νύχτα του 1η Ιουλίου του ’76 που αποφάσισε, με τα μάτια της πρησμένα από τις γροθιές, το λευκό της πουκάμισο λερωμένο με αίμα, με 36 σεντς και μια πιστωτική κάρτα της Mobil στην τσέπη να σηκωθεί και να παρατήσει τον τύποις σύζυγο, παραγωγό, μουσικό διευθυντή, εργοδότη και στην ουσία προαγωγό της Ike Turner, εγκαλείποντάς τον κοιμώμενο στο Statler Hilton του Dallas, εμφανιζόταν για τα προς το ζην οπουδήποτε, από αίθουσες 300 ατόμων σε Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία, σε καμπαρέ του Στρασβούργου και πιάνο μπαρ του Λας Βέγκας.
 
«Το παραμύθι της Σταχτοπούτας ήρθε για μένα εκείνο το βράδυ στο Ritz. Στο κοινό βρισκόταν ο Rod Stewart. Με άκουσε να λέω το “Hot Legs”, την επιτυχία του, φορώντας το κοντό φόρεμά μου με τα σχισίματα, κλωτσώντας άγρια τον αέρα, σε μια από τις χορευτικές κινήσεις που είχα πλέον τελειοποιήσει. Μετά την παράσταση με κάλεσε να εμφανιστώ μαζί του, τρεις μέρες αργότερα, στην τηλεόραση, στο “Saturday Night Live”. Μια ολόκληρη γενιά τηλεθεατών που αγνοούσε την ύπαρξή μου με είδε εκείνο το Σάββατο το βράδυ στα καλύτερά μου, να λέω το “Hot Legs” με τον Rod Stewart δίπλα μου».
 

Το γύρισμα γίνεται απόγευμα
, μερικές ώρες νωρίτερα από την προγραμματισμένη σε εθνικό δίκτυο ώρα προβολής. Η Tina, σε μια πυρετώδη εκτέλεση δίπλα στον Rod, οπτικοποιεί το ράθυμο, σέξυ “Hot Legs” επιδεικνύοντας τα εντυπωσιακά της πόδια κάθε φορά που έρχεται το ρεφραίν. Ο Rod Stewart σκουπίζει τον ιδρώτα απ’ το μέτωπό του, φεύγει από το πλάνο της κάμερας και της αφήνει ολόκληρη τη σκηνή. Ακόμη και ώρες αργότερα, όταν όλο το cast της εκπομπής βρίσκεται σ’ ένα after party, ακόμη μονολογεί: «Είδατε τί κίνηση είχε αυτή η γυναίκα;». Λίγες μέρες αργότερα κι αφού έχει ακολουθήσει μια ακόμη δυνατή εμφάνιση στο Ritz, ο μάνατζέρ της Roger Davis φέρνει στο τραπέζι μια ακόμη θελκτική πρόταση. Οι Rolling Stones την προσκαλούν να ανοίξει μια συναυλία της αμερικάνικης περιοδείας τους για το “Tattoo You”. Πράγματι, στις 6 Nοεμβρίου 1981, στο Meadowlands Arena του New Jersey, η Tina ζεσταίνει ένα ανυπόμονο κοινό 60.000 θεατών και στο encore των Stones ανεβαίνει και παίζει μαζί τους το “Honky Tonk Women”.
 
«Κυριολεκτικά και μεταφορικά, τα άστρα ευθυγραμμίστηκαν για μένα μ’ έναν τρόπο που ποτέ δε θα μπορούσα να φανταστώ, τελευταίες μέρες Γενάρη του 1983. Είχα κλείσει τρεις σερί εμφανίσεις στο Ritz και ζήτησα από το Roger να μη μου πει τίποτε για το ποιές διασημότητες μπορεί να βρίσκονταν  στο κοινό – δεν ήθελα τα «μάντεψε ποιός είναι ΄δω απόψε» να μου αποσπάσουν την προσοχή. Όταν ανέβαινα στο σανίδι μιας σκηνής όπως του Ritz, σκοπός μου ήταν να διασκεδάσω το κοινό, κι έτσι όπως τό’βλεπα, καθένας θαμώνας ήταν για μένα ένας V.I.P..
Όμως, όπως έμαθα αργότερα, την πρώτη από κείνες τις τρεις βραδιές, πριν τραγουδήσω έστω και μια νότα, πολλά πράγματα είχαν συμβεί χωρίς να έχω ιδέα. Ο
David Bowie, ένας καλλιτέχνης που δε χρειάζεται περαιτέρω συστάσεις, βρισκόταν στη Νέα Υόρκη για να συναντήσει τους ανθρώπους της EMI/Capitol. Τον είχαν προσκαλέσει σε δείπνο, καθώς είχε μόλις ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις για το καινούριο του άλμπουμ. Εκείνος όμως τους είπε ότι δεν ήταν διαθέσιμος, γιατί είχε κανονίσει να δει μια τραγουδίστρια που της έχει αδυναμία, στο Ritz. Αυτή, χωρίς να το γνωρίζω, ήμουν εγώ».

 
Η κουβέντα του Bowie διαρρέει σε χρόνο μηδέν και ο Roger Davis πολιορκείται τηλεφωνικά από δεκάδες executives που ζητούν να μπει το όνομά τους στη λίστα προσκεκλημένων στην είσοδο του Ritz. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η Τina ανήκει τυπικά στο ρόστερ της Capitol, όμως κανείς μέσα από την εταιρία δεν έχει ασχοληθεί σοβαρά για να την υποστηρίξει, μέχρις εκείνη την τυχαία κουβέντα του Bowie που μεταμορφώθηκε σε σύσταση προς κάθε ενδιαφερόμενο.
 
«Η πρώτη βραδιά ήταν μια από κείνες τις βραδιές που λατρεύω. Το μέρος ήταν ασφυκτικά γεμάτο και το κοινό ήταν ζωηρό, συντονισμένο μαζί μου σε κάθε μου κίνηση. Μέσα στον κόσμο τους μόους που πρόλαβα να διακρίνω από γνωστά πρόσωπα ήταν ο τενίστας John McEnroe και ηθοποιός Suzan Sarandon, όμως τα σημαντικά πράγματα ήρθαν μετά την εμφάνιση. Ο David μαζί με τον παλιόφιλο Keith Richards ήρθε στο καμαρίνι μου, ενθουσιασμένοι από αυτό που είχαν δει από μένα. Χάρηκα ιδιαίτερα, καθώς είχα παίξει με τη μπάντα μου το “Putting Out Fire”, το κομμάτι που είχε τραγουδήσει ο David για την ταινία “Cat People”».
 


 
«Ήταν σημαντικό για μένα που ήταν κι ο ίδιος παρών και μου είπε ότι του άρεσε. Περάσαμε φοβερά οι τρεις μας, μιλώντας για μουσική, αλλάζοντας χέρι με χέρι μπουκάλια Jack Daniels και σαμπάνιας. Εκείνη η νύχτα δε θέλαμε να τελειώσει. Συνεχίσαμε λοιπόν το πάρτυ στη σουίτα του Keith στο Plaza Hotel. Κάποια στιγμή, ο David κάθησε στο πιάνο, ο Keith φόρεσε μια κιθάρα, είχε περάσει στο μεταξύ από κει κι ο Ron Wood, κάθησε και πήρε μια δεύτερη. Παίξαμε το παλιό I Keep Forgettin’” που ο David μας είπε ότι σκεφτάταν να ηχογραφήσει στον επόμενο δίσκο του, κι άλλα. Ήταν μια μαγική βραδιά. Ο μάνατζέρ μου Ron Davis είχε πάει πλάκα. Πήγαινε συνεχώς στο δίπλα δωμάτιο και τηλεφωνούσε στους φίλους του -«δε θα πιστέψεις με ποιούς βρίσκομαι αυτή τη στιγμή!»-. Ήταν ένα ροκ-εν-ρολ όνειρο. Είχε βγει το φως του ήλιου όταν καλέσαμε ταξί για να επιστρέψουμε από κείνο το όνειρο ξανά στην πραγματικότητα. Όπως αποδείχθηκε, μια πραγματικότητα, από τη βραδιά εκείνη και μετά ήταν για μένα ολότελα διαφορετική».
 
Ενθουσιασμένοι από την παράσταση, οι υπεύθυνοι της Capitol ζητούν από τον Davis να ηχογραφήσει η Tina κάτι, έστω ένα single. Αυτός κατορθώνει να έρθει σε επαφή και να συμφωνήσει με την αμερικάνικη Capitol και τη βρετανική EMI για τα δικαιώματα του επικείμενου δισκογραφήματος και στα μέσα Μαίου του ’83,  μετά από μια προσοδοφόρο εμφάνιση στη Σουηδία, η Tina μπαίνει στα Abbey Road Studios. Eκεί συναντά δύο 25χρονους βρετανούς, τον Martyn Ware και τον Glenn Gregory που μαζί με τον επίσης νεαρό Craig Marsh έχουν ένα συγκρότημα synth-pop, τους Heaven 17, που μήνες μόλις πριν έχουν κάνει επιτυχία στη Βρετανία με το “Temptation”. Ειδικά ο Martyn δηλώνει πεπεισμένος ότι η σχεδόν είκοσι χρόνια μεγαλύτερή του τραγουδίστρια έχει πολλά ακόμη να δώσει. Συνηθισμένη από τα session με πολυπρόσωπες μπάντες, η Tina έρχεται για πρώτη φορά με μια νέα πραγματικότητα.
 
«Πού είναι οι μουσικοί; ρώτησα με απορία. Έχοντας συνυπάρξει σε στούντιο ηχογραφήσεων με μεγάλες ορχήστρες όπως του Phil Spector, το βρήκα παράξενο ότι αυτή τη φορά όλος αυτός ο πολυεπίπεδος ήχος προερχόταν από ένα μηχάνημα με κουμπιά, που έμοιαζε με αξονικό τομογράφο. Ο Martyn έφτιαχνε τη μουσική του με συνθεσάϊζερ. Όσο πρωτόγνωρο κι αν μου φάνηκε στην αρχή να τραγουδώ πάνω σε ήχους που δεν προέρχονταν από φυσικά όργανα που έπαιζαν άνθρωποι, αλλά από ένα μηχάνημα, στην πορεία το συνήθισα. Όταν κατάλαβα το πόσες δυνατότητες έδινε αυτό σ’ έναν τραγουδιστή, το βρήκα ενδιαφέρον. Το θέμα ήταν άλλο: Τί θα τραγουδούσα; Δεν υπήρχε χρόνος να γράψει ο Martyn κάτι καινούριο. Μιλήσαμε λοιπόν για ποιά κομμάτια αρέσουν και στους δυό μας και δοκιμάσαμε το “1984” του David Bowie και το "Let's Stay Together" του Al Green».
 
«Την πρώτη φορά που ακούω ένα κομμάτι, τραγουδώ πάνω στη μουσική του, μέχρι να βεβαιωθώ ότι τό’χω, ότι το έχω κάνει δικό μου. Είναι κάτι που έκανα από μικρό κορίτσι, όταν μ΄άρεσε κάτι που άκουγα στο ραδιόφωνο. Όταν είμαι σίγουρη ότι το κατέχω, είμαι έτοιμη να το ηχογραφήσω. Μπαίνω στο στούντιο και γράφω τη φωνή από την αρχή ως το τέλος, κάτι που με διαφοροποιεί από τους περισσότερους τραγουδιστές. Για μένα είναι σα να διηγούμαι μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, δεν μπορώ να την διακόψω. Όταν ηχογραφούσα στο Λονδίνο τοLets Stay Together” ήμουν ερωτευμένη με κάποιον στην Αμερική και έτσι του έδωσα μια διαφορετική χροιά, αρκετά διαφορετική από το ύφος που είχε το πρωτότυπο του Al. Με το που ολοκλήρωσα και τον τελευταίο στίχο, ο Martyn μου είπε ότι είναι έτοιμο. Το είχα τελειώσει με τη μία».
 
Χωρίς κανείς να το περιμένει, λίγο πριν τα Χριστούγεννα του ‘83 το "Let's Stay Together" γίνεται επιτυχία στη Βρετανία (UK#6, 10 - 17/12/83) φτάνοντας μάλιστα μία θέση παραπάνω στα charts από την αυθεντική εκτέλεση του Al Green, 12 χρόνια πριν. Τρεις μήνες αργότερα, γίνεται η μεταλύτερη σόλο επιτυχία της στην Αμερική (US#26, 24/3/84), κάτι που είναι για την Capitol αρκετό. Ο 38χρονος John Carter, ένας από τους παλιούς στο A&R της εταιρίας αναλαμβάνει προσωπικά να αναστήσει την καρριέρα της Tina. Ζητά από τον Ron Davis να φροντίσει να ηχογραφηθεί ένα ολόκληρο lp, και μάλιστα γρήγορα.


«Όταν είσαι στη δισκογραφία τόσα χρόνια, δε γίνεται να μη μυριστείς ότι κάτι που έχεις ηχογραφήσει πάει να γίνει επιτυχία. Όταν το Lets Stay Togetherμε ξανάβαλε στα charts, το πήρα πολύ ψύχραιμα. Αμέσως υπήρξαν και προβλήματα. Κάποιες από τις χορεύτριες του μπαλέττου μου, ζήτησαν αμέσως αύξηση. Προσπάθησα να τους εξηγήσω ότι η επιτυχία στα τσαρτς δε σήμαινε ότι είχαν κιόλας μπει στο λογαριασμό μου και λεφτά. Τα λεφτά έρχονται πολύ αργότερα. Όμως δεν εννοούσαν να το καταλάβουν και διακόψαμε τη συνεργασία μας».
 
Η Tina πετά για το Λονδίνο, όπου μέσα σε δυόμισυ βδομάδες πρέπει να ηχογραφήσει υλικό για ένα ολόκληρο άλμπουμ. Ο Roger πηγαινοέρχεται μ’ ένα Mini Cooper σ’ όλο το Λονδίνο. Συναντά συνθέτες, ατζέντηδες και μάνατζερ και συγκεντρώνει σε μια μεγάλη τσάντα κασσέττες, στις οποίες υπάρχουν τα demo από διάφορα τραγούδια που του δίνουν, έτοιμα για ηψογράφηση. Σε μια απ’ αυτές, βρίσκεται γραμμένο ένα κομμάτι με reggae χρώμα που έχουν γράψει μαζί ο αυστραλός τραγουδοποιός Terry Britten και ο σκωτσέζος μουσικός και συνθέτης Graham Lyle. Έχει τίτλο "What's Love Got to Do With It” και τα τελευταία δύο χρόνια οι άνθρωποι της εταιρίας το έχουν ήδη προτείνει σε αρκετά γνωστά ονόματα –Cliff Richard, Phylis Hyman, Donna Summer. Όλοι τους, για διάφορους λόγους το έχουν απορρίψει, όμως ο Ron Davis είναι πεπεισμένος: η Tina μπορεί να το κάνει τρομερή επιτυχία.
 
«”Τί να το κάνω αυτό το πράμα;” του είπα υποτιμητικά όταν το άκουσα. Δε μου άρεσε καθόλου. Δεν ήταν κάτι που θα τραγουδούσε ο Rod Stewart ή οι Stones. O Roger επέμεινε και με πήγε στο στούντιο να γνωρίσω τον έναν από τους δυό συνθέτες, τον Terry Britten. Συζητήσαμε και του εξέφρασα τις επιφυλάξεις μου. Σε καμία περίπτση δεν ήθελα να κάτω κάτι ελαφρύ, ποπ. Έδειξε να καταλαβαίνει. Κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι θα του κάνω τη χάρη να το πώ, αλλά με το δικό μου τρόπο.You must understand thοugh the touch of your hand makes my pulse react…”. Το είπα με δύναμη, ακατέργαστα, μ’ ένα δικό μου συναίσθημα που βγήκε σα νά’ ταν κάπου κρυμμένο. Κατάλαβα με ποιόν τρόπο ο Roger φανταζόταν το στυλ της ερμηνείας μου, αυτό που μου έλεγε για καιρό».
 
Η Tina ηχογραφεί πυρετωδώς. Με τον Britten στο Λονδίνο την ημέρα και τα βράδια σ’ ένα στιύντιο στην εξοχή που ανήκει στον έμπειρο συνθέτη και παραγωγό Rupert Hine. Ολοκληρώνει οκτώ τραγούδια κι έχει έτοιμο το “Let’s Stay Together”.  Ο Britten της δίνει το δυναμικό "Show Some Respect", ενώ κάνει και την παραγωγή σε μια electro εκδοχή του "I Can't Stand the Rain" της Ann Peebles. Ο Hine, που έχει πιο πρόσφατη την επιτυχία του με τους νεοκυματικούς The Fixx, κάνει παραγωγή σ’ ένα κομμάτι που έχει γράψει η επαγγελματίας συνθέτης Holly Knight, το "Better Be Good to Me". Αυτό ολοκληρώνεται πρώτο.
 

Μ’ ένα άλλο κομμάτι, που συνέγραψε ο Hine με τη σύντροφο και τακτική του συνεργάτιδα Jeanette Obstoj, η Tina θα συνδεθεί αμέσως. Της θυμίζει τη δική της ιστορία και θα γίνει το εναρκτήριο του δίσκου : "I Might Have Been Queen". "I look up to my past/ A spirit running free/ I look down and I'm there in history/ I'm a soul survivor". Ο Roger Davies, παρών κατά την ηχογράφησή του καταθέτει : «Όταν διάβασε τα λόγια, έβαλε τα κλάμματα».
 
Ο Mark Knopfler των Dire Straits προσφέρει ένα κομμάτι που μοιάζει αρκετά με το “Love Over Gold” από το τελευταίο του άλμπουμ. Έχει τον τίτλο "Private Dancer" και πιστεύει ότι χρειάζεται μια γυναικεία φωνή. Λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων, δεν μπορεί να παίξει κιθάρα σ’ αυτό ο ίδιος. Όμως, από το στούντιο περνά ο θρυλικός Jeff Beck, που με κλειστά μάτια αναλαμβάνει το έργο. Ο περίφημος Mel Collins το χρωματίζει με το χαρακτηριστικό του σαξόφωνο.
 
Ο βορειοιρλανδός τραγουδιστής Paul Brady έχει γράψει το γρήγορο "Steel Claw", το οποίο η Tina έχει ήδη στο ζωντανό της ρεπερτόριο. Ο Jeff Beck δε λέει όχι να προσθέσει κι εκεί δύο εκτροχιασμένα hard rock σόλα ενώ τα μέλη των  Dire Straits, John Illsley και Terry Williams το επιταχύνουν. Η διασκευή στο “1984” του Bowie, από τον δέκα χρόνια παλιό δίσκο του “Diamond Dogs” ηχογραφείται κι αυτό και μπαίνει τελευταίο στη δεύτερη πλευρά, κάνοντας τα κομμάτια δέκα. Γεμάτες νεύρο είναι και οι διασκευές στο "Help" των Beatles και το “When I Was Young” των Animals, καθώς και τα "I Wrote A Letter" και "Rock N' Roll Widow" που μένουν έξω από το δίσκο για να χρησιμοποιηθούν στη δεύτερη πλευρά των singles.
 

Το τελικό προϊόν είναι ένα μελετημένο pop/rock μίγμα με περάσματα smooth jazz και R&B, σύγχρονο με την εποχή του, σύμπραξη μιας εντυπωσιακής συστοιχίας από πρώτης τάξης ονόματα στη σύνθεση και την εκτέλεση. Την παραγωγή πιστώνονται οκτώ διαφορετικά ονόματα, απόδειξη του ότι η βιομηχανία κάτι έχει δει για να αναλάβει το ρίσκο να επενδύσει πάνω σε μια ξοφλημένη σαραντάρα με ωραία πόδια που παίζει απαρχαιωμένα στανταράκια για το λιγωμένο κοινό των cabaret του Las Vegas.  
 
Όσο κι αν στο εξώφυλλο και τις φωτογραφίες της παίζει γερά το παιχνίδι του σεξ απήλ, είναι προφανές ότι η Tina δεν είναι κάτι τέτοιο. Το μουσικό υλικό της δίνει την ευκαιρία να απλώσει πάνω του την τραχιά, αισθησιακή φωνή της και να του δώσει το στίγμα της. Δεν είναι μόνο η δύναμη και η ψυχική φόρτιση, είναι και η ενέργεια από την οποία ξεχειλίζει κάθε ερμηνεία. Μια ενέργεια που λες και περίμενε πάνω από δέκα χρόνια να διοχετευθεί. Στο “I Can’t Stand the Rain” οι νότες βγαίνουν μία – μία βασανισμένες από το λαρύγγι της. Το “I Might Have Been Queen” έχει κάτι από γήϊνη ποιότητα του “Proud Mary”. Στο “Steel Claw” βάζει την αγριάδα που βρίσκει κανείς στα πρώϊμα τρακ των Stones. Σε καθένα από τα νέα κομμάτια δίνει τη ζωή που του ταιριάζει, σα μια πολύπειρη ηθοποιός που μετά από δεκαετίες στο σανίδι νιώθει άνετα να φτιάξει μια ανθολογία απ’ τους καλύτερούς της ρόλους. Ακόμη κι αυτόν της «Κατ’ ιδίαν Χορεύτριας», της γυναίκας που την έχουν σπρώξει στο να θέλγει κατ’ επάγγελμα, τον οποίο ερμηνεύει με παραίτηση, μοιρολατρία και αυτοσαρκασμό, συναισθήματα που στο παρελθόν της με τον Ike την έχουν κατ’ επανάληψη ισοπεδώσει. any old music will do”.
 
«Το τραγούδι μιλάει για την πορνεία. “Στ’ αλήθεια, περιμένεις από μένα να πώ αυτό το τραγούδι;”, ρώτησα τον Roger. Mετά όμως σκέφτηκα καλύτερα. Παρ’ όλο που ποτέ στη ζωή μου δεν έπεσα τόσο χαμηλά, υπάρχουν φορές που πολλοί από μας εγκλωβίζονται σε μια θέση που πρέπει υποχρεωτικά να πουλήσουν τον εαυτό τους ως κάτι. Τον καιρό που ζούσα με τον Ike, αυτά τα συναισθήματα, το να κάνεις κάτι που δε θέλεις, αλλά που να αναγκάζεσαι να το κάνεις, τα ζούσα κάθε μέρα».
 
«Καθένα από τα κομμάτια του δίσκου σήμαινε για μένα κάτι μοναδικό. Βρισκόμουν στο Λονδίνο, σε μια χώρα που με είχε πιστέψει από την αρχή της καρριέρας μου, ανάμεσα σε ανθρώπους που νοιάζονταν για το μέλλον μου και που το κοινό ποτέ δε με ρώτησε περιπαικτικά “πού είναι ο Ike;”, όπως στην Αμερική. Πολλές φορές στη ζωή μου αναγκάστηκα να υπερβώ ένα κακό κάρμα που στοίχειωνε κάθε μου ελπίδα, κάθε μου όνειρο. Την περίοδο που έφτιαχνα το “Private Dancer, η ζωή με έρανε, κυριολεκτικά, με καλοτυχία».   
 

Ο δίσκος κυκλοφορεί στις 29 Μαίου του ’84 και αμέσως η Tina βγαίνει σε περιοδεία, ανοίγοντας μ’ ένα σαραντάλεπτο σετ τις συναυλίες του Lionel Ritchie. Το “Private Dancer”, τροφοδοτούμενο από την αστείρευτη ενέργεια των ζωντανών εμφανίσεων μιας περφόρμερ που νιώθει ότι πλέον κρατά την τύχη στα χέρια της, θα καταγράψει για έναν ημερολογιακό χρόνο και πλέον μια πορεία με διαστάσεις δισκογραφικού φαινομένου. Είναι η μεγαλύτερη και πιο απρόσμενη επιστροφή καλλιτέχνη από τα αζήτητα εν έτει 1984. Aπό τα 10 κομμάτια του άλμπουμ, τα 7 θα κυκλοφορήσουν σε single, με πρώτο το “What’s Love Got To Do With It”. Mε τη βοήθεια και ενός βίντεο κλιπ που δείχνει την Tina να περπατά στο Manhattan, ντυμένη με το τζην πουκάμισο, το μίνι, τα ψηλοτάκουνα και το ανατιναγμένο μαλλί, θα καρφωθεί για τρεις συνεχόμενες εβδομάδες στο Νο 1 του Billboard (US#1, 1,8,15/9/84), ενθέτοντας μια για πάντα στη μεγάλη βίβλο της δημοφιλούς μουσικής του 20ου αιώνα μια βεβαιότητα κι ένα άλυτο ερώτημα : (1) What’s love, but a second hand emotion?” και (2) Who needs a heart, when a heart can be broken?”
 
Θα ακολουθήσουν τα "Better Be Good  to Me" (US#5, 24/11/84), "Private Dancer" (US#7, 23/3/85), "Show Some Respect" (US#37, 1/6/85). Τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας του, το “Private Dancer” θα ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 5 εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στην Αμερική και θα της χαρίσει, εκείνη τη βραδιά της 26ης Φεβρουαρίου του ’85, στο Shrine Auditorium τέσσερα Grammy: «Τραγούδι της Χρονιάς», «Δίσκος της Χρονιάς» και «Καλύτερη Γυναικεία Φωνητική Ερμηνεία» για το “What’s Love Got To Do With It” και «Καλύτερη Γυναικεία Ροκ Φωνητική Ερμηνεία» για το “Better Be Good To Me”.
 
Κατά τη διάρκεια της θριαμβευτικής περιοδείας “Private Dancer Tour” τα τραγούδια του άλμπουμ αποκτούν τις πραγματικές τους διαστάσεις πάνω στη σκηνή. 11 μήνες και 177 εμφανίσεις αργότερα – με πλέον ανεξίτηλη την εμφάνισή της στο “Live Aid” στις 13/7/1985 δίπλα στον Mick Jagger - η 46χρονη Tina θα σαγηνεύσει και θα δαμάσει τα ανά τον κόσμο ακροατήρια. Ελεύθερη και για πρώτη φορά έχοντας κατακτήσει το σεβασμό που σε όλη της τη ζωή αγωνιζόταν να αποσπάσει.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου