Lenny Kravitz: "Raise Vibration"

29/11/2018

Κατηγορία: Κριτικές

339

Είναι αλήθεια ότι ο Lenny Kravitz υπέφερε κάπως από τις προσπάθειες των ειδημόνων μουσικού τύπου και βιομηχανίας να τον κατηγοριοποιήσουν, για το μεγαλύτερο μέρος από τα τριάντα χρόνια που μετράει η μέχρι σήμερα δισκογραφική του πορεία.

 

Είναι αλήθεια ότι στα ηχογραφήματά του οι επιρροές του ήταν πάντα προεξέχουσες, σε σημείο να εγείρει ερωτήματα αντιγραφής ύφους διαφόρων, κατά τρόπο ετοιμοπαράδοτο προς τις νεώτερες γενιές, όσο βέβαια και θαυμασμό για το πόσο καλά αποδίδει την προέκταση των προθέσεων του εκάστοτε πρωτοτύπου καλλιτέχνη, από τον Hendrix ως τον Stevie Wonder και τους Funkedelic, με την ασφάλεια της φυσικής απουσίας του πρωτοτύπου. Είναι επίσης αλήθεια ότι η βιομηχανία των τελευταίων τριάντα χρόνων τον κολάκευσε και τον αντάμειψε αρκετά, αξιοποιώντας τον αφρό από την συνθετική του παραγωγή για hits της Madonna και του Michael Jackson.
Με το 11ο άλμπουμ του, ο Lenny επιχειρεί μια προσωπική κατάθεση για όσα αυτή την περίοδο της ζωής του στιγμή θεωρεί σημαντικά. Παίζει σχεδόν όλα τα όργανα ο ίδιος, βοηθούμενος μόνον από τον επί χρόνια συνεργάτη του κιθαρίστα Craig Ross και τον πιανίστα και ενορχηστρωτή DavidBaron. Το εξαιρετικής απορροφητικότητας από κάθε ακροατή “Low”, το οποίο, περιέχει, λέει, σαμπλαρισμένα δεύτερα φωνητικά από τον… Michael Jackson, δίνει τον τόνο. Προσπαθεί να προσγειώσει το κοινό του, κατεβάζοντας τον σταρ από το βάθρο του μύθου, της υπερρέουσας λατρείας.
Στο βίντεο, ιδρωμένος, αξύριστος και παραδομένος στο ρυθμό, κάθεται πίσω από τα τύμπανα, μ’ ένα μαύρο background μόνο να τον υποστηρίζει. Στο διεθνή μουσικό τύπο, γίνεται οργανωμένα μια αναφορά στις «πολιτικές και κοινωνικές ευαισθησίες» των στίχων του νέου του άλμπουμ, κάτι όμως που, αν το δει κανείς προσεκτικά, συμβαίνει να είναι από υπερβολή ως και αστειότητα.



“We’re not here to judge – we are here to love”, “There’s no more segregation/When you’ve seen the light” λέει στην μετά βίας υποφερτής corniness «ουμανιστικής» μπαλάντας “Here to Love”. “What’s that going down in the Middle East?/Do you really think it’s to keep the peace?” λέει στο “It’s Enough”, επίσης οικείο, καθώς δανείζεται τον funk κυματισμό του “What’s Going On” του τιτάνα Marvin Gaye. “Will we learn from the past / Our clock is running fast?” - “It’s enough, and we all are just getting fucked”, λέει ο Lenny, ενώ θα πρέπει να γνωρίζει ότι και μεις γνωρίζουμε: οι εκατομμυριούχοι σταρ και οι μη προνομιούχοι δεν νιώθουν ακριβώς το ίδιο την ίδια πριονοκορδέλλα των καιρών.

Στο ομώνυμο, ένα απογυμνωμένο ημιηλεκτρικό blues με πλάτες από mellotron, tribal-οειδή κρουστά και ωδές ιθαγενών στο outro, πετάει στο στίχο Ιησού, Martin Luther King Jr. και Gandhi για να αποσαφηνίσει τις προθέσεις του, ενώ στο “Who Really Are the Monsters?” λέει παράδοξα πεπεισμένος ότι υπάρχει χώρος σήμερα για τόση κοινοτοπία: “The war won’t stop as long as we keep dropping bombs”  - “Start communicating”. Σοβαρά, Lenny;
Ωστόσο, κρίνοντας τον Lenny Kravitz γι’ αυτό που μπορεί να δώσει, χωρίς τις υπερβατικές «κοινωνικοπολιτικές» αστοχίες, οι αισθαντικές μελωδίες κι οι ειλικρινείς ερμηνείες στις οποίες μας έχει συνηθίσει είναι εδώ, όσο κι αν, κάθε φορά που απομακρύνεται από τον ερωτικό στίχο, ακούγεται στιχουργικά αφελής και ακίνδυνος.
Το “5 More Days Till Summer” είναι μια feelgood ένεση με στίχο φτιαγμένο για να τραγουδιέται στο εποχικό διηνεκές του τίτλου, ενώ το “Majesty Of Love” είναι lite funk της σειράς, που ποντάρει στη φίρμα του και σ’ ένα υπέρκομψο σόλο σαξόφωνο.
Στο Johnny Cashπάντως, παίζει στο δικό του ταμπλώ, εκεί που τα τελευταία 10 περίπου χρόνια κερδίζει με μισό γύρο διαφορά από τον δεύτερο. Ένα εύπεπτο, αισθαντικό τρακ, φτιαγμένο για να γραπώσει τις συναισθηματικές απολήξεις καθενός μας, αρνούμενο να τις αφήσει. Απόηχοι μπασογραμμών του Bootsy Collins και κάτι από τα πλήκτρα των αναγνωρίσιμων Floyd κοσμούν μια προσωπική εξομολόγηση: Τον καιρό που έμενε με τον παραγωγό Rick Rubin, ο Lenny γνώρισε τον θρυλικό Johnny Cash και τη γυναίκα του June Carter. Μιλάει για τη στιγμή που έμαθε ότι πέθανε η μητέρα του και ο Johnny Cash που ήταν παρών, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να τον παρηγορήσει με μια βαθιά αγκαλιά. “Just hold me like Johnny Cash – when I lost my mother – and whisper in my ear – just like June Carter”.
Ένα soul funk ακρόαμα με θετική πρόθεση και επίδραση, περισσότερο ευπρόσδεκτο τώρα που δεν υπάρχει πια ο Prince. Κόμπακτ αρκετά για να εμφυσήσει θετική διάσταση σε κάθε δύσκολη ημέρα, γούτσου-γούτσουness quality σε ζευγάρια που θα βγουν έξω με τις ενοχές και τα περισσευούμενα φραγκάκια για να αλληλοδωροδοτηθούν για τα Χριστούγεννα, αλλά επί του αν είναι άλμπουμ αφύπνισης και «διαμαρτυρίας», ας γελάσουμε σαρκαστικά. Με καβατζωμένα τα 53 ο Lenny μπορεί να νιώθει ότι πατάει καλά όταν κινείται στα χνάρια γιγάντων όπως ο Marvin Gaye, σε μια περίοδο που ο κόσμος αποστερημένος εδώ και πολλά χρόνια γιγάντων, προσπαθεί να ξεχάσει ποιοί υπήρξαν και τί κατάφεραν οι πραγματικοί γίγαντες.
Σε σχέση με το σφιγηλό και με αστικό νεύρο προ τετραετίας προηγούμενου άλμπουμ του, “Strut”, ακούγεται απορροφημένος από μια γλυκερή κρίση μέσης ηλικίας, αλλά μην το πείτε πουθενά. Στην Αμερική έφθασε μόνο μέχρι το Νο 43 του Billboard.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου