Robert Plant: “Carry Fire”

24/10/2017

Κατηγορία: Κριτικές

837

To 11o σόλο άλμπουμ του Robert Plant είναι μια σημαντική δισκογραφική στιγμή της χρονιάς. Απαλλαγμένος από αχρείαστα εμπορικά βαρίδια, ο άνθρωπος που απόλαυσε τόσα πολλά και όρισε περισσότερα για πάρα πολλούς τον τελευταίο μισό αιώνα στη μουσική, μετά το “Raising Sand” δέκα χρόνια πριν, συνεχίζει την αναζήτησή του.

 

Μια αναζήτηση με κριτήρια της προσωπικής του μουσικής αισθητικής. Πυξίδα του παραμένει το παρελθόν, αλλά όχι μόνο το δικό του. Κυρίως αυτό της παράδοσης της μουσικής του κόσμου. Mιας world music προσέγγισης, που συνεχίζεται μετά το προηγούμενο έξοχο άλμπουμ του, Lullaby And… The Ceaseless Roar” τρία χρόνια πριν. 
Ο Plant ακούγεται σα νά’ χει βρει τον προορισμό του: μετά από τρεις και πλέον δεκαετίες περιπλάνησης, είναι πίσω στις ρίζες του. Είναι εξάλλου το πρώτο άλμπουμ του εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία που ηχογραφείται με το ίδιο πιστό πλήρωμα. Το κουαρτέτο των Sensational Space Shifters” (από το όνομα και μόνο είναι σαφές ότι ο Percy αναζητά την αναπομπή στους πειραματισμούς του ξεκινήματός του, στα μέσα των ‘60s) είναι οι ίδιοι που χρωμάτισαν το Lullaby…”. Αυτοί και συνυπογράφουν τα 10 από τα 11 κομμάτια του “Carry Fire”.
«Κάποιοι φαίνεται ότι δεν το καταλαβαίνουν» δήλωσε πρόσφατα ο 56χρονος Justin Adams, ο ένας από τους δύο κιθαρίστες του γκρουπ του Plant, αυτός που θεωρείται ο «εξειδικευμένος» στους μεσανατολικούς και αφρικανικούς χρωματισμούς. «Ρωτάνε πώς γίνεται την ίδια στιγμή να σ’ ενδιαφέρουν τα blues και η λατρευτικές μουσικές του Πακιστάν. Λοιπόν, ασφαλώς και δεν είναι από γεωγραφικό ενδιαφέρον. Έχει να κάνει με τη δύναμη της μουσικής να σε μεταφέρει σε αλλού. Με τους ρυθμούς που σε κάνουν να νιώθεις, να προαισθάνεσαι, το δέος για το μουσικά άγνωστο».
Το άλμπουμ ανοίγει με το "The May Queen" που αβίαστα φέρνει στο μυαλό τον στίχο του Stairway to Heaven". Ο Plant σιγοτραγουδά για το πώς «το φως του γίνεται μουντό» την ώρα που τον κυκλώνει ένα έγχορδο κύμα ψυχεδέλειας και μεσανατολικής αμμοθύελλας.
Το "Prodigal Son", με το βιολί να το σημαδεύει, μοιάζει ν’ ακολουθεί ένα gospel blues μονοπάτι, ενώ το “Seasons Song” υμνεί τον τρελλό ερωτα με την ωριμότητα μιας άλλης, προχωρημένης, ηλικίας, που όμως δεν ξεχνά την τρυφερότητα του “Thank You”. Υπνωτικές κιθάρες τονίζουν το μυστικισμό του "New World", θυμίζοντας τον ήχο του προ σχεδόν εικοσαετίας “Walking Through Clarksdale” που έκανε ο Plant με τον Page. Στο “Keep It Hid” έρχεται η συγκριτικά πιο «μοντέρνα» νότα, με το ηλεκτρονικό ρυθμικό υπόβαθρο (τό’ χει ξαναδοκιμάσει αρκετές φορές μετά το Mighty Rearranger” του 2006) να μας επιφυλάσσει ένα παραδοσιακό blues σόλο για αντίστιξη.
Ο Plant έχει εγκαταλείψει τον πειρασμό πολλών συνομηλίκων του να νεάσει. Χρησιμοποιεί τα παλιά υλικά για να εξάρει το πνεύμα στη θέση των πρωτόγονων ενστίκτων, όπως στο "Bluebirds Over the Mountain", ένα σπάνιο 45άρι από έναν ελάχιστα γνωστό τραγουδιστή του rockabilly, τον Ersel Hickey. Το κομμάτι είχε ηχογραφηθεί το ’58 και ακούστηκε περισσότερο από την εκτέλεση των Beach Boys 10 χρόνια αργότερα. Κι όμως εδώ ακούγεται σα να υπήρχε από πάντα και να ήταν το ίδιο νεαρό, ακόμη κι αν η ηλικία των δύο φωνών που το ερμηνεύουν –ένα αισθαντικό ντουέτο Plant και Chyssie Hynde- αγγίζει αθροιστικά τα 150 χρόνια.


Το άλμπουμ αποπνέει συνολικά αυτή την αίσθηση, ότι τα τραγούδια του είναι άχρονα, ότι έρχονται από μακριά και προορίζονται επίσης να διανύσουν επερχόμενες από το μέλλον εποχές και συνθήκες. Παρά την παραδοσιακή προσέγγιση σε όργανα και ενορχήστρωση, «νιώθεις την ηλικία στα κόκκαλά τους, αλλά ακούγονται φρέσκα», όπως γράφτηκε στον αγγλικό τύπο για την αίσθηση που δίνουν τα τραγούδια. Κι αν αναπόφευκτα ενεργοποιούνται κάποια αντανακλαστικά για τις κάπως όψιμες σ’ αυτήν την ηλικία και εποχή πολιτικές ανησυχίες του ανθρώπου που έχει παραδεχθεί ότι νιώθει “emphatically British” στα “Bones of Saints” (“Who buys the bullets? Who sells the guns?”) και Carving Up the World Again … A Wall and Not a Fence” (“Emperors and sultans, kings and presidents - Dictators and ambassadors engaged in our defense”), έρχονται κομμάτια όπως το πυρετώδες ομώνυμο, να μας θυμίζουν ότι το κέντρο βάρος της μουσικής του πρότασης είναι αλλού.
Χωρίς να αποφεύγει κάποια ελεγχόμενα ανεβάσματα, η φωνή του Plant ποντάρει σαφώς στην εκφραστικότητα, εδώ και πολλά χρόνια. Το ατμοσφαιρικό υπόβαθρο ρέει από το ένα track στο άλλο με τρόπο που περισσότερο από άλλες φορές θυμίζει Led Zeppelin III. Πλούτος επιρροών, από βορειοαφρικάνικους ρυθμούς, roots Americana, βρετανική πρωτοψυχεδέλεια της νιότης του, σ’ ένα μίγμα ακουστικής – ηλεκτρικής – ρυθμικής – ονειρικής προσέγγισης που εμπλέκει όλο και περισσότερο με κάθε ακρόαση. Ο άνθρωπος αυτός πείθει ότι έχει ακόμη πολλή μουσική μέσα του. H ασίγαστη αναζήτησή του είναι και η παρακαταθήκη του.  Ένας σοφός γέρων, ένας μουσικός νομάδας, με παρελθόν που πάντα θα προκαλεί δέος, ακούγεται αγέρωχος και δείχνει προς το αύριο.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου