W.A.S.P.: Διδασκαλείο Ακολασίας, est. 1985

23/08/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

756

Έχει επισήμως κυκλοφορήσει από τις 17 Αυγούστου 1984. Καλώς ή κακώς, σαν από φιλμ με κόκκο στην εικόνα χρόνια της OΜΠΡΕ και της “Victoria”, ο πρώτος δίσκος των W.A.S.P. δε θ’ αργήσει μέσα σ’ ένα χρόνο να γίνει ένα από τα κρίσιμα και πολυσυζητημένα αντι-ευαγγέλια της νεαρής και ακόμη υπό διωγμό τότε θρησκείας του heavy metal.

 

Το τί εστί W.A.S.P. πολλοί στην ουσία το μάθαμε πριν τους ακούσουμε, από το περιοδικό “Heavy Metal”:
Στο τρίτο μόλις τεύχος, του Φεβρουαρίου’85, είδαμε τη φωτογραφία με τον Blackie Lawless να πετσοκόβει ένα κομμάτι κρέας με τσεκούρι, σ’ αυτό του Μαρτίου να χαμογελάει δαιμονισμένα στο εξώφυλλο, στου Μαΐου είδαμε να εκτίθεται «Αφιέρωμα» στη μπάντα και τον Οκτώβριο διαβάζοντας την «Αποκλειστική Συνέντευξη», δε γινόταν να μην παρατηρήσουμε την ολοσέλιδη φωτογραφία με τον Blackie να πίνει αίμα από’ να κρανίο, το οποίο, τρομωδώς για την εποχή του «Εφιάλτη Στο Δρόμο Με Τις Λεύκες», δεν έκανε και μπαμ ότι είναι ψεύτικο.  
 
Δεν ήθελε και πολύ να πάρουμε γραμμή. Εδώ το πράμα δεν είναι να το πάρει μάτι κανένας γονιός ή καθηγητής, πάμε γραμμή γι’ αποβολή και τα περιοδικά θα καταλήξουν στην καρότσα του σκουπιδιάρικου.  
 
Ωστόσο, το δίσκο ελάχιστοι τον είχαν στην κατοχή τους κι αυτοί δεν τον πολυέδειχναν. Αντιστρόφως ανάλογοι όσοι μιλούσαν γι’ αυτόν. «To W.A.S.P. σημαίνει “We Are Satan’s Preachers”». «Όχι, “We Are Sexual Perverts”, δηλαδή σεξοδιαστροφικοί». «“White Anglo Saxon Protestants”, το λέει στο στίχο ένα κομμάτι». Διάχυτη η πεποίθηση ότι πρόκειται για το ηχητικό ισοδύναμο της μικρής Ρήγκαν Μακ Νηλ του Εξορκιστή, αν έβγαινε σε πικ νικ με τον Τζέϊσον Βούρχης απ’ το «Παρασκευή και 13». Ένα και μοναδικό κομμάτι είχαμε ακούσει, σε εκκωφαντική ένταση, από κασσέττα γραμμένη με «διάφορα», αυτό με την απαγορευμένη τη λέξη στον τίτλο, που σε βούταγε απ’ τα μούτρα γδέρνοντάς σου τα μάγουλα και σού’λεγε ότι το αιμοσταγές ξωτικό που τραγουδάει δεν αστειεύεται.  
 


H ίδια η Capitol Records απαγόρευσε να συμπεριληφθεί το συγκεκριμένο κομμάτι στο δίσκο, τηλεγραφώντας την αιτιολογία στο μάνατζμεντ των W.A.S.P. με τα ακόλουθα λόγια: «Δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο τραγούδι όπου γίνεται μη αποδεκτή χρήση λέξεων από αυτές που κρίνονται διαχρονικά μη ανεκτές στην εμπορική δισκογραφία. Είναι ένα τραγούδι για ζωώδες σεξ χωρίς καμία συναισθηματική ή ερωτική διάσταση, κάτι που μπορεί να διαφθείρει τη νεολαία».  
 
Όμως, ακόμη κι αν το κομμάτι κυκλοφόρησε μόνο σαν ανεξάρτητο single, είχε με κάποιο τρόπο φτάσει στη μεταλλίζουσα νεολαία. Γιατί τέτοια διαφθορά ταξιδεύει πιο γρήγορα με την απαγόρευση. Και το “Animal” είχε ήδη ταξιδέψει όχι μόνο στην Καλιφόρνια, την Όμαχα, το Λονδίνο και το Ουισκόνσιν, αλλά και στα Κάτω Πατήσια. Με άλλα λόγια, όπως τoν Αύγουστο του ’85 το έθεσε σε διαβούλευση εν κλειστώ εξέχων θαμών της Όμπρε ονόματι Μπιλ απ’ τα Γκράβα «Τί πα’ να πει να γαμάς σαν κτήνος, ρε μάστορα, εδώ στην τσίλια πάμε να βελτιώσουμε το χούφτωμα χωρίς κρεββάτι. Πού βάζεις τον πήχυ, ρε Μπούμπκα;». Μας είχαν μπει ιδέες.  

Το συγκεκριμένο τραγούδι, όπως και όλα τα υπόλοιπα του δίσκου ήταν προϊόντα ενός μυαλού στα αυλάκια του οποίου κόχλαζαν από χρόνια ανησυχία, απόγνωση, ματαιωμένα όνειρα και κυρίως, πηχτή οργή. Ανήκε στον Steven Edward Duren, ο οποίος, γεννημένος στο Staten Island της Νέας Υόρκης το Σεπτέβριο του ’56 σε οικογένεια φανατικών Βαπτιστών, είχε από πρώτο χέρι δοκιμάσει τί εστί φονταμενταλισμός. Ο οποίος, αφού μετακόμισε αδέκαρος στο L.A. το ’76 δεν έχασε ποτέ από τα μάτια του το όραμα του να γίνει, με κάθε τρόπο, ένα πρόσωπο που θα ξεχωρίσει από το σωρό. Με κάθε τρόπο και με κάθε κόστος. Όταν εκεί συνάντησε δύο χρόνια νεώτερό του Chris Holmes, ένα δίμετρο βουνό με ροπή στην κραιπάλη, άρχισαν μαζί να εργάζονται για να το υλοποιήσουν. Και, μετά από δύο - τρεις απόπειρες με μουσικά σχήματα που κρατούσαν φανερά από το shock rock του Alice Cooper και από το παρακμιακό ροκ-εν-ρολ της Νεοϋορκέζικης glam σκηνής των ’70, έφθασαν, μέσα στο ’82 καταστάλαξαν στους W.A.S.P..
Ο Steven Duren αλυσσόδεσε τις μνήμες και τις ουλές – την αυστηρή πειθαρχία στη στρατιωτική σχολή, τις ενοχές της θρησκόληπης ανατροφής και τις μετωπικές με τον αυστηρό του πατέρα – αναβαπτίστηκε σε Blackie Lawless και ορκίστηκε να δώσει στο κοινό ό,τι κανείς δεν τολμούσε μέχρι τότε να τους δώσει. Ένα εισιτήριο για τριπ χωρίς επιστροφή στο αχαλίνωτο.  
 

«Ήμασταν τέσσερα ατυχήματα που προσέμεναν τον τόπο για να ξεσπάσουν όλα μαζί», θα πει αργότερα για τα μέλη της μπάντας του ο Blackie. «Οργισμένοι με τους πάντες και τα πάντα. Σαν τα αδέσποτα σκυλιά που κάθε μέρα τρώνε κλωτσιές απ’ όποιον περνά δίπλα τους, κι εκείνα περιμένουν την επόμενη φορά, για να μπήξουν τα δόντια τους γερά στον επόμενο τυχόντα που θα τα πονέσει».  
 
Το δίσκο, μέσα στο '85, τον εύρισκες κυρίως εισαγωγής, κάπως πιο εύκολο την ελληνικής παραγωγής κασσέττα της EMI/Capitol. Απ’ έξω, ο σκελετός, δεμένος χειροπόδαρα σ’ ένα ικρίωμα στολισμένο με αιχμηρά κόκκαλα, πάνω στα βράχια, τα καρκάλια από γελάδια που τά’ φαγε η έρημος και δεξιά κι αριστερά στο φόντο, τα γλαρά μάτια μιας σκοτεινής ύπαρξης. Οι τέσσερις W.A.S.P., αραγμένοι σαν προσεδαφισμένα όρνια ντυμένα με δερμάτινα πάνω στα faux βράχια, μεταλλαγμένοι συμμορίτες απ’ το Warriors του Walter Hill, κουρνιασμένοι σε μια κοκκινόμαυρη neverland.  
 
Όσο για το τί βρισκόταν στα αυλάκια, ακόμη και χωρίς εκείνο το απαγορευμένο, που η μπάντα ήθελε να είναι το πρώτο κομμάτι, ο δίσκος είναι η επιτομή του αμερικάνικου μέταλ της δεκαετίας του ’80. Ένας ήχος με την εμμονή και τη μοχθηρία μιας ταινίας splatter όπου ένας - ένας οι πρωταγωνιστές μακελεύονται κι ο τελευταίος, που τη γλυτώνει, είσαι συ. Η φωνή του Blackie λυσσασμένη, χωρίς ίχνος από την θετική ενέργεια ενός Brian Johnson, πιο μπάσα - και γι’ αυτό πιο τρομακτική - απ’ το στρίγγλισμα του Udo, μακρόσυρτα διαολισμένη, να οδηγεί τα πριόνια των Chris Holmes και Randy Piper σε μια ακολουθία από σφυροκοπηματικές επιταγές.  
 
Γρήγορο ρούλο ντραμς και το πρώτο κομμάτι έρχεται καταπάνω σου σαν εκείνα τα πειραγμένα αυτοκίνητα από το “Mad Max II– Τhe Road Warrior”, με το γκάζι στο τέρμα, γεμάτο λόγχες και δρεπάνια στις ρόδες. Το μήνυμα είναι ένα ανίερο πιστεύω που στο τρίβει στη μάπα ο σεληνιασμένος του οδηγός το. Στο κουπλέ :  

“I want shiny cars and dirty money - Lots of rock and roll
I will live in fame and die in flames - I'm never gettin' old”
 
 

 
Καπάκι κάνει fade in η βαρβαρική ωδή που επιγράφεται ως “Love Machine”, με μια άρρωστη μελωδία καβάλα σ’ ένα ογκώδες μπάσο. What can I do for you? - Am I your wildest dream? - What do I move in you? – Am I what I seem?” ακούγεται να ρωτάει ο Blackie, βεβαιώνοντάς σε ότι έχει αιχμαλωτίσει το θηλυκό αντικείμενο του πόθου του, προς το οποίο υπογραμμίζει if you try to love me, You'll not be the same!” με μια κραυγή που οδηγεί ίσια στο εθιστικό ρεφραίν.  
 
Τα τύμπανα τσεκουρώνουν
, ξυλοφορτώνουν, ενώ τα υστερικά, κακόφωνα, παραλλασσόμενα σαν φιδίσιος εφιάλτης σόλο το Holmes φτύνουνε το δηλητήριο κάθε λίγο και λιγάκι. Το “The Flame” στέλνει για ευχέλαιο ο,τιδήποτε έχουν γράψει οι Kiss μετά το “Love Gun”. Το “B.A.D.” σηκώνει το κεφάλι ανάλγητα αντιγονεϊκό (“it’s the bloody things you do!”), ενώ το “School Daze” εκμηδενίζει την πιθανότητα να σε αγγίξει ξανά το “School’s Out” του Alice Cooper, με το στίχο “I’ m here doin’ time – My age is my crime” και την για σχολικό ποινολόγιο ομολογία παραβατικής προμελέτηςA firebell is ringin' hell and I'd sure love to see it blaze - BURN IT DOWN!”.  
 
Η δεύτερη πλευρά ξεκινά μ’ έναν ντραμ αναβρασμό απ’ όπου βγαίνει μαινόμενος ο biker άνεμος του “Hellion(Well child, you're sweatin' and you're stoned - That alcohol you downedmakes you crazy”). Το “Sleeping (In The Fire)” αρχίζει με ακουστική κιθάρα, όμως κάθε άλλο παρά μελιστάλαχτο τραγουδάκι είναι. Κόβει ταχύτητα, αλλά παγώνει το αίμα την υπνωτιστική μάντρα του ρεφραίν (“Taste the love - The Lucifer's magic that makes you numb - The passion and all the pain are one”).  
 
Πριν συνέλθεις εκτοξεύεται άλλο ένα μιαρό dom παραλήρημα (On your knees, yeah you shall be, cos I want you), ενώ για το τέλος, έρχεται το δίδυμο από κομμάτια που, όπως διαβάζουμε και στο «Αφιέρωμα» του Μαίου, στηρίζουν και το ζωντανό τους show. Ήχοι από τρυπάνια, αλυσίδες και τροχούς εισαγάγουν το εφιαλτικά χορωδιακό “Tormentor”, στο οποίο Blackie παίζει όλους τους ρόλους κακών στην πρώτη στροφή (“I'm a liar and I'm a cheat - I have no morals and I'm a thief- Pillage and plunder, curse those who enter - I am a killer and tormentor), ενώ ο δίσκος κλείνει με το “The Torture Never Stops” που σέρνει από τα μαλλιά τις εικόνες που βλέπουμε στις φωτογραφίες του “Heavy Metal”, ξανά και ξανά:
Ο Blackie γουρλώνει τα μάτια και μορφάζει σαν επικίνδυνος τρόφιμος ψυχιατρείου που έχει κόψει μόνος του τα φάρμακα, το ικρίωμα με πάνω του αλυσσοδεμένο το ημίγυμνο μοντέλο, τις δύο γιγαντιαίες κεκροκεφαλές «με ύψος εφτά πόδια και πλάτος δώδεκα», «φτιαγμένες από τον άνθρωπο που έφτιαξε το Ναό της Δευτέρας Παρουσίας για την ταινία με τον Indiana Jones», τα κομμάτια ωμού βοδινού κρέατος που πετιούνται στο κοινό, «για να το αναγκάσουν να εμπλακεί με αυτό που συμβαίνει στη σκηνή», έχοντας μετατρέψει το χώρο της συναυλίας σε πολυσύχναστο χασάπικο κάπου ανάμεσα από τα Σόδομα και τα Γόμορρα.  
 

 
Αυτό δεν είναι δίσκος, είναι κατηγορητήριο φορτωμένο με τα αδικήματα του μισού ποινικού κώδικα κάθε ευνομούμενης πολιτείας του δυτικού κόσμου. Βίαιο σεξ, ναρκωτικά, εμπρησμοί, πορνεία, σαδισμός, βανδαλισμός, σταρχιδισμός, κτηνωδία, αναρχία. Σε τόσο αθρόες δόσεις και με τόσο επιθετικό ήχο, ώστε στη νυσταλέα γυμνασειολυκειάδα των χρόνων της Αλλαγής, να προκαλέσει, και μπορούσες να το δεις, τρεις δέσμες αντιδράσεων.
Πρώτη, η συντριπτική πλειοψηφία των Ντουράν Ντουράν, της Μαντόνα και του Πρινς, αν κι εφόσον υπέπεσαν οι WA.S.P. στην ακτίνα της αντίληψής τους, να γυρίσει αηδιασμένη την πλάτη, χλευάζοντας. Δεύτερη, μια μικρή μέταλ μειοψηφία να γουστάρει που η πλειοψηφία φρικάρει, αλλά να διστάζει να ταυτιστεί με τα τόσο ωμά μηνύματα. “Sex and pain insane, they're really the same - Misused and confused, bound and tied”. «Τί, δηλαδή; Εγώ την Τούλα τη γουστάρω, αλλά όχι να τη δέσω κιόλας». Τρίτη, μια υποδιαίρεση της μέταλ μειοψηφίας, ερχόταν κατάφατσα με ένα καίριο ιδεολογικοβιολογικό δίλημμα: Ναι, εντάξει, ωραίο, I'm a hundred degrees, with wild fantasies - And I need someone to make it”, αλλά μπας και άμα αφήσω τα γκέμια στο κάτω κεφάλι, με μαζέψουνε σε κανα Τμήμα;  
Το σοκ της ακρόασης έγινε ακόμη πιο ισχυρό όταν ο ήχος συνοδεύτηκε με κινούμενη εικόνα. Στο βίντεο κλιπ του “I Wanna Be Somebody”, ιδωμένο μια και μόνη φορά στο υπόγειο της Νίκαιας, ο Blackie φοράει πράγματι τις πριονωτές λεπίδες στα μπράτσα, σκέκεται και αναπηδά σα σατανική ακρίδα γύρω – γύρω κρατώντας ένα μπάσο όλο αιχμηρές γωνίες, ξεχειλώνει το λαιμό του κουνώντας τον σ’ ένα δαιμονισμένο headbanging εκατόν ογδόντα μοιρών και πίνει αίμα απ’ το κρανίο, ενώ ο Chris Holmes χύνει πάνω του τη Budweiser και τσαλακώνει το τενεκεδάκι δείχνοντάς μας τις μασέλες του σαν άγριο ζώο. Όλα στάζουν κίνδυνο.
Στο “Love Machine”, η καθωσπρέπει ξανθούλα που δεν καταδέχεται να δώσει ούτε μισό φιλί για καληνύχτα στον ξενέρα που τη γυρίζει σπίτι, όταν πέφτει για ύπνο παραδίδεται στη φαντασίωση. Την παραλαμβάνουν πέντε ιέρειες με λευκά εσώρουχα και μέσα στ’ όνειρό της βρίσκεται παγιδευμένη σ’ ένα ορθογώνιο ενυδρείο, φωτισμένο μ’ ένα απόκοσμο γαλάζιο. Γύρω της, ιέρειες και WA.S.P. δίνουν οργιακή υπόσταση στο υποσυνείδητό της, καθώς μας τη δείχνει πάνω στο κρεββάτι να έχει εφιάλτες. Θέλει κάτι δυνατό, όχι χλιαρό. Κάτι να την συνταράξει, όχι να της ανοίγει την πόρτα ευγενικά.  

Ένας δίσκος σκέτο fantasy trip, άρρηκτα δεμένος με την εποχή της Ρηγκανικής καθωσπρεπυποκρισίας, έξω από την οποία δύσκολα μπορεί να αποτιμηθεί. Ακόμη κι ο ίδιος ο δημιουργός του έφτασε να τον χαρακτηρίσει «υπερβολικά βίαιο» και «αρνητικά φορτισμένο», αφού πρώτα βασανίστηκε από την καλλιτεχνική φυλακή στην οποία τον παγίδευσε η επίδραση που άσκησε η γέννησή του, από τον Αύγουστο του ’84 και μετά.  
 
Δεν είναι απλό πράμα να σπάς με κλωτσιές και ουρλιαχτά τη διπλοκλειδωμένη πόρτα των αναστολών που έχει εγκαταστήσει η κοινωνία στα μυαλά των ανά τον κόσμο 15χρονων και μετά να θέλεις ως δημιουργός να σε αφήσουν «να ωριμάσεις». Τί Lawless και τί lawful, την έκανες τη ζημιά. Και είσαι ισόβια ένοχος, ως κατηγορείσαι.  
 

Παναγιώτης Παπαϊωάννου