The Dead Daisies: "Locked And Loaded: The Covers Album”

24/08/2019

Κατηγορία: Κριτικές

705

To ζήτημα με την σιτεμένη, πλην όμως αποδοτική hard rock κολλεκτίβα των Dead Daisies έχει περίπου ως εξής : Υπάρχουν από το 2012, όταν ο David Lowry, ένας 48χρονος με εντελώς ανορθόδοξο προφίλ.

 

Eπί χρόνια εμπορικός διευθυντής μιας από τις μεγαλύτερες αλυσίδες εμπορικών κέντρων στην Αυστραλία, της Westfield Group  και διακεκριμένος πιλότος επιδείξεων, είχε το μπαγιόκο για να οργανώσει το όνειρό του: όντας ο ίδιος (και) ερασιτέχνης κιθαρίστας, σύστησε τους “Dead Daisies”, πήρε στο πλευρό του τον έμπειρο, πολυδισκογραφημένο και με εύηχο λαρύγγι νεοζηλανδό τραγουδιστή Jon Stevens και εξασφαλίζοντας ορισμένα καλοπληρωμένα guest, κυκλοφόρησε δύο άλμπουμ.
Το κόλπο ξεκίνησε για project, όμως στην πορεία οι Dead Daisies άρχισαν να περιοδεύουν – ας είναι καλά το πορτοφόλι και οι διασυνδέσεις του Lowry – στεκόμενοι επάξια ως support δίπλα σε τεράστια ονόματα μεταξύ των οποίων οι ΖΖ Τop, Aerosmith, Kiss, Whitesnake, Def Leppard και Judas Priest. Από το 2015 και μετά, το πράγμα έγινε πιο επαγγελματικό, καθώς μισθώνοντας τις υπηρεσίες μιας σειράς διάσημων δευτεραγωνιστών της hard rock σκηνής των τελευταίων 30 χρόνων συν τον παραγωγό/συνθέτη Marti Fredriksen κυκλοφόρησαν ακόμη δύο στούντιο κι ένα live άλμπουμ με υλικό που έγραφαν όποιοι έπαιζαν συν διασκευές χορταστικά παιγμένες από μια ομήγυρη παιχταράδων, που για πρώτη φορά περιοδεύουν και ηχογραφούν όντες πρώτες μούρες σε ένα πανοπτικό ροκ γκρουπ όπου δεν τους επισκιάζει κανείς.

Έχουν περάσει από τις τάξεις των Dead Daisies ονόματα όπως ο Daryll Jones (μπασίστας των Rolling Stones από το 1994 έως και σήμερα), ο Dizzy Reed, Richard Fortus (Guns N’ Roses), o τρομερός ντράμερ Brian Tichy (Whitesnake, Foreigner, Billy Idol και πολλοί άλλοι), μέχρι κι ο Slash έχει ηχογραφήσει μαζί τους. Από το 2015 και μετά όμως, η σύνθεση είναι πραγματικός δυναμίτης. Καταρχήν, ο John Corabi, ένας από τους πιο υποτιμημένους hard rock τραγουδιστές, που έπεσε στη χειρώτερη περίοδο (1994) πάνω στους Motley Crue πήρε το μικρόφωνο.


Ο τιτάνας Deen Castronovo (Journey, Bad English, Wild Dogs [όποιος τους θυμάται, είναι δικός μας άνθρωπος], Revolution Saints) κάθησε πίσω από τα τύμπανα, και ο τελευταίος μπασίστας στην πλάση που βαράει το όργανο με την ψυχή του, ο Marco Mendoza (Whitesnake, Ted Nugent, Thin Lizzy, οι πάντες που θέλουν ένα βρώμικο μπάσο ηχογραφημένο στο δίσκο τους). Εντάξει, ο Doug Aldrich (Lion [επίσης δικοί μας είστε αν τους ξέρετε], Whitesnake, Revolution Saints), μετά τον Coverdale δεν ήθελε άλλον εργοδότη. Δίπλα σ’ όλους αυτούς, ο ιθύνων νους, ο γιάπης πού’ ναι φτυστός με τον κιθαρίστα των Spinal Tap, o David Lowry, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κρατάει τη ρυθμική κιθάρα (όπως παλιά, όποιος έφερνε τη μπάλα, πάντα έπαιζε).
 
Στο συγκεκριμένο δίσκο έχουν μαζέψει όλες τις διασκευές που έχουν κυκλοφορήσει στα προηγούμενα άλμπουμ τους. Όλα κυκλοφορημένα λοιπόν από πριν, κάτι σαν best of origins ή best of intensions, αφού η συλλογή λειτουργεί άριστα σαν προτροπή «βάλτο στο στέρεο και άσ’το να παίζει, μετά τα πρώτα είκοσι λεπτά αποκλείεται να μην αναζητήσεις την τελευταία μπύρα στο ψυγείο ή τους κολλητούς σου για περισσότερες από μία».
Το tracklist μιλάει από μόνο του:
Midnight Moses (The Sensational Alex Harvey Band), Evil (Cactus, Gillan, κλασσικό)/ Fortunate Son (Creedence Clearwater Revival), Join Together (The Who), Helter Skelter (The Beatles, τόσοι άλλοι), Bitch (The Rolling Stones), We’re An American Band - live (Grand Funk Railroad), Revolution (The Beatles), Rockin’ In The Free World – live με Φιλαρμονική στη Ζυρίχη (Neil Young), Highway Star – live (Deep Purple).

Μακάρι να μπορούσαμε να δούμε και δω αυτή την απόλυτη party μπάντα.
Υ.Γ.: Τί κάνουν τα λεφτά, έτσι;

Παναγιώτης Παπαϊωάννου