Pulp: "Different Class"

09/01/2017

Κατηγορία: Old Time Rock

1692

Για εκείνα τα μουσικά γούστα που αποζητούν μια ενδιαφέρουσα ποπ εκδοχή, υπάρχουν (και) οι Pulp, η μπάντα που μαζί με τους Blur, τους Oasis και τους Suede συνέθεσαν τη «χρυσή τετράδα» του Britpop κινήματος τη δεκαετία του ΄90.

 

Στις 90’s συνθέσεις τους ειδικότερα διακρίνεται επιπλέον κι ένας disco new wave χροιάς ρυθμός, με τις πλείστες διάσπαρτες art και glam ροκ πινελιές να προσδίδουν έξτρα θεατρικότητα στο αποτέλεσμα.
 17 χρόνια μετά από τη γέννηση της μπάντας στο post punk Sheffield, ήρθε η μεγάλη στιγμή το 1995 για τον Jarvis Cocker και τα λοιπά μέλη της. Όλα τα μουσικά στοιχεία που τους χαρακτήριζαν βελτιώθηκαν, εμπλουτίστηκαν και  «μπήκαν στο μίξερ» μαζί με "kitchen sink drama" στίχους. Κατάληξη το εξαίσιο Different Class, το πέμπτο στούντιο άλμπουμ του συγκροτήματος, που κυκλοφόρησε στις 31 Οκτωβρίου, σβήνοντας ουσιαστικά τις προηγούμενες δουλειές τους (ακόμη και το επίσης πολύ καλό His 'n’ Hers”), χαρίζοντάς τους τεράστια επιτυχία (Νο 1 θέση στα UK Albums Chart, τέσσερα singles στο βρετανικό top ten και το βραβείο Mercury Music Prize) και ανάγοντας τον τραγουδιστή του Jarvis σε «εθνικό ήρωα».



Ο τίτλος του άλμπουμ προέρχεται από φράση στην οποία συνήθιζε να καταφεύγει φίλος υ Jarvis, για να περιγράψει εκείνη την κατάσταση που αποτελεί μια κατηγορία από μόνη της. Μια φωτογραφία από real time σκηνή γάμου χρησιμοποιήθηκε από το συγκρότημα για το εξώφυλλο του δίσκου, χωρίς καν να το γνωρίζει ο γαμπρός και χωρίς να πληρωθεί το ζεύγος και οι λοιποί απεικονιζόμενοι για τα πνευματικά δικαιώματα, μέχρι το 2011 οπότε η νέα δισκογραφική εταιρία των Pulp ετεροχρονισμένα (αλλά όχι και τόσο γενναιόδωρα) προσέφερε στους «αδικημένους» δωρεάν VIP θέσεις για να παρακολουθήσουν live το συγκρότημα.   
Τα 8 από τα συνολικά 12 κομμάτια γράφτηκαν σε μια έκρηξη έμπνευσης του Jarvis, που φαίνεται ότι τον κατέβαλε η αίσθηση του «τώρα ή ποτέ». Η μουσική σε όλο το μήκος του άλμπουμ ιδιαιτέρως κινηματογραφική και αντιπροσωπευτική εκείνου του περίεργα μαγευτικού, σχεδόν επικού ήχου στον οποίο καταλήγει ένα σχήμα μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες αναζητήσεων. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα μείγμα από βρετανική ποπ, new romantic keyboards και glam rock της Bowie εποχής, ένα σύνολο που αποπνέει άφθονη αυτοπεποίθηση και στο οποίο συνέβαλε ιδιαίτερα ο παραγωγός του δίσκου Chris Thomas.
 Ο Jarvis, ως μια άλλη ισχνή, λιπόσαρκη εκδοχή του Bryan Ferry, μετουσιώνεται μέσα από αυτή τη δουλειά σε ένα παράξενο pop icon που εκπέμπει γοητεία, σεξουαλικότητα και κυρίως μια αρρωστημένη αίσθηση του χιούμορ, φλερτάροντας απροκάλυπτα με το κοινό του.
 Οι θεματικές των κομματιών είναι κατά βάση δύο, από εκείνες που απασχολούν ούτως ή άλλως τους Βρετανούς διαχρονικά: η αντιπαλότητα των κοινωνικών τάξεων και το σεξ. Ο Jarvis συλλαμβάνει στίχους που αναπαριστάνουν την καθημερινή ζωή στην Αγγλία αποδίδοντας ευφυώς τις σχετικές συμπεριφορές, τις νοοτροπίες και τα γλωσσικά ιδιώματα εκπροσώπων των προαστίων και της εργατικής τάξης. Ως ένας άλλος Mike Leigh (σκηνοθέτης μεταξύ άλλων και της ταινίας Μυστικά και Ψέματα) αποδοκιμάζει την κουλτούρα των μεγαλοαστών, αναδεικνύει και εκθειάζει τις folk συμπεριφορές της μεσαίας τάξης και ανασύρει αξίες και τρυφερά αισθήματα από τη μουντή και πεζή ζωή των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων στην Αγγλία.


Ο πιασάρικος «ύμνος» του άλμπουμ, το κλασικό hit “Common People”, ένα αψεγάδιαστο πάντρεμα χορευτικής ποπ και glam rock, αναγόμενο σε μια εποχή που τα νήματα της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο Λονδίνο κινούσαν συγκεκριμένες φατρίες, παρουσιάζεται σαν ένα ανέκδοτο: το πλουσιοκόριτσο «επιστρατεύει» τον φτωχό πλην τίμιο (και τότε ανώνυμο) συμφοιτητή της Jarvis από τη Σχολή Καλών Τεχνών St Martin’s να της δείξει πώς ζουν οι «κοινοί θνητοί». Το κομμάτι ανοίγει ο πασίγνωστος στίχος «She came from Greece she had a thirst for knowledge/Ste studied sculpture at St Martin’s College». Η αφήγηση προχωράει, o ρυθμός εντείνεται και το αρχικό απλοϊκό σενάριο καταλήγει στην αυτονόητη διαπίστωση ότι οι πλούσιοι και ισχυροί αυτού του κόσμου ποτέ δεν θα καταφέρουν να κατανοήσουν και να ενστερνιστούν τις συνθήκες διαβίωσης των λιγότερο ευνοημένων οικονομικά (“You’ll never understand how it feels to live your life/With no meaning or control and with nowhere left to go/You are amazed that they exist/And they burn so bright whilst you can only wonder why”) ούτε να υιοθετήσουν πραγματικά τη λαϊκή κουλτούρα και τον μποέμικη ζωή, αφού θα έχουν την περιουσία τους ως δίχτυ ασφαλείας κάθε φορά που θα τα βρίσκουν σκούρα (“But still you never get it right cos when you’re laid in bed at night watching roaches climb the wall/If you call your dad he could stop it all”). Όσο για τη φήμη ότι την έμπνευση για το κομμάτι αποτέλεσε η σύζυγος του Έλληνα πρώην Υπουργού Οικονομικών και κόρη γνωστού επιχειρηματία, η οποία ήταν την ίδια περίοδο συμφοιτήτρια με τον Jarvis στη Σχολή, δεν επιβεβαιώθηκε από καμία πλευρά. 
Η πλέον πάντως χαρακτηριστική στιγμή του κομματιού βρίσκεται στο τελευταίο λεπτό, όταν πέφτει τελείως ο ρυθμός, με το synth να επαναλαμβάνει μονότονα τη βασική μελωδία, προτού αρχίσει να αυξάνει προοδευτικά βγάζοντας ο Jarvis (που δεν ξεχνά από πού ξεκίνησε) τα εσώψυχά του, θαρρείς ένα άχτι κραυγάζοντας με ειρωνία:
“Wanna live with common people like you / Wanna live with common people like youuuu la la la la / Ohhh la la la la / Ohhh la la la la/ Ohhh la lalala oh yeah!”.
 
Ίδιου νοήματος και το εκρηκτικό, opening track Mis-Shapes”. Οι απανωτοί ήχοι της κιθάρας συγκαλύπτουν το βαθύτερο νόημα του κομματιού. Εδώ ο Jarvis παίρνει αποφασιστικά (και με κάποια υπεροψία) τον λόγο για λογαριασμό της γενιάς των 20 plus freaks και geeks που έφαγαν τα μάτια τους στα βιβλία (οι σπουδές δεν είναι κάτι αυτονόητο στην Αγγλία) και δεν θέλουν να πιαστούν κορόιδα από μια κοινωνία γεμάτη ψέματα και κούφια αισιοδοξία. Χαρακτηριστικοί οι στίχοι:“
Oh we weren’t supposed to be, we learnt too much at school now we can’t help but see that the future that you’ve got mapped out is nothing much to shout about”[…] “We want your homes, we want your lives, we want the things you won’t allow us/We won’t use use guns, we won’t use bombs, we’ll use the one thing we’ve got more of – that’s our minds”.

Τι άλλο μπορούμε να υποθέσουμε από το ότι έχουμε να κάνουμε με ένα διανοουμενίστικο μανιφέστο που μοιάζει πιο επίκαιρο από ποτέ.
 Η επικριτική διάθεση του Jarvis απέναντι στη λογική της μάζας αποτυπώνεται εναργώς με το χιουμοριστικό και ανεπαίσθητα σατυρικό Sorted For Es & Wizz. Οι κοινοβιακές rave συνευρέσεις τύπου Woodstock στα τέλη του ΄80 και τις αρχές του ΄90, όπου η χρήση ναρκωτικών έδινε και έπαιρνε, προσέφεραν μεν χαρά και κέφι, αλλά μόνο επιφανειακά και οι σχέσεις που μπορεί να προέκυπταν ήταν τελικά εφήμερες:
Is this the way they say the future's meant to feel οr just twenty-thousand people standing in a field ?”.
Στη σκακιέρα των εντυπώσεων, οι άνθρωποι προδίδουν και προδίδονται, οι αποστάσεις που τους χωρίζουν είναι αγεφύρωτες, η ευτυχής κατάληξη δεν είναι εύκολη υπόθεση. Δεν δίνονται όμως και λύσεις. Όπως αναφέρεται στο βιβλιαράκι του CD single, “IT DIDN'T MEAN NOTHING”.
 
Το Soho, γνωστό «αξιοθέατο» του Λονδίνου για τις αμέτρητες επιλογές που προσφέρει σε μπαρ, παμπ, εστιατόρια, μουσικές σκηνές, γκαλερί κ.ά. βρίσκεται υπό κριτική στο closing track Bar Italia”.
Απέχοντας μακράν από την όποια ποιότητα είχε να επιδείξει στη διασκέδαση των ΄60’s, του απέμεινε μόνο μια ξεθωριασμένη φήμη αρκετή όμως για να προσελκύσει ανίδεους «τουρίστες». Γενικά το clubbing στην Αγγλία τη δεκαετία του ΄90’s, αρκούντως κιτς και χαμηλοτάτου επιπέδου, λειτουργώντας ως τρόπος διαφυγής για τις μάζες, άφηνε τελικά ένα μεγάλο κενό σε όσους το προτιμούσαν, όπως αποτυπώνεται και στο Monday Morning. Ένα ζευγάρι εδώ βρίσκεται να επιστρέφει «κουδούνι» μετά από ένα Σαββατοκύριακο κραιπάλης σε club την ίδια στιγμή που η πλειοψηφία κινείται στην αντίθετη πλευρά πηγαίνοντας για τη δουλειά. Ο Jarvis αναλογίζεται: “You’re looking so confused, what did you lose? Oh, it’s OK—it’s just your mind”.
 

Οι συνιστώσες του έρωτα καθορίζονται ποικιλοτρόπως στις σχετικές συνθέσεις. Στα Pencil Skirt” (με θέμα την απιστία), “Live Bed Show” και “Underwear” (με μια καταπληκτική σόλο κιθάρα το τελευταίο) η love ΄n sex προσέγγισή τους είναι στυγνή και κωμικοτραγική μαζί. Σε αντίθεση, το “Something’s changed” είναι ομολογουμένως πιο εσωτερικό και συναισθηματικό καταφέρνοντας να προκαλέσει γνήσια συγκίνηση.
Αναφέρεται στη μοίρα, σε εκείνες τις μικρές αποφάσεις που παίρνει κάποιος τυχαία και μπορούν να καθορίσουν την υπόλοιπη ζωή του. Αντί να μείνεις σπίτι, βγήκες έξω, έζησες λίγο και συνάντησες τον μεγάλο έρωτα, πόσο πιο απλό;Κατά την ομολογία του Jarvis πρόκειται για το πιο ρομαντικό ερωτικό κομμάτι που κατάφερε να σκαρφιστεί το συγκρότημα στην ιστορία του. Στο παθιασμένο, με τα αργά keybords να αποδίδουν το κλίμα, F.E.E.L.I.N.G.C.A.L.L.E.D.L.O.V.E.” απομυθοποιείται με τον καλύτερο τρόπο ο έρωτας μέσα από την περιγραφή της πραγματικής αίσθησης που αφήνει. Ερωτική επιθυμία σημαίνει διαρκής αναστάτωση του σώματος και του πνεύματος, ένα γερό δέσιμο στο στομάχι, ένα ανακάτωμα αντίστοιχο με αυτό που προκαλεί η υψοφοβία. Δύσκολα βρίσκεται άλλη μουσική σύνθεση που να αποδίδει το lovesickness καλύτερα:
“All the stuff they tell you about in the movies, but this isn’t chocolate boxes and roses—it’s dirtier than that, like some small animal that only comes out at night.” 


Στο δεύτερο πιο αναγνωρισμένο κομμάτι του δίσκου, βιογραφικό Disco 2000”, με disco indie ρυθμό, o Jarvis ξαναβρίσκει τον παιδικό του έρωτα. Η άδοξη κατάληξη της σχέσης (“we were friends, that was as far as it went”) δεν φαίνεται να επισκιάζει το αίσθημα ευφορίας που διαδίδεται εύστοχα μέσα από τα «φωτεινά» synths και  με το riff της κιθάρας «κλεμμένο» από το “Gloria” της Laura Branigan.
 
Στο σκοτεινό, παρανοϊκό I Spy συμπλέκονται το σεξ και (πάλι) οι κοινωνικοί διαχωρισμοί. Η σύνθεση είναι κατά βάση ορχηστρική, σκληρή, όπως θα έκανε ο Nick Cave. Ο Jarvis εδώ σε ρόλο αντιήρωα, εμφανίζεται ως ο κοινωνικός σαμποτέρ που στρέφεται κατά των ματσωμένων γιάπηδων με το πλέον ύπουλο τρόπο: κοιμάται με τον «εχθρό» και δη τη σύζυγο ενός από αυτούς:
I’ve been sleeping with your wife for the past 16 weeks, smoking your cigarettes, drinking your brandy, messing up the bed that you chose together”. Θα μπορούσε η αποπλάνηση να έχει θετική κατάληξη (“I will take you from this sickness, dinner parties and champagne/I’ll hold your body and make it sing again”), η πραγματικότητα όμως απέχει μακράν από το χολιγουντιανό happy end με τον Jarvis σε μισανθρωπική διάθεση να δίνει απότομα τέλος, επιλέγοντας τoν μοναχικό δρόμο.
 
Η πρώτη, επιφανειακή εκτίμηση του δίσκου τον συγκαταλέγει στα «εύκολα» ποπ ακούσματα disco διαθέσεων. Εξάλλου, μόλις μετά βίας στην παραπάνω παρουσίαση αναφέρθηκαν όργανα και ήχοι, χωρίς  να παραβλέπουμε ότι οι μουσικοί τόνοι που επιλέχθηκαν δένουν απόλυτα με τις αφηγήσεις που γίνονται αναδεικνύοντάς τις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Ακούγοντας πιο προσεκτικά τι μας λέει ο Jarvis με τα τραγούδια, αντιλαμβανόμαστε ότι έγραψε κάποιους από τους καλύτερους στίχους της τελευταίας 20ετίας, τουλάχιστον για την ποπ.
Αυτό δεν το έκανε ποιητικά, όπως ο Dylan ή ο Stipe, δεν ήταν εξάλλου αυτός ο στόχος ούτε και το στυλ του. Αντίθετα, αφού κάθισε και παρατήρησε τι χαρακτηρίζει τη βρετανική κοινωνία και τον τρόπο ζωής των συμπατριωτών του, αποτύπωσε τις εντυπώσεις και τις ιδέες του ευθέως και ειλικρινώς, σαν τον Morrissey, με απλές, κοφτές προτάσεις που συνθέτουν ιστορίες αληθινών, καθημερινών ανθρώπων. Μιλά για τους ανθρώπους της εργατικής τάξης που είναι καταδικασμένοι να παραμείνουν εγκλωβισμένοι σε μια μίζερη ζωή, το ίδιο και τα παιδιά τους.
Για εκείνους τους νέους που δεν τους έχει απομείνει τίποτα άλλο να ελπίζουν από μια ανούσια διασκέδαση το Σαββατόβραδο, κάποια συνάντηση που μπορεί να τους δώσει λίγη χαρά. Μια ματιά στο εξώφυλλο, με τη φωτογραφία από έναν συμβατικό γάμο (εναλλακτικά θα μπορούσε να ήταν η φωτογραφία των θαμώνων σε  μία παμπ ή άλλον αντίστοιχο χώρο), αρκεί για να μας προϊδεάσει για τον «λαϊκό» χαρακτήρα που θέλει να έχει το άλμπουμ.
 
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Cocker κάποια χρόνια μετά από την κυκλοφορία του: «Στην πραγματικότητα δούλεψα μυστικά, προσπαθώντας να παρατηρήσω τον κόσμο γύρω μου, κρατώντας σημειώσεις που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως αναφορές μελλοντικά και έχοντας πρόθεση να υπονομεύσω την κοινωνία».
Και παρόλο που είναι μια δουλειά που αναφέρεται στην εποχή που δημιουργήθηκε, επιδεικνύει τη σπάνια αρετή να ενδιαφέρει εξίσου και σήμερα προκαλώντας νοσταλγικούς συνειρμούς για τα ΄90’s και κυνικούς στοχασμούς γύρω από το κυνήγι της ευτυχίας. Ίσως σε αυτή τη δικαιολογητική βάση το περιοδικό NME κατέταξε το Different Class” στη θέση νούμερο 6 στη λίστα με τα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών.  
 
Σε κάθε περίπτωση, οι όποιοι προβληματισμοί που τέθηκαν παραμένουν, δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις που να τους επιλύουν, όπως αφήνει να εννοηθεί και το συγκρότημα με το μήνυμα που στέλνει στο πίσω μέρος του CD:
“Please understand. We don’t want no trouble. We just want the right to be different. That’s all”. And that’s all indeed !!
 

Μαρία Γεωργιάδου