Sammy Hagar & The Circle: "The Space Between"

26/06/2019

Κατηγορία: Κριτικές

345

Να ξεκαθαρίσουμε το εξής: Τον πάω τον Sammy Hagar. Όχι μόνο γιατί γιατί έχει γράψει τον ύμνο “There’s OnlyWayToRock”. Ούτε μόνο γιατί τραγούδησε το “Winner Takes It All” στο “Over Th eTop” του Stallone, κάνοντάς μας να πρι τελειώσουμε τα σχολεία να κοντεύουμε να εξαρθρώσουμε ώμους και αγκώνες σε αυτοσχέδια μπρα ντε φερ πάνω σε καπό αυτοκινήτων.

 

Όχι γιατί έδωσε ζωή στους Van Halen, εκεί που κανένας δεν το περίμενε.
Ούτε μόνο γιατί είναι από τους λίγους σταρ που αγνόησε λίφτινγκ, μπότοξ και λιποαναρροφήσεις και άφησε κοιλίτσα κι ένα goatee της κακιάς ώρας, μοστράροντας παντού και πάντα ένα ακαταμάχητα εγκάρδιο, χορτασμένο χαμόγελο σα αμερικάνος τουρίστας της ζωής.
Όχι γιατί έχει κυκλοφορήσει βιβλία για συνταγές b-b-q και ψαρικών και κοκτέϊλ με ρούμι ούτε για το ότι έχει πατεντάρει τη δική του μάρκα τεκίλας, την οποία αργότερα μοσχοπούλησε, μαζί με μια αλυσίδα μεξικάνικων cantinas πολυτελείας.
Όχι γιατί μετά από 20 εκατομμύρια δίσκους το λαρύγγι του βάζει κάτω οποιονδήποτε της γενιάς του. Ούτε γιατί δεν κρύβει ότι απολαμβάνει τη ζωή του στα αδιανόητα παραλιακά τους σπίτια με την επί 23 χρόνια θεά γυναίκα του Kari και τις δύο κόρες του.
Τον πάω κυρίως γιατί, ο Sammy, κλασσικό παράδειγμα τύπου που το φωνητικό του ταλέντο το δίπλωσε σε τρομερή δουλειά κι επιμονή, χωρίς να υπάρξει ποτέ σπουδαίος συνθέτης, είναι ευθύς. Ατόφιος στη ρηχότητά του. Σπορ κόκκινα αμάξια που πιάνουν τα 0-10 σε 5 δεύτερα, μυστήρια U.F.O. απ’ τον ουρανό, ολίγη από εθνοπατριωτική “us vs them” παπαρολογία (όχι πάντως επιπέδου Ted Nugent), κ@ύλες, μωρά πρόστυχα και ξανά καύλες, το ευαγγέλιο του τί ωραίο είναι ν' ακούεται η μουσική loud and clear, πιώματα και «νύχτες με τα παιδιά», αυτός ήταν και είναι ο Sammy.
Άμα θες, παρ’το, άμα δε θες, άσ’ το. Έτσι έφτασε στα 72 και μπορεί να γιορτάζει ακόμη όλα τα ροκ ν’ ρολ κλισέ εις τους αιώνας των αιώνων, με την δίψα ενός τύπου που ξεκίνησε από χαμηλά και δε θέλει να ξυπνήσει απ’ το όνειρό του. Γιατί γουστάρει κάθε δευτερόλεπτο. Κι ας μην υπάρχει τίποτε που να μην έχει κάνει παραπάνω από μια φορά.
Από μουσική άποψη, στην μεγαλύτερη από μισό αιώνα πορεία του ο Hagar έχει παίξει και ηχογραφήσει δίπλα σε εκπληκτικούς κιθαρίστες (εντελώς ενδεικτικά Ronnie Montrose, Neil Schon, Eddie Van Halen, Joe Satriani) και με δεκάδες δεξιοτέχνες που έχει γράψει ο καθένας καταδικά του κεφάλαια στην ιστορία του ροκ ν’ ρολ (από την Ann Wilson μέχρι τον Nick Gravenites).
Από το 2012 και μετά μάλιστα, αφ’ ότου έκλεισε η δισκογραφική κατάθεσή του στο supergroup “Chickenfoot” (JoeSatriani – ChadSmith– MichaelAnthony), με τις δύο πολύ δυνατές κυκλοφορίες, κινείται σε τροχιά απόλαυσης, η οποία γι΄αυτές τις ηλικίες σπάνια συνδυάζεται από οργασμό δημιουργίας. Εξάλλου, ο ίδιος ο Hagarδήλωσε ότι «κουράστηκε» να ηχογραφεί επί έξι μήνες σ’ ένα στούντιο με τους Chickenfoot («πολλά λεφτά και ποιό το όφελος; Ελάχιστοι δίσκοι πουλιούνται»).
Το 2013 κυκλοφόρησε το δίσκο με ντουέτα “Sammy Hagar & Friends”, την επόμενη χρονιά το ακουστικό σετ ‘Lite Roast” και το ’15 έχοντας μαζί του τον αποτοξινωμένο – επιτέλους Jason Bonham πίσω απ’ τα τύμπανα, τον αξιόπιστο αλλά όχι πολλά παραπάνω Vic Johnson στην κιθάρα και τον διόσκουρό του πλέον Michael Anthony στο μπάσο και τα φωνητικά έδωσε στη μπάντα το όνομα “The Circle” κι άρχισε να περιοδεύσει χαλαρά με ένα είδος revue: κομμάτια από ολόκληρη την καρριέρα του και διασκευές – satisfaction guaranteed για τους απανταχού πουρόκερς και pure rockers. Συνεπαρμένος από την επιτυχία, ανακοίνωσε ότι οι The Circle θα δοκιμάσουν τί μπορούν να κάνουν στο στούντιο.
Mάλιστα, ανακοίνωσε με ενθουσιασμό, το νέο άλμπουμ θα είναι concept, περιέχοντας έναν κύκλο τραγουδιών που αποτελούν απόσταγμα ζωής από την εμπειρία στη μουσική σκηνή, όχι μόνο του ίδιου, αλλά και των υπόλοιπων της μπάντας. Δυστυχώς, το αποτέλεσμα “The Space Between” είναι μάλλον απογοητευτικό, αν λάβει κανείς υπ’ όψη ότι ο ίδιος διαθέτει ακόμη μια πολύ δυνατή και εκφραστική ροκ φωνή ακόμη και δίπλα του έχει μια από τις καλύτερες ρυθμικές βάσεις στο classic rock, τους Anthonyκαι Bonham. Το να γράψεις τραγούδια θέλει και άλλα πράγματα, τα οποία ο Sammy φαίνεται στον υπερενθουσιασμό και την όχι μεγάλη διάθεσή του να το παιδέψει, τα έχει εντελώς ξεχάσει.
Μισοψημένες ιδέες, jam, λίγο από Zeppelin folk, λίγο γκάζι, αλλά τίποτε ολοκληρωμένο ή αξιόλογο.
Το αποτέλεσμα είναι μάλλον κουραστικό, αφού ποτέ δεν απογειώνεται, ούτε έχει αξιομνημόνευτα κομμάτια, απ’ αυτά πάνω στα οποία έχτισε την καρριέρα του ο Hagar. Φαίνεται πλέον τώρα πόσο κρίσιμη σημασία έπαιξαν οι σημαντικοί παραγωγοί που πάντα είχε δίπλα του και οι τρομεροί κιθαρίστες που έγραφαν πολλή από τη μουσική πάνω στην οποία τραγουδούσε. Κάπως καλυτερεύουν με τις ακροάσεις τα “Wide Open Space” και το απλοϊκό stomp του “No Worries”, αλλά γενικά όχι πολλά πράγματα. Όσο για το “concept” και τη «σημασία του», ας το αποδώσουμε στην αισιοδοξία της τρίτης ηλικίας και ας το συγχωρήσουμε.
Παραδέξου το, Sammy. Το «νέο άλμπουμ» δεν περιέχει κανένα ιδιαίτερο μήνυμα, καμία ιδιαίτερη conceptαισθητική που να στέκει, κανένα κομμάτι που να στέκει ιδιαίτερα περήφανο δίπλα στα καλύτερα της τεράστιας καρριέρας σου. Είναι απλώς ένας συνδετικός ιστός για τα υπόλοιπα κομμάτια που παίζεις στα πραγματικά χορταστικά σου live («Τέσσερα VanHalen, τέσσερα Sammy Hagar, δύο Montrose, δύο Led Zeppelin, και μετά ό,τι θέλουμε – μπορούμε να παίξουμε ο,τιδήποτε»). Αφού απλώς σου αρέσει η καλοπέραση και το ξέρουμε.
Κάθε χρόνο στα γενέθλιά σου στο Cabo St. Lucas, γίνεται μια πανήγυρη μιας εβδομάδας ή και παραπάνω, με οργιώδη jam session όπου απίθανοι guest σκάνε μύτη, σφηνάκια τεκίλας μοιράζονται με τις κανάτες και εκστασιασμένοι οπαδοί προσλαμβάνουν με τις αισθήσεις τους πώς με τί μοιάζει το απόλυτο πάρτυ.
Όπως λέει και στο “No Worries” :

“I make my living off singing songs and having a good time – let’s go have some fun – if we wanted to – we’ll roll out to Malibu, just lay on the beach drinking rum”.
Όχι κι άσχημο motto για βετεράνο (ή συνταξιούχο).

Παναγιώτης Παπαϊωάννου


// Old Time Rock

// Live Favorites