The Rods: “Brotherhood Of Metal”

19/06/2019

Κατηγορία: Κριτικές

627

Η θρυλική τριάδα των Rods, ένα από τα σχήματα που δεν έκαναν ποτέ επιτυχία στα τσαρτ αλλά ενσωματώνουν την ηχητική ταυτότητα και την αντίληψη του heavy metal, επιστρέφουν. Φτιάχτηκαν στη Νέα Υόρκη τον Αύγουστο του ’79 από τον κιθαρίστα David ‘Rock’ Feinstein, ξάδερφο του Ronnie James Dio (είχαν παίξει μαζί στους Elf, στις αρχές της δεκαετίας του ’70) και τον ντράμερ Carl Canedy.

 

Αποφασισμένοι να παίξουν heavy metal σαν power trio, δοκίμασαν αρκετούς μπασίστες, μεταξύ των οποίων και κάποιον Joe De Maio, ώσπου την Άνοιξη του 1980 κυκλοφόρησαν το πρώτο τους lp με δικές τους οικονομίες (”Rock Hard”) και μπήκαν σαππόρτ στην αμερικάνικη περιοδεία των Judas Priest, κάτι που σύντομα οδήγησε σε ένα συμβόλαιο με την Arista Records, την κυκλοφορία ενός ep (“Full Throttle”) και μερικούς μήνες αργότερα, όταν στη θέση του μπασίστα ο Garry Bordonaro αντικατέστησε τον Steve Starmer. Τον Ιούνιο του 1981 επανακυκλοφόρησαν 10 από τα κομμάτια τους ως το επίσημο ντεμπούτο τους, με τίτλο το όνομά τους (“The Rods”). Mαζί με αυτό της επόμενης χρονιάς, το “Wild Dogs” έμελλε να γίνουν δύο cult κυκλοφορίες για το αμερικάνικο metal, που ερχόμενο από το underground χτύπησε την πόρτα των μεγάλων εταιριών, όμως σύντομα απορρίφθηκε ως μη εμπορεύσιμο.

«Είχε έρθει να μας δει να παίζουμε live ο ίδιος ο Clive Davis, o πρόεδρος της Columbia. Το ξέραμε και ήμασταν ενθουσιασμένοι. Κάναμε τα δικά μας, τα καθιερωμένα. Πάνω στην πώρωση ενός εκτεταμένου guitar solo, ο David ανέβηκε στα μπροστινά τραπέζια κι άρχισε να κλωτσάει ποτήρια, μπουκάλια, να πηδάει από το ένα τραπέζι στο άλλο. Μετά μας το είπαν. Ο Davis φορούσε ένα λευκό κοστούμι που έγινε εμπριμέ, την ώρα που σπασμένα γυαλιά τινάζονταν εδώ και κει. Δάγκωσε το πούρο του, σηκώθηκε κι έφυγε βλαστημώντας. Προφανώς, αυτό δε μας έκανε και πολύ καλό, από επαγγελματική άποψη».
Η προσέγγιση των Rods ήταν από την αρχή σαφής και αμετακίνητη: ατόφιο, γρήγορο, ογκώδες heavy metal, φτιαγμένο για να παίζεται σε απόσταση αναπνοής από το κοινό. Gang ρεφραίν, βαρυκόκκαλα ριφ (κάτι ανάμεσα σε Sabbath και Ted Nugent), συχνά ξεσπάσματα σε μανιώδη σόλο από τον Feinstein, και μια ρυθμική βάση που βομβάρδιζε ανελέητα, Ακολούθησαν πέντε άλμπουμ μέσα σε πέντε χρόνια και διαρκείς περιοδείες σαν support σε Ozzy, Motorhead, Metallica, Exciter, Raven.
Από τα μέσα του ’83 η Arista τους αποδέσμευσε, καθώς οι πωλήσεις δεν έκαναν ποτέ το άλμα που χρειαζόταν, αλλά εκείνοι επέμειναν μέχρι το 1986, πριν εγκαταλείψουν την προσπάθεια, χωρίς ποτέ όμως να διαλυθούν. Feinstein και Bordonaro ακολούθησαν «κανονικές» δουλειές, ενώ ο  Canedy είχε ήδη αρχίσει να ασχολείται με την παραγωγή και το μάνατζμεντ ανερχόμενων τότε μέταλ συγκροτημάτων όπως οι Anthrax και οι Overkill.
25 χρόνια αργότερα, το 2011, αντιλαμβανόμενοι από το internet ότι μέσα στα χρόνια υπήρχε πολυπληθές νέο κοινό που τους είχε στο μεταξύ ανακαλύψει, κυκλοφόρησαν το “Vengerance” και ξεκίνησαν, αυτοδιαχειριζόμενοι το όνομά τους να κάνουν μια δεύτερη καρριέρα. Περιοδείες σε μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ ακολούθησαν, καθώς και μικρής κλίμακας εμφανίσεις στην Αμερική, με την ανταπόκριση να είναι από ενθουσιώδης ως συγκινητική, ενώ το 2015 ακολούθησε το εξίσου δυνατό lp “Hollywood”. Σαν να μην έχει περάσει μέρα από το 1982.
Στο πλαίσιο του καινούριου δίσκου ηχογράφησαν 11 καινούρια κομμάτια (και μια επανεκτέλεση του φοβερού “Crank It Up” ως bonus track για την βινυλιακή εκδοχή), τα μισά τουλάχιστον από τα οποία έχουν ήδη τεστάρει στις συναυλίες τους τα τελευταία δύο χρόνια. Η όλη δουλειά έγινε στο Barn Castle και τα Nire Studios, με ηχολήπτες από κοινού τους Lonnie Park, Carl Canedy και Eric Chesek. Είναι το 9ο lp τους, που έχει τίτλο “Brotherhood Of Metal”έχει σαν εξώφυλλο μια φουτουριστική εκδοχή του Κέρβερου από το “Wild Dogs” και απευθύνεται σε χεβυμεταλλάδες που μπορούν να οσμιστούν τον ήχο και το ήθος του old school metal, αυτόν τον αέρα που πνέει ανάμεσα από τα πυκνά ριφ κι είναι σχεδόν αδύνατο να αντιγραφεί από νεώτερα σε ηλικία γκρουπ.
«Αν σου αρέσει το πρώτο κομμάτι, τότε πιθανότατα θα σ’ αρέσει ολόκληρο το άλμπουμ. Είναι heavy metal ορμητικό, ίσια στα μούτρα, το ένα κομμάτι μετά το άλλο. Χωρίς μπαλλάντες που θα μπορεί η μαμά σου να σιγοτραγουδήσει», λέει ο ντράμερ Carl Canedy.
Λόγια σαν αυτά, είναι πιθανό, στα αυτιά της άψητης γενιάς του youtube, να ακούγονται χιλιοειπωμένα, ανέμπνευστα, γραφικά. Κι όμως, στη σύγχρονη εποχή της αφασικής σχετικοποίησης των περί το ροκ αισθητηρίων, τέτοια κλισέ συνοψίζουν μια μουσική στάση ζωής που δεν επιδίωξε ποτέ να γονατίσει στη μόδα.


Με το επιβλητικό, διάρκειας επτάμισυ λεπτών, ομώνυμο να ανοίγει το δίσκο (“We are the brotherhood of metal the sound of hunder as we ride armies of denim and leather we never run and never hide), το απλό αλλά εύστοχο “Everybody’s Rockin’" (το 12ο κομμάτι στη δισκογραφία τους με τη λέξη “rock” τον τίτλο), το παλιοροκάδικο, purplοειδές headbanging του “Smoke On The Horizon”, το χοντροκομμένο “Louder Than Loud” που θυμίζει heres to Lemmy, he started it all”, τα judasprίστεια “Tyrant King” και “Tonight We Ride”, ο δίσκος έχει κερδίσει πριν τελειώσει. Υπάρχουν όμως ακόμη ο οδοστρωτήρας “1982”, ένα χρονικό της ιστορίας τους υποτυπωδώς μελοποιημένο (“We cranked the amps, banged the drums, hit the road, live like bums”, “Rainbow, Leppard, Priest, Ozzy with Randy Rhoads), o ΑC/DC θόρυβος του “The Devil Made Me Do It”, σα πειραγμένο γκάζι με κομμένη εξάτμιση, που στρώνει το δρόμο για το επικό finale του “Evil In Me”. Η φωνή του Feinstein σκληροτράχηλη, φέρει τα χρόνια πάνω της περήφανη σαν ουλές από μάχες με εχθρούς πολύ ισχυρώτερους και η κιθάρα του – μια από τις ανυπόφορα υποτιμημένες στο heavy metal - σπέρνει ρίγη σε όσους τουλάχιστον έχουν νιώσει τί σημαίνει αυτό.

«Όταν βρισκόμαστε μαζί, φαίνεται πόσο ισχυρό δεσμό έχουμε μεταξύ μας. To μόνο που άλλαξε με τα χρόνια είναι ότι τώρα έχουμε οικογένειες και παιδιά που είναι ήδη ενήλικα. Εκτός απ’ αυτό, δε βλέπω καμία αλλαγή. Μας αρέσει να παίζουμε τη μουσική που πάντα γουστάραμε, μόνο που τώρα τα παιδιά μας έρχονται και μας βλέπουν στις συναυλίες. Όταν βλέπω την κόρη μου να τραγουδάει τους στίχους από τα παλιά κομμάτια των Rods μου φαίνεται δύσκολο να το πιστέψω. Δεν μπορούσα να φανταστώ ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο».

Πολλές φορές, συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν είναι εφικτό, ούτε και σκοπούμενο να διατυπωθεί κριτική σε μουσικές με ειδικό βιωματικό φορτίο. Είτε ο ακροατής μπορεί να πιάσει το νόημα με τα πρώτα δύο – τρία μέτρα, ή του διαφεύγει εντελώς και μπαίνει στη διαδικασία του αντικειμενικού υποδεκάμετρου. Οι Rods, μαζί με κάποιους Manilla Road, Cirith Ungol, Riot, Heir Apparent, Omen, είναι ήρωες του underground που παρά το μπαράζ της απέχθειας, της υποτίμησης και του συστηματικού εξοστρακισμού από το ρεύμα της ποπ μουσικής, δε λύγισαν ποτέ.
«Με τον David και τον Garry εξακολουθούμε να είμαστε στενοί φίλοι επί τόσα χρόνια. Είμαστε πλέον μια μπάντα από αδέλφια και περήφανοι που παραμένουμε πιο heavy από ποτέ και φτιάχνουμε μουσική για τους φανς».
Όπως λέει και μια αρχαία σανσκριτική παροιμία, που πάντα συναντά μεγάλη δυσκολία ν’ αποδοθεί: «Κι αν δεν αρέσουν όλ’ αυτά – heavy metal, ρε $#@&^!».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου


// Old Time Rock

// Live Favorites