Simple Minds: “Walk Between Worlds”

17/02/2018

Κατηγορία: Κριτικές

1179

Αφήνοντας στην άκρη τον κέλτικο φολκ – ροκ χαρακτήρα που χαρακτήρισε το νωχελικό, κάπως τεμπέλικο “Acoustic”, οι Σκωτζέζοι Simple Minds, έχοντας συμπληρώσει ακριβώς 40 χρόνια από το ξεκίνημά τους, κάνουν στροφή στο post punk παρελθόν τους για να αντλήσουν εμπνεύσεις από εκείνα τα στοιχεία που τους έκαναν τόσο δημοφιλείς.

 

Κι αφού συνθηκολόγησαν με τις ποπ επιρροές τους κατέληξαν στα πρώτα ντέμο ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2014, λίγο μετά από την ολοκλήρωση του “Big Music”.
Η επιστροφή τους τον Φεβρουάριο του 2018 σηματοδοτεί το 18ο άλμπουμ για το συγκρότημα, το απόλυτα ηλεκτρονικό “Walk Between Worlds” για να παρουσιάσουν με μια νέα δυναμική ένα δυνατό μουσικό σύνολο από 8 (+ 3 στη deluxe έκδοση) dance rock, σκεπτικιστικά κομμάτια που ξεχειλίζουν από παντού ενέργεια - σήμα κατατεθέν του χαρακτήρα τους από τα ΄80’s - ειδικά σε ό,τι παρεμβλήθηκε ανάμεσα στο “Real to Real Cacophony” (1977) και το “Once Upon a Time” (1985) - και μπόλικη νοσταλγία.
Για την ιστορία και μόνο, αναφέρεται ότι η αρχική ιδέα ήταν να κυκλοφορήσουν δύο ξεχωριστά άλμπουμ, ταυτόχρονα. Το πρώτο θα δανειζόταν τον τίτλο του από το ομώνυμο σινγκλ, “Walk Between Worlds” και το δεύτερο θα έφερε την ονομασία “Nostalgia”. Η ιδέα εγκαταλείφθηκε και κυκλοφόρησε μόνο ένα άλμπουμ με την πρώτη ονομασία.  
Από την παλιά σύνθεση του γκρουπ συναντάμε πρωτίστως την ψυχή του, τον Jim Kerr (φωνητικά) με τον μακροχρόνιο, παλιό του συνεργάτη, κιθαρίστα (και κημπορντίστα), Charlie Burchill.
Το υπόλοιπο line up απαρτίζουν ο ντράμερ, Mel Gaynor, ο μπασίστας Ged Grimes, η τραγουδίστρια Sarah Brown (με συμμετοχή και στο “Big Music”), o επίσης κιθαρίστας Gordy Goudie, η (εξαίρετη) Cherisse Osei στα τύμπανα και η Catherine Anne Davies στα κήμπορντς, χωρίς να λείπουν  και μερικές άλλες γκεστ συμμετοχές. Τη σκυτάλη της παραγωγής έχουν τα ίδια πρόσωπα με τα προηγούμενα άλμπουμ (“Big Music” και “Acoustic”), οι Andy Wright, Gavin Goldberg και οι Simple Minds.
Ο δίσκος ανοίγει με  το ατμοσφαιρικό, μπιτάτο (αλλά και κάπως συγκρατημένο) “Magic”, μια μουσική αντανάκλαση από τα 80’s παραπέμποντας στους δίσκους “Sons and Fascination” και “New Gold Dream” και σε κομμάτια όπως τα “Promised You a Miracle” και “All the Things She Said”.
Η δραματική ερμηνεία του Kerr με φωνητικά σαν κραυγή από την κορυφή ενός ψηλού λόφου, αναδεικνύεται μέσα από τα «υδραυλικά» συνθ,  τα θορυβώδη, από συναυλία βγαλμένα ντραμς, την παλλόμενη μπασογραμμή και την επηρεασμένη από Edge (U2) κιθάρα του Burchill. Το ίδιο (αν όχι περισσότερο) δυνατό το “Summer”. Το ηλεκτροφόρο σφυροκόπημα της κιθάρας, του μπάσου και των ντραμς δίνουν μια άλλη εκδοχή για το πολυτραγουδισμένο καλοκαίρι.


Τρεμοπαίζοντας το “Utopia” θυμίζει τη συνήθεια να εξιδανικεύουμε το παρελθόν, κρατώντας μόνο τις καλές αναμνήσεις. Σε μία άλλη ανάγνωση, μεταφέρει ένα μήνυμα και για την ίδια τη μπάντα, ότι δεν της αξίζει να ξεχαστεί μέσα στη δίνη της θορυβώδους μουσικής βιομηχανίας. Κάτι σαν το “Don’t you (Forget about me)” του οποίου η διαχρονικότητα χρωστά πολλά και στον τίτλο του, που ξεκάθαρα τραβά όλη την προσοχή στο συγκρότημα.
Το τρακ ορόσημο του άλμπουμ, “The Signal and the Noise” θυμίζει τα indie σινγκλς που έκαναν δημοφιλές το γκρουπ στην αρχή της καριέρας του. Με τις κιθάρες να δίνουν την απαραίτητη ένταση, τα έξοχα συνθ να κουμπώνουν τέλεια στον κυρίαρχο ντίσκο ηλεκτρονικό ρυθμό και τα απόκοσμα backing vocals, ο Kerr προτρέπει τους ακροατές του να βγάλουν τα ακουστικά τους και να απελευθερωθούν για να δεχτούν τα νέα ερεθίσματα (του ίδιου του άλμπουμ): “There’s a feeling that takes over/and it has no fear/when you’re caught between the signal and the noise”.
Η ευλαβικά τηρούμενη ηλεκτρονική διάθεση είναι εξίσου διάχυτη και στα “Silent Kiss”, που ξεδιπλώνεται η μελωδικότητα της φωνής του Kerr, “Angel Underneath My Skin” της deluxe έκδοση και “In Dreams” με τα εντυπωσιακά του συνθ.
Το “Barrowland Star” δανείζεται τη θεματική του από την περίφημη αίθουσα χορού της Γλασκόβης, που έχει φιλοξενήσει και αρκετές εμφανίσεις του συγκροτήματος στο παρελθόν. Με τα συνθ κι εδώ να βρίσκονται στο προσκήνιο, με τον τρόπο των OMD, περισσότερο όμως ροκ γράφοντας  οι κιθάρες στο τέλος του κομματιού τον επίλογο διθυραμβικά και να κλέψουν την παράσταση.
Εντελώς διαφορετικό το εσωτερικό και από live εκτέλεση “Dirty Old Town”, μια διασκευή του ομώνυμου κομματιού του Ewan MacColl, όπου συναντάμε τον Kerr και τη Brown σε ένα όμορφο, ταιριαστό ντουέτο.
Ως τελικός απολογισμός, το “Walk Between Worlds” έρχεται με φόρα, κατευθείαν από τις παλιές, καλές «ηλεκτρονικές» μέρες των ‘80’s θυμίζοντας σε αρκετά σημεία τα πρώτα βήματα των Depeche Mode αλλά και των Simple Minds που μας κάνουν εμφανές ότι σέβονται τις ρίζες τους και δεν διστάζουν να ανατρέξουν εκεί. Και ασφαλώς οι οπαδοί της electro pop θα αποτίσουν τον δέοντα φόρο τιμής.
Οι υπόλοιποι το πιο πιθανό είναι να μην πειστούν  (αν και ποτέ δεν είναι αργά). Το μόνο σίγουρο είναι ότι πολύχρονη πείρα και οι συνεχόμενες επιτυχίες των Simple Minds τους επιτρέπουν να πατάν γερά στα ποδιά τους και να αποπνέουν αυτοπεποίθηση, κάνοντας τους δίσκους που θέλoυν, χωρίς να νοιάζονται για τη γνώμη των άλλων. Κάτι που έγινε αντιληπτό από το στήσιμο και την άνεση του Kerr όταν παρουσίαζε το “Acoustic” στις συναυλίες για την προώθησή του, την προηγούμενη χρονιά.
Και (σε κάθε περίπτωση) όπως και να ‘χει σίγουρα θα βρεθούν εκείνοι που θα υποκύψουν στη γοητεία των λεπτοδουλεμένων τόνων του “Walk Between Words”, στο καθαρό όραμα των στίχων του και την άρτια ερμηνεία του Kerr.
Έχοντας κάπως έτσι την ευκαιρία (και την τύχη) να περιδιαβούν τους μουσικούς δρόμους των ‘80’s με κατάληξη το σήμερα, εκεί που συνεχίζει ακόμη το ταξίδι του ένα τεράστιο συγκρότημα, ένα ταξίδι που φαίνεται ότι (ευτυχώς) δεν θα έχει σύντομο τέλος.

Μαρία Γεωργιάδου


// Old Time Rock

// Live Favorites