Iron Maiden: "Senjutsu"

06/09/2021

Κατηγορία: Κριτικές

957

O Σεπτέμβριος, από τόσο παλιά που μοιάζει πλέον προαιωνίως, ήταν και είναι ένας μήνας κατά τον οποίο επανακάμπτει στις ζωές μας ο θεσμός που λέγεται Iron Maiden. Το ’84 βγάζουν το κολοσσιαίο “Powerslave”, το ’86 το “Somewhere In Time”, το ’88 έρχονται στη Νέα Φιλαδέλφεια, σε μια συναυλία που θα θυμόμαστε για πάντα.

 

Το ’90 μας δίνουν το –άθλιο- “Nο Prayer For The Dying” και το ’93, με τον Dickinson φευγάτο, κυκλοφoρούν το “A Real Live One”. Tο ’95 στo Χ-Factor μας συστήνουν τον Blayze Bayley (που όλοι λέγαμε πόσο φοβερό θα ήταν αν τραγουδούσε σ΄ αυτό ο Dickinson) κι έρχονται στο Περιστέρι για δύο συναυλίες που το κλειστό μπάσκετ κοντεύει να εκραγεί, ενώ το ’96 βγάζουν το διπλό “The Best Of The Beast”.
Tο ’99 επιστρέφουν οι Dickinson-Smith, και τους βλέπουμε πρώτη φορά ως εξάδα στη Ριζούπολη (μάλιστα εκείνο το Σεπτέμβριο έβγαλαν εκείνο το βιντεοπαιχνίδι για PC, το Ed-Hunter (έπαιζες κι άκουγες σε κάθε πίστα κι ένα από τα τραγούδια του best-of που το συνόδευε).
Το Σεπτέμβριο του 2001, στην περιοδεία για το “Brave New World” τους ξαναβλέπουμε στον Άγιο Κοσμά, ενώ 2003 μας δίνουν το άνισο “Dance Of Death”. Το 2006 έρχεται το δύσπεπτο αλλά γεμάτο μεγάλα σε διάρκεια τραγούδια “A Matter Of Life And Death” και το 2010 το “The Final Frontier”, που έχει κάτι απ’ όλα τα προηγούμενα. Και το Σεπτέμβριο του 2015, αφ’ ότου ο Dickinson νίκησε τον καρκίνο, μας παρουσίασαν το πρώτο τους διπλό άλμπουμ, το “The Books Of Souls”, πιθανόν ό,τι καλύτερο συνολικά είχαν φτιάξει από το 2000 και μετά.   
Έτσι, όταν μέσα στον Ιούλιο κυκλοφόρησε το «καινούριο» “Writing On The Wall” η με ευλάβεια εξεθρεμμένη maidenmania άρχισε παβλοφικά να κοχλάζει. O Σεπτέμβριος θα είναι και πάλι Maiden.
Τα  τελευταία χρόνια, με το κάποτε λεγόμενο “single” (που κυκλοφορούσε για να πάρουμε μια γεύση από το άλμπουμ), να είναι πλέον lyric video στο youtube, τα ήθη της ακρόασης και συνακόλουθα η διαδικασία αποτίμησης του καινούριου δίσκου ενός καθιερωμ΄νου καλλιτέχνη έχουν αλλάξει συνολικά.
Για δε τους Maiden, από το “Holy Smoke” και μετά, το να μην είναι τα single τους τα «καλύτερα» κομμάτια του άλμπουμ είναι κάτι μάλλον συνηθισμένο (βλέπε “The Wicker Man”, “Wildest Dreams”, “Different World”). Όμως το “The Writing On The Wall” ομολογώ ότι με απογοήτευσε.
Κάτι το «παιδικό» animation βίντεο κλιπ, κάτι οι συνεντεύξεις των Shirley, Harris και Dickinson ότι ήταν «εύκολη η ηχογράφηση», μ’ έκαναν να σκεφτώ ότι θα πρέπει να οπλιστώ με θάρρος και πολλή καλή θέληση για ν΄ακούσω το άλμπουμ, το οποίο λέει ήταν έτοιμο από το 2019, προ κορωνοϊού, «ηχογραφήθηκε στο ίδιο στούντιο με το Book Of Souls και θα ήταν το πιο μεγάλο σε διάρκεια, αφού θα ξεπερνούσε τα 80 λεπτά. Η νερωμένη πρώτη γεύση δεν μεταβλήθηκε μέσα στον Αύγουστο από το δεύτερο κομμάτι, το “Stratego” το οποίο –χωρίς να μπορώ να πιάσω καλά στίχους- που φάνηκε κάπως κακοτράχαλο, χωρίς ευκρινές ρεφραίν, με τα τύμπανα του McBrain πολύ μπροστά και τη φωνή του Dickinson αδύναμη ή και θαμμένη σε μια κακή μίξη.
Οι συνθήκες, το επαναλαμβάνω, ακρόασης ενός καινούριου δίσκου έχουν πλέον αλλάξει, προσωπικά πιστεύω, με βεβαιότητα προς το χειρότερο. Η συντριπτικά μεγαλύτερη πλειοψηφία των ακροατών ακούμε τα καινούρια κομμάτια για πρώτη φορά μπροστά σε μια οθόνη pc ή κινητού. Επίσης, τα ακούμε μία φορά κάνοντας άλλα πράγματα, ή καταχρώμενοι, από την ανυπομονησία και τους ρυθμούς της σύγχρονης, δύσκολης καθ’ όλα γαμοζωής των χρόνων του κορωνοϊού, της δυνατότητας να πηδήξουμε στο επόμενο εύκολα, πριν καν το προηγούμενο τελειώσει. Αυτό για ένα συγκρότημα όπως οι Maiden μπορεί να αποβεί από άδικο ως καταστροφικό.
Κόντεψε να μου συμβεί κι εμένα.
Αδυνατώντας να βγάλω από το μυαλό μου την εικόνα ενός Kevin Shirley που μασαμπουκιάζει με τα πόδια πάνω στην κονσόλα και λέει συνεχώς «ναι» σ’ ό,τι του υπαγορεύει ο Harris, η πρώτη ακρόαση, μ’ όλο που διέκρινα ορισμένα ωραία πράγματα από δω κι από κει, με κούρασε. Η αίσθηση ότι οι Maiden εδώ και 30 χρόνια χρειάζονται έναν κανονικό παραγωγό να τους λέει «αυτό το ριφ το έχουμε έχουμε ξαναηχογραφήσει εκεί κι εκεί», «αυτό το κομμάτι δεν πρέπει να είναι 7 λεπτά, αλλά 4:42 το πολύ», «εδώ χρειάζονται και δεύτερα φωνητικά», «το σόλο αυτό δεν πάει πουθενά», αυτό δηλαδή που μέχρι και το “Seventh Son ” έκανε ο Martin Birch (αδυνατώ να πιστέψω αν θα μας άρεσε το “Infinite Dreams” αν τα κουπλέ κρατούσαν άλλα τέσσερα λεπτά) με επισκέφθηκε έντονη.
Η δεύτερη ακρόαση, κι αυτή υπό ψηφιακές συνθήκες, ενδιάμεσα από διάφορες άλλες δραστηριότητες, δε βοήθησε – το αντίθετο. Ο στριμόκωλος και απαιτητικός εαυτός μου είχε πάρει τα ηνία. To “Senjutsu” φέρνει κάπως στο νου το “Nomad” από το “Brave New World”. Υποβλητικό, εντάξει, τό’χουν όμως κάνει εκατό φορές καλύτερα το να ξεκινούν επιβλητικά, ήδη από το “Sign Of The Cross”. Ακολουθούν τα δύο tasters που συνέχισαν να μου ακούγονται πρόχειρα, fillers στην καλύτερη, ειδικά το “Writing…”.
To δεκάλεπτο “Lost In A Lost World”, ένα από τα κομμάτια του Harris που εδώ και 20 χρόνια καταδεικνύουν έντονα σημάδια συνθετικής στειρότητας, μερική κώφωση, κακογουστιά ή και (το χειρότερο) μια κρυμμένη βαθιά πεποίθησή του ότι το κοινό των Maiden είναι αυτό που έρχεται εκστασιασμένο στις συναυλίες για να τα σπάσει με την ακολουθία καλπασμός/σόλο/ρεφραίν/ωωωωω-ωωω. Ξύπνα Harris ! Επιτέλους μ’ αυτό το σταμάτα το μαλακό/ξεκίνα το σκληρό, τό΄χεις εξαντλήσει από το “Afraid To Shoot Strangers”, κόφ΄το !
Κάπου εκεί, τό’κοψα κι εγώ, συνειδητοποιώντας ότι αποσπασματικά δίσκο Maiden δεν άκουσα ποτέ και δεν υπάρχει λόγος ν΄αρχίσω τώρα. Αποφάσισα να περιμένω να πάρω στα χέρια μου το ενσώματο αντικείμενο, το διπλό cd και να δημιουργήσω, ανάμεσα στις υπόλοιπες, πάντα πολλαπλές, υποχρεώσεις του Σεπτεμβρίου, τις δέουσες, τις δοκιμασμένες στα χρόνια, περιστάσεις ακρόασης. Ερμητικό κλείσιμο πόρτας αρχηγείου («έχω δουλειά, δεν υπάρχω για κανέναν σήμερα το απόγευμα» και τα συναφή), φυσική επαφή με την προηγούμενή τους δισκογραφία (πάντα λειτουργεί με ειδικό τρόπο πριν κούσω «το καινούριο», το να μπορώ να αγγίξω και να περιεργαστώ για χιλιοστή φορά προηγούμενα βινύλια, cd, ακόμη και κασσέττες, ψηφίδες όλα τους σ’ ένα εξατομικεμένο για τον καθένα μας μωσαϊκό ζωής), στερεοφωνικό ρυθμισμένο έτσι όπως ταιριάζει στο ακρόαμα, πολυθρόνα και βιβλιαράκι με τους στίχους ανά χείρας.



Και εκεί, μετά από τρεις ακροάσεις στη σειρά, χωρίς να διακόψω ή να περάσω κομμάτι, άκουσα το πραγματικό “Senjutsu”.
Ναι, οι Iron Maiden, οι πρώτοι που πλέον είναι και οι τελευταίοι της παλιάς σχολής, αυτοί που δεν ακούν κανένα πέρα από τον εαυτό τους, που δεν ακολουθούν κανέναν παρά μόνο το δικό τους αισθητήριο, με νέο μελάνι, καταφέρνουν να ανανεώσουν το ανεξίτηλο ηχητικό τατουάζ που φέρουμε όσοι θεωρούμε εαυτόν μεταλλά. Ένας δίσκος που αργεί, αλλά όταν τον αφήσεις να σε πάρει μαζί του και να λειτουργήσει, όπως κάθε δίσκος των Maiden, έχει κι αυτός τη μεταλλογόνο ψυχοθεραπευτική δράση που μας κρατάει ζωντανούς.  
Είναι δύσκολο πλέον να αποτιμήσεις οποιονδήποτε δίσκο των Maiden. Στην ουσία η δυσκολία δεν είναι να τον κατατάξεις, αλλά να προετοιμαστείς κατάλληλα για να τον νιώσεις, να αναπεμφθείς στην ουσία της μουσικής τους.
Ο αποστασιοποιημένος, κριτηριοποιημένος στα λιγώτερο συναισθηματικά του ακροατής θα πει :
Είκοσι ένα χρόνια μετά την επιστροφή σου, ακόμη κι αν είσαι το ίδιο ευφυής, ορεξάτος, εμπνευσμένος, αποδοτικός και εκτελεστικά ικανός χρειάζεσαι κάποιον που να ξέρει και να θέλει να σε κάνει ν’ ακούγεσαι ακόμη καλύτερος, όχι για το 2021, αλλά και για το 2121: έναν κανονικό παραγωγό.
Να ανεβάσει στη μίξη τα φωνητικά του Dickinson. Όσο κι αν ο 63 τενόρος παραμένει ακμαίος και στη σκηνή μεταμορφώνεται σε θεατρικό πολυπρωταγωνιστή, το ηχογράφημα είναι άλλο πράγμα. Το ηχογράφημα μένει για πάντα. Γι’ αυτό και θέλει κόπο, προσοχή, οικονομία και προοπτική.
Να κόψει ορισμένα κομμάτια κατά δύο – δυόμισυ λεπτά (αυτές οι εισαγωγές και τα outro με το μπάσο δεν πια καλή ιδέα και πάντως τη φάγαμε από το 2006 και μετά σε μεγάλες ποσότητες), ώστε ν’ ακούγονται περιπετειώδη αντί επίπεδα και σε σημεία κουραστικά. Τα γνωρίσματα για τα οποία το prog απωθεί σταθερά και χωρίς επιστροφή μια μερίδα των ακροατών του ροκ είναι οι πιο αργοί κι απ’ το θάνατο ρυθμοί και η φλύαρη, χωρίς ευδιάκριτο λόγο διάχυση. Όποια μουσική φράση, μελωδία ή στίχο μπορείς να τον ολοκληρώσεις σε 45 δευτερόλεπτα, (τουλάχιστον την ουσία του), μην τον αφήνεις να διαρκεί τέσσερα λεπτά. Αυτό το κάνανε οι Genesis και οι Yes to ’72, όμως όταν είσαι heavy metal, το uncut μιας ιδέας δεν είναι σχεδόν ποτέ η καλύτερη λύση, χάνεις σε αιχμή και π λ α δ α ρ ε ύ ε ι ς.
Θα πει, επίσης ότι η δυναμική σ’ ένα τραγούδι metal, ειδικά σ’ ένα των Maiden, το μοντάρισμά του και η ακριβόχρονη φωτοσκίαση, είναι σπουδαιότερα από την πρωτοτυπία του. Όταν όμως το δεύτερο δεν το περιμένεις (και στην ουσία δεν το επιθυμείς) και φαίνεται να μην έχει προσεχτεί (στην «εύκολη ηχογράφηση») το πρώτο, τότε διαπιστώνεις ότι οι ήρωές σου, πιθανότατα να έχουν απορροφηθεί από αυτό που νομίζουν ότι είναι το δυνατό τους σημείο, ενώ πλέον είναι το αδύνατό τους. Αρτηριοσκλήρυνση. Έχει τίμημα το να μην ακούς κανέναν εκτός από τον εαυτό σου και εκείνο που αντιλαμβάνεσαι ότι αρέσει στο κοινό από σένα. Έτσι όμως τους πιο πολυσυλλεκτικούς, αυτούς που θέλουν να προχωρήσουν, στην πορεία, θα τους χάσεις.
Από την άλλη, όποιος έχει ζήσει με τους Maiden, ξέρει. Θα τους δώσει το χρόνο που τους πρέπει. Τα κριτήρια που οι ίδιοι οι Maiden έχουν θέσει είναι δυσθεώρητα για οποιαδήποτε κατάταξη. Είναι μια μπάντα που π ο τ έ δεν έχει κοροϊδέψει. Που πάντοτε είχε ένα και μοναδικό κριτήριο: το να μη νιώσουν ποτέ οι οπαδοί ότι η μπάντα είναι απέναντί τους υπεροπτική, ότι προκρίνει τη δική της «μουσική εξέλιξη» λησμονώντας από που ξεκίνησε και χάρις σε ποιούς έγινε σήμερα θρύλος. Μιλάμε για τη μουσική των αθέλητων. Μιλάμε για μουσική που προέρχεται από δουλειά και από όνειρα που όλοι απέρριπταν ή υπέβλεπαν. Μιλάμε για mentality West End, όχι τίποτε νεόπλουτες μούφες, ούτε τίποτε πειραματόζωα λογιστών και ψυχολόγων όπως οι δέκα χρόνια νεώτεροί τους Metallica.
Αφήνοντας λοιπόν τον μεϊντενισμό να ενεργήσει, αυτός που χωρίς να πάσχει από τύφλωση έχει ζήσει και μεγαλώσει με τους Maiden, αυτός που ξέρει ότι σημασία έχουν σε κάθε τραγούδι έχουν και τα ονόματα μέσα στην παρένθεση, θα δει. Θα διακρίνει.
Το δραματικό εύρος στη φωνή του Dickinson στο ομώνυμο και το tribal παίξιμο του ΜcBrain στα οκτώ plus λεπτά του. Την εφοδεύουσα, ατρόμητη οίηση του “Stratego”, (από Gers/Harris), τους στίχους τους ειπωμένους μέσα από την τραγικότητα της έτοιμης να πεθάνει ψυχοσύνθεσης ενός πολεμιστή – μπορεί σαμουράϊ, μπορεί τουφεκιοφόρου στη Λεγεώνα των Ξένων, μπορεί ανώνυμου sniper στον Πόλεμο του Κόλπου. Τα ανοικονόμητα σόλο και το μοιραία προφητικό του στίχου “Now we are victorious, we've become our slaves - A land of hope and glory building graveyards for the brave - Have you seen the writing on the wall?” στο “Writing On The Wall”.
Στo –μόνον τετράλεπτο- “Days Of Future Past” (η έμπνευση από το graphic novel “Constantine” [βλ. και την ταινία με τον Keanu Reeves], για το μάταιο, άδικο ως και απάνθρωπο της αθανασίας), θ’ ακούσει τον Dickinson (το έχει γράψει μαζί με τον Smith) να παίρνει φόρα και να πάει ν΄ανανηφθεί στα ουράνια (χωρίς βοήθεια πάντως από την μέτρια μίξη, είναι αλήθεια), καβάλα σε μια μελωδική γραμμή φωνητικών που φέρνει κάπως στο “Αt Τhe Gates Of Urizen” από το δεύτερο προσωπικό του άλμπουμ και το σόλο - vintag-ιά Adrian Smith. Μ’ αυτό και με το καλοδομημένο “The Time Machine” (των Gers/Harris), όπου Dickinson γίνεται τραγικός χρονοταξιδιώτης των στίχων, οι κιθάρες ξεκλειδώνουν πάνω στον καλπασμό και ο πρώτος δίσκος κλείνει με τον σιτεμένο ακροατή δικαιωμένο:



Αυτά είναι τα καινούρια κομμάτια των Maiden. Ακούω, με διατρέχουν και εξακολουθώ να υπάρχω.
Θ’ ακούσει το δεύτερο δίσκο να ξεκινά με το πραγματικά αριστουργηματικό “Darkest Hour” των Smith/Dickinson, το οποίο, επιτέλους, επιφέρει την άρρητη αίσθηση που κάθε δίσκος Maiden καταφέρνει: ΜΕΓΑΛΕΙΟ. Ο μονόλογος του Τσώρτσιλ (και πάλι σινεματική αναφορά, στην επική ομώνυμη ταινία του 2018 με τον Gary Oldman), που μετά την πανωλεθρία της Δουγκέρκης καλείται να ρίξει ένα ολόκληρο έθνος στον πόλεμο, δίνει στον Dickinson την ευκαιρία να αποτυπώσει μια από τις καλύτερες ερμηνείες του (όχι μόνο τα τελευταία 21 δισκογραφικά χρόνια) ενώ ο λυρισμός των διαδοχικών σόλο από τους τρεις κιθαρίστες μπαίνει κατευθείαν στην μεϊντενική ανθολογία. Πράγμα πολύ δύσκολο, για όσους ξέρουν.
Μέχρι το σημείο αυτό, μπορεί η ακρόαση ν’ αφήνει ανάμικτα ίχνη, όμως το καθοριστικό είναι ότι απομένουν ακόμη τρία κομμάτια, όλα του Harris, όλα από 10 λεπτά διάρκεια και πάνω. Ή που θα πρέπει ν’ αποδειχθούν άξια έπη, ή που θα ενισχύσουν την αίσθηση ότι ο 65χρονος πρώην εξτρέμ των τσικό της West Ham θα εξαντλήσει την υπομονή μας, επιδιώκοντας να γίνει ο Rick Wakeman του heavy metal.
Το “Death Of The Celts” πετυχαίνει πότε το ένα και πότε το άλλο. Ένα ακόμη μάλλον by the book μάθημα ιστορίας που, όπως και τα άλλα τα διάσπαρτα στη δισκογραφία των Maiden για τις ηρωικές πτυχές της ιστορίας Ιαπώνων, Σκωτσέζων, Μάγια, Φυλάρχων, Ταλισμανών και Νομάδων, θα μοιάζουν ολίγιστα μπροστά στα κεφάλαια που έχουν προλάβει να γράψουν για Φαραώ (“Powerslave”) και Έλληνες (“Alexander The Great”). Ανεβάζει ταχύτητα μετά τα 5 λεπτά, όπου και με γέφυρα μια μελωδική μπασογραμμή, δίνει σκυτάλη στις τρεις κιθάρες που ξιφομαχούν για άλλα δύο, πριν ολοκληρωθεί στα 10:20.   
Ευτυχώς για το μουσικό βάρος όλου του “Senjutsu”, μυημένοι κι αμύητοι ακροατές με βεβαιότητα θα υποκλιθούν στα δύο τελευταία κομμάτια του δεύτερου δίσκου. Είναι από τα καλύτερα που έχει γράψει ο Steve Harris.
Το “The Parchment” («H Περγαμηνή»), ένα πραγματικό έπος, με κινηματογραφική ανάπτυξη, τον Dickinson στο ρόλο που του ταιριάζει γάντι, του overlord αφηγητή/ιστοριογράφου και σόλο που -σε δύο δόσεις- αυτή τη φορά πραγματικά απογειώνουν. Τα μάτια κλείνουν και μεταφέρεσαι στην προχριστιανική Ασία, την αυτοκρατορία των Παρθίων, όπου στρατοί, τύραννοι, προδοσίες και μάχες περνάνε μπροστά απ΄τα μάτια σου μέσα σε 12μισυ λεπτά, με τον Dickinson στα 9:30 λεπτά ν΄ανεβαίνει στα ύψη κάνοντας όλη την τριχοφυία να ορθώνεται.



Και στο κλείσιμο, έρχεται επιβλητικό, κλασσικό άμα τη εμφανίσει, ένα heavy metal έπος που δικαιώνει τη διάρκειά του, με τίτλο “Hell On Earth”. Πλήρης ανάπτυξη του μουσικού θέματος (το ακούς και βλέπεις τον εαυτό σου σε έκσταση στην επερχόμενη περιοδεία), ο trademark καλπασμός, αρμονίες, σόλο διαξιφισμοί, Dickinson μεστός νοήματος και δραματικός, έστω κι αν οι οκτάβες του δεν είναι άτρωτες απ’ το χρόνο, στίχοι με την ευρείας στόχευσης αμφισημία του μεγαλεπήβολου, ηρωϊκού heavy metal που μόνον οι Maiden έχουν αποτολμήσει να φτιάξουν και να υποστηρίξουν με όλη τους τη μουσική τους ικανότητα και την προσωπικότητα.  
“(…) All you have been, all you have seen - Lost in somewhere in your dreams
How the angels they have fallen - All is nothing what it seems

In the voices that you hear now - In the voices in your head
Now are thinking of a lifetime - You can never feel again

I wish I could go back - Will never be the same again
Bled for all upon this hell on earth”.



Με τρία αναμφισβήτητα κλασσικά κομμάτια (“Darkest Hour”, “The Parchment”, “Hell On Earth”) και δύο - τρία από καλά ως πολύ καλά, το “Senjutsu” δ ε ν είναι το καλύτερο άλμπουμ των Iron Maiden την τελευταία 20ετία. Υπό την έννοια ότι ο Δόγης που έπαιξε στον «Έμπορο της Βενετίας» το 1951 ο Αιμίλιος Βεάκης, δεν μπορεί να θεωρηθεί «ο καλύτερός του ρόλος». Όμως, υπό την ίδια έννοια, μιλάμε για υψηλό επίπεδο και για ατόφιο έχει υπεραρκετές στιγμές θριάμβου και είναι πλήρες ηρωικής στάσης για να το καλωσορίσουμε. Μεϊντενομανείς και μη.
Ως ελιξήριο, ως υπόμνηση, ως ρετρό, ως «φάτε τη σκόνη μας ετερόδοξοι “ακούω απ΄όλα στο σποτι…χμ…σπετσοφάϊ” φλούφληδες», ως heavy metal.  

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

 

// Old Time Rock

// Live Favorites