The Big Nose Attack: "Deader Than Disco"

18/08/2019

Κατηγορία: Κριτικές

387

Στον απόηχο της 22λεπτης εμφάνισής τους ως support της μεγάλης Beth Hart, τα αδέρφια “comin’ straight from Brachami” κυκλοφόρησαν τον 4ο δίσκο τους, με τον θανατερό τίτλο “Deader Than Disco”.

 

Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό που αναδεικνύει η νέα τους συλλογή από 8 κομμάτια, είναι το απενοχοποιημένo μπόλιασμα των εύγευστων Beefhartικών τους blues με καλοζυγισμένες δόσεις AC/DC, ZZTop και funk. Χωρίς να χάσουν το παραμικρό σε αυθεντικότητα, κάνουν ένα βήμα προς το classicrock.
Προφανώς και το γνώρισμα αυτό εκπηγάζει από τη διάθεση των Boogieman και Little Tonnie και δεν έχει σχέση με τον οποιονδήποτε προϋπολογισμό. H διάθεση αυτή υλοποιείται με τη συνείδηση, αυτή τη φορά, του ότι ο ήχος τους έχει πλέον το θάρρος να χουφτώσει για τα καλά τα πισινά κάθε πτυχής της ροκ παράδοσης, από την ψυχεδέλεια και το roots Chicago blues, ως το οικουμενικώς αναγνωρίσιμο core rock των ‘70s.
Φτάνουν λοιπόν να μας αποδώσουν, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση – όσοι μουσικοπαρουσιαστές παίρνουν σοβαρά τον εαυτό τους το αποκαλούν και και ωριμότητα -  έναν straight through χορευτικό δίσκο. Προς διευκρίνιση των προπετών, με τον όρο «χορευτικός», νοείται ο ήχος που έχει αποβάλλει την υποκρισία της βαρύθυμης κατατονίας ως άλλοθι «σοβαρότητας» (όχι ότι έπασχαν ποτέ από τίποτε που να πλησιάζει σε τέτοια παθολογία, οι BNA) και έχει μια ακαριαία σωματική, γήϊνη, διάσταση, από την άποψη ότι απευθύνεται στο σύστημα κεντρικών νευρώνων που σε κάνουν να χτυπήσεις το πόδι κάτω και να σπάσεις τη μέσα (έστω μια ιδέα).
Νοείται, με τον όρο «χορευτικός», μια ποιότητα που ελάχιστοι σημερινοί μουσικοί οποιασδήποτε ηλικίας μπορούν να αποδώσουν βιωμένα : αυτήν του ροκ ν’ ρολ.
Ως εκ τούτου, το άλμπουμ είναι πλημμυρισμένο θετικά vibe - ακόμη κι όταν θέλει να γυρίσει το διακόπτη στη blueside -  και ακούγεται ολόκληρο, track by track, πράγμα που και συνιστάται, φορ μάξιμουμ εφέκτ. Το ομώνυμο τρακ “Deader Than Disco” είναι μια calling card για όλα τα παραπάνω, στακάτο και συναυλιακό.
Ο δίσκος κερδίζει από τον εμπλουτισμό του groove με πνευστά (αξιοσημείωτα οργανωμένα από τον Βασίλη Μανθόπουλο), παλαιολιθικά Wurlitzerόηχα πλήκτρα που φέρνουν στο μυαλό ημιφτιαγμένες ντεμπυτάντ με τα πλουμιστά πουκάμισα και λουλουδάτες καμπάνες να χορεύουν στα Μάταλα το ’72 και θαυμάσια δουλειά σε γυναικεία φωνητικά από την Αναστασία Βελισσαρίου (βλ. το ντουέτο της με τον Boogie στο “A Short Story About Love”
Το “Change Comin’ On” αστράφτει δυό χαστούκια στο θέμα του “Shaft” και με ενίσχυση από νεο blues πνευστά γίνεται ένα υπόδειγμα του πόσο αυτοί οι τύποι έχουν χωνέψει τη μουσική που γουστάρουν, αποδίδοντας ένα ανεβαστικό funk όλο και wahwah, που τύφλα να’ χουν κάτι Creeps (για όσους δεν πήγαιναν τότενες δημοτικό και θυμούνται), ενώ στο “She’s A Witch” κυριαρχεί η ένρινη «ο μακαρίτης Dr. John διαπιστώνει ότι έχει κρεατάκια και δανείζεται το μικρόφωνο του Billy Gibbοns» ερμηνεία του Boogieman. 
Η δεύτερη πλευρά (οι αθεόφοβοι, έχουν χωρίσει το υλικό, έτσι όπως πρέπει, σε πρώτη και δεύτερη πλευρά), ξεκινά με τo πυκνό μπάσο του “Booty Call” (όλες οι μπασογραμμές είναι παιγμένε από τον Boogieman) να λοκάρει σαν επαναπατρισθείς μακρινός συγγενής με τα τύμπανα του Little Tonnie, με την κιθάρα και τη φωνή του Boogie στα πλέον sleazοειδή επίπεδα. Στo σχεδόν οχτάλεπτο “Heat Of The Night” - από τα πιο άμεσης επίδρασης κομμάτια που έχουν στη δισκογραφία τους -  το groove σε διαπερνάει σαν την πρώτη γουλιά Jack Daniels που ρουφάει ο Steven Tyler μετά από τρίμηνη αποτοξίνωση.
Δε θέλεις να τελειώσει, ενώ φιλοξενεί ένα σόλο από τον Boogie βγαλμένο λες από το “La Futura” και μια αλλαγή ρυθμού που αναπροσανατολίζει τους ανώτερους σπονδύλους. Το “Working So Hard (Not To Love You)” είναι το moody blues του καινούριου υλικού, σ’ ένα απελευθερωτικά κοψοβλέβιο ντουέτο με την Αναστασία Βελισσαρίου.
Το άλμπουμ κορυφώνεται ως γιορτή με το “Electric Party” - θα καθόταν άνετα δίπλα σε ο,τιδήποτε απ’ το “Tejas” - το οποίο από cool funk με ρεφραινική ωδή τον τίτλο του - απολήγει σ’ ένα μονόλεπτο χεντριξομανίας, με συμμετοχή του Κωνσταντίνου Κύρτση στην κιθάρα.
Η ψηφιακή εποχή αδικεί καίρια τους BNA, καθώς το υλικό τους είναι φτιαγμένο ν’ ακούγεται με τη ζέση και την εγγύτητα του πικάπ, όσο και να βιώνεται στο live, εκεί που αποδεδειγμένα ξέρουν να περνάνε στο κοινό αυτό που ρέει στις φλέβες τους. Δεν είναι καμιά τυχαία η Beth που τους εκθείασε στο Θέατρο Βράχων, έστω και μετά απ' το σμικρυμένο σετ εκείνης της βραδιάς. Στην παραγωγή ο Markos Samaras και ο Alex Volpasis έχουν κάνει έξοχη δουλειά, όπως και ο Yannis Christodoulatos στο mastering.
Ένας από τους πλέον εύστοχους, λειτουργικούς, δίσκους της χρονιάς. Το μόνο μειονέκτημά του είναι ότι προκαλεί εθιστικά σύνδρομα του τύπου όταν τον ακούσεις ολόκληρο, θέλεις οπωσδήποτε κι άλλο.
Προμηθευτείτε λοιπόν δύο αντίτυπα – με σύσταση ιατρού, το ένα μη ψηφιακό.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου


// Old Time Rock

// Live Favorites