Raven: "Metal City"

24/09/2020

Κατηγορία: Κριτικές

507

Η θετική υποδοχή που επιφύλαξε τύπος και κοινό πέντε χρόνια πριν στο άλμπουμ τους “ExtermiNation” και η προσθήκη του ντράμερ Mike Heller το καλοκαίρι του 2017 στη θέση του αποχωρήσαντα -μετά 30 χρόνια- για λόγους υγείας Joe Hasselvander, έχουν δώσει μια εντελώς νέα ώθηση στα αδέρφια Jon και Mark Gallagher.

 

Αυτό καταγράφηκε στο live “Screaming Murder Death From Above – Live In Aalborg” του 2019.   
Οι Raven κλείνουν φέτος 40 παρά κάτι μήνες χρόνια ξεροκέφαλης, ξελαρυγγιαστικά πωρωτικής -και πολύ πιο μουσικά επιδέξιας απ’ ό,τι επιδερμικά παρατηρείται- δισκογραφικής καρριέρας. Το “Metal City” είναι το 14ο στουντιακό κεφάλαιό της, το οποίο έρχεται σε μια δύσκολη εποχή, εν μέσω πανδημίας και χωρίς ορατή στον ορίζοντα την επανέναρξη των ζωντανών εμφανίσεων, σε παγκόσμιο επίπεδο. 
Οι Raven ήταν από αυτούς τους πρωτοπόρους που διασώθηκαν, με νύχια και με δόντια, από την άνυδρη για το κλασσικό metal δεκαετία του ’90, κυκλοφορώντας, αραιά αλλά σταθερά, δίσκους που περιείχαν το δικό τους, ιδιότυπο, με το πόδι κολλημένο στο γκάζι, metal, αποδεικνύοντας δύο πράγματα : Πόσο μέσα τους τό’χουν το μέταλλο  και πόσο αδικήθηκαν από φτωχή ποιότητα ηχογραφήσεων και την προσπάθεια των δισκογραφικών να τους αλλάξουν (βλ. το σύντομο πέρασμά τους από την Atlantic, 1985-1987).  
 
Ανανεωμένοι όσο και ανυποχώρητοι, οι Raven δεν είναι ένα ρετρό metal σχήμα που «επιστρέφει στα παλιά». Οι ίδιοι -και μιλάμε ιδίως για τα αδέλφια Gallagher- αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους με σταθερή βιολογική ηλικία, γύρω στα 25, ευλογημένοι όμως με 35 χρόνια μουσικής εμπειρίας στη σκληρή αρένα μιας μουσικής βιομηχανίας που δεν τους αγάπησε ποτέ.  Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια είναι φανερό ότι έχουν γίνει μάστορες στο να παρασκευάζουν και να εξαπολύουν την τρέλλα τους. Με σαφή διάθεση να την μοιραστούν με όλες τις γενιές του μέταλ, τις οποίες και θεωρούν συνομήλικες, καθώς οι ίδιοι είναι που δεν έχουν παρεκκλίνει ίντσα από το να παραμείνουν μεταλλάδες. Κάτι που εξουδετερώνει το ότι μπορεί να μην είναι η πιο εύηχη μπάντα του κόσμου, ούτε η πιο «σοβαρή», ούτε η πιο προσεκτική με την εικόνα της.  
 
Αυτό το ζωηφόρο κράμα εφηβικής ορμής και ενήλικης αυτοπεποίθησης, αυτής του «δεν έχω τίποτε ν’ αποδείξω, παρά μόνο πόσο γουστάρω αυτό που κάνω», αναβλύζει από το “Metal City”, από το εξώφυλλο ακόμη : Οι τρεις Raven ως ήρωες κόμικ εξορμούν σείοντας τα όργανά τους στον αέρα, σαν δραπέτες φρενοκομείου, έχοντας στην πλάτη τους τους ουρανοξύστες μιας Μεταλόπολης. 
Η ηχογράφηση έχει γίνει στη Nashville, στα στούντιο ενός παραγωγού που 30 χρόνια πίσω κάθε μπάντα θα έδινε τα πάντα να έχει, του θρυλικού Michael Wagener. O 71χρονος Wagener (μ.α. Motley Crue, WA.S.P., Accept, Ozzy Dokken, Metallica, Great White), παλιός γνώριμος της μπάντας, ήταν αυτός που είχε υπογράψει το δίσκο που τους άνοιξε πίσω στα 1984 το δρόμο για το συμβόλαιο με πολυεθνική, το “All For One”. Αυτή τη φορά επέβλεψε την ηχογράφηση και στη συνέχεια η μίξη και το mastering ανατέθηκε σ’ έναν τύπο με το όνομα Zeuss, διαδικασία πρωτόγνωρη για τους Raven, που συνήθως τα έκαναν όλα μόνοι τους. 
«Κατά κάποιο τρόπο, συρθήκαμε κι εμείς κλωτσηδόν στον 21 αιώνα. Τα καινούρια εργαλεία του στούντιο είναι σπουδαία, όσο τουλάχιστον τα χρησιμοποιείς εσύ και δε σε χρησιμοποιούν εκείνα», σημειώνει με νόημα στο δελτί τύπου ο John Gallagher. Το περιεχόμενο του δίσκου δεν αφήνει περιθώριο για παρερμηνεία. Όποια κι αν είναι τα εργαλεία, εδώ έγινε χρηστή εφαρμογή τους. 
 


Στο The Power τo μισό ριφ του “Rapid Fire” των Priest σπηντάρει πάνω σε διπλομποτιές, κόψιμο στη μέση αλα “Rock Until You Drop”, φωνητικά που άλλοτε ραγίζουν τζάμια, άλλοτε απολήγουν σε σαρδόνια γέλια, μικρά παρανοημένα σόλο από κιθάρα, μπάσο και ντραμς και οι Raven είναι εδώ. Το Top Of The Mountain έρχεται κι αυτό σα βγαλμένο από το “Wiped Out” –από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου το 2ο άλμπουμ ξεπερνά το ντεμπούτο –στην παλιά καλή speed metal ταχύτητα, με σόλο από αμφότερα τα αδέρφια Gallagher. 
To με σφιγμένα δόντια από την οργή Human Race τα χώνει, ενώ στη μέση ρίχνει ταχύτητα αφήνοντας χώρο για μια αλλαγή ταχύτητας που δείχνει ότι οι άνθρωποι όχι μόνο παίζουν τα όργανα στα δάχτυλα (κυριολεκτικά), αλλά ότι το φχαριστιούνται κιόλας, αφού ξέρουν πώς να μην φλυαρούν, πώς να μην μειώνουν την ισχύ των τραγουδιών τους.  Στο “Cybertron” είναι ευδιάκριτη η επιστημονική δουλειά που έχει γίνει στον ήχο – σπάνια αυτή τη μπάντα ακουγόταν τόσο καθαρά – τo “Battlescarred” με τα κοψίματα που παίρνουν κεφάλια είναι φτιαγμένο για live, ενώ το “Motorheadin’” είναι   ένα ασύλληπτης ταχύτητας tribute στον ήχο αυτών που όλοι ξέρουμε. 
Οι Gallagher αφιερώνουν το ομώνυμο – από τα καλύτερα old school metal των τελευταίων χρόνων - τραγούδι στη γενέτειρά τους, το Newcastle. «Δεν είναι μόνον ότι εκεί μεγαλώσαμε», λέει ο John Gallagher. «Έχει να κάνει με μια ολόκληρη νοοτροπία. Οι άνθρωποι εκεί πάνω έχουν την επιμονή και το σθένος να προσπεράσουν ό,τιδήποτε τους βάζει όρια, προκειμένου να φτάσουν στο προορισμό που έχουν βάλει σκοπό».    
Σε όλα τα τραγούδια υπάρχουν απρόσμενα γυρίσματα, τα σόλο του Mark σκάνε την καταλληλότερη στιγμή και τα ντραμς γεμίζουν τα πάντα – ο Keller καλά έκανε που επέμεινε να φροντίσει ο ίδιος τον ήχο των τυμπάνων του- και ο δίσκος ολοκληρώνεται με τρία από τα πιο δυνατά του κομμάτια: “Not So Easy” και “Break” που σφύζουν από ενέργεια, για να κλείσει το σετ το τανκ “When Worlds Collide”, που θυμίζει γιατί τότε στην αρχή, παρομοίαζαν οι ίδιοι τον ήχο τους με “Black Sabbath που ακούγονται μέσα από τον θόρυβο μπετονιέρας». 
Ένας δίσκος από ατόφιο, χειροποίητο heavy metal.  
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου