Depeche Mode: "Songs Of Faith And Devotion"

26/01/2017

Κατηγορία: Old Time Rock

2313

Ακούγοντας και μόνο το όνομα “Depeche Mode”, ένα χαμόγελο διαγράφεται ανεπαίσθητα. Σχολικές αναμνήσεις, εφηβικά παραστρατήματα, ιδέες του «να τα βροντήξω και να φύγω» όλα με μία και μοναδική μουσική επένδυση: εκείνη της ηλεκτρονικής μπάντας των παιδιών από το Essex της Αγγλίας, της δικής μου ενσάρκωσης (μιας θεωρητικής κατά τα άλλα) επανάστασης.

 

Η ιστορία των Depeche Mode ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του 1980, στη χρονική στιγμή της μεγάλης άνθησης της «εύκολης», βασικά προοριζόμενης για διασκέδαση ποπ. Στη δίνη της γενικότερης ευφορίας που παρέσυρε τα πλήθη, ήταν αλήθεια δύσκολο για εκείνους τους μουσικούς που αποζητούσαν έναν πιο ψαγμένο, καινοτόμο τρόπο έκφρασης, να το πετύχουν έχοντας ταυτόχρονα και την αποδοχή του κοινού. Δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε στους Depeche Mode ότι κινήθηκαν σε ενδιαφέροντες, καθόλου εύκολους μουσικούς ορίζοντες επιδεικνύοντας ένα υλικό που αφορούσε σε θέματα, όπως η αυτοκτονία, οι εμμονές, η αμφισβήτηση, η μεταμέλεια και η πίστη, έχοντας παραδόξως αποκτήσει και ένα ευρύ φανατικό κοινό να τους ακολουθεί κατά πόδας. Πιο συγκεκριμένα, επιλέγοντας ως «όχημα» τη συνθ ποπ με απλές μελωδίες μας παρέσυραν σε ταξίδια εσωτερικών αναζητήσεων και περιπλανήσεων σε άλλες διαστάσεις, με κυρίαρχα στοιχεία τον ανθρώπινο πόνο, πληγωμένες καρδιές και βασικά, υπαρξιακά ερωτήματα να περιμένουν να απαντηθούν. Λίγο πολύ δηλαδή στοχεύσεις που απαντώνται στην κλασική, «σοφιστικέ» ροκ και τη κλασική μουσική. Πολύ απλά, η ποπ μουσική των ΄80’s δεν θα ήταν ποτέ η ίδια χωρίς αυτό το συγκρότημα.  
Στο πρώτο line up, το 1980, συναντάμε τον Vince Clarke, τον Martin Gore, τον Andrew Fletcher και τον Dave Gahan. Από το σχήμα αυτό βγήκε το ντεμπούτο άλμπουμ "Speak and Spell". Το 1982 ο Vince Clarke αποχώρησε για να σχηματίσει τους Yazoo με την τραγουδίστρια Alison Moyet, ενώ ο Martin Gore ανέλαβε κυρίως τον ρόλο του συνθέτη. Το κενό μετά από την αποχώρηση του Clarke καλύφθηκε από τον Alan Wilder. Το κουαρτέτο αυτό ήταν οι Depeche Mode από το 1982 έως το 1995.
 
Ξεκινώντας από μία New Romantic βάση, γνωστή ως new wave, κάποια στιγμή άφησαν κατά μέρος τις ποπ αναφορές τους και επεκτάθηκαν στα ομιχλώδη πεδία της underground dance goth σκηνής έχοντας πάντα ως βασικό μέσο τη χρήση ηλεκτρονικών οργάνων. Ενίοτε έφταναν σε έναν πιο σκληρό, «βιομηχανικό» ήχο, ξεκάθαρο σε σινγκλς όπως το “Blasphemous Rumours”, χωρίς πάντως να λείπουν και οι πιο ασφαλείς, εμπορικές επιλογές.
Το 1995 και αφού ο Dave Gahan ολοκλήρωσε το πρόγραμμα αποτοξίνωσης που του χρέωσε αναγκαστικά η εκτεταμένη χρήση ηρωίνης, τα μέλη της μπάντας επανενώθηκαν έτοιμα να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους με την επόμενη δουλειά τους. Έχοντας ήδη κυκλοφορήσει το εξαιρετικά πετυχημένο εμπορικά και με έξυπνες ηλεκτρονικές δομές Violator” με σινγκλς που ξέρουν και οι πέτρες (“Enjoy the silence”, “Policy of Truth”, “World In My Eyes”, “Personal Jesus”), βρίσκονταν στο peak της καριέρας τους και στα μάτια του κόσμου φάνταζαν μεγάλοι και τρανοί ροκ αστέρες. Ήταν όμως και μια χρονική στιγμή που συνέβαιναν πολλά και διάφορα στη μουσική σκηνή. Ενδεικτικά μόνο αναφέρεται ότι οι Nirvana θεοποιούνταν επαναπροσδιορίζοντας το alternative ροκ και η ηλεκτρονική μουσική πλέον είχε πολλούς εκπροσώπους, με το συγκρότημα Nine Inch Nails να έχει ως βασικό σημείο αναφοράς τους Depeche Mode.
 Aυτονόητα λοιπόν το 1995 ήταν μια χρονική στιγμή με άφθονη πίεση και ανταγωνισμό με ενδεχομένως καταστροφικά αποτελέσματα. Για να αποδώσουν οι Depeche Mode διέφυγαν στην απομόνωση σε στούντιο στην Ισπανία (που φτιάχτηκε ειδικά για το συγκεκριμένο project), καθώς κρίθηκε ότι ήταν η πιο κατάλληλη χώρα σε σχέση με τις θεματικές του άλμπουμ. Οι συνθήκες όμως δεν ήταν τελικά εκείνες που θα έδιναν και την απαραίτητη ώθηση στις εμπνεύσεις τους. Όπως χαρακτηριστικά καταθέτει ο Daniel Miller, ιδρυτής και πρόεδρος της Mute Records, της δισκογραφικής εταιρίας όλων των άλμπουμ των Depeche Mode (εκτός του Delta Machine), του οποίου η σαφής ανάμιξη τον είχε αναγάγει σε αόρατο μέλος τους: «Θυμάμαι το συγκρότημα να καταφτάνει δύο εβδομάδες μετά, αλλά το κλίμα ήταν απαίσιο. Σίγουρα δεν είχαν την κατάλληλη χημεία μεταξύ τους. Ο Martin και ο Fletcher επιδίδονταν στη συνηθισμένη ενασχόληση ενημέρωσης από τα tabloids. O [συμπαραγωγός] Flood πειραματιζόταν με τους ήχους. Ο Alan ήταν στο άλλο δωμάτιο και χτυπώντας τα ντραμς προσπαθούσε να καταλήξει κάπου. Ένας από τους μηχανικούς με τα πόδια πάνω στο γραφείο κοιμόταν. Ο Dave σε δωμάτιο στον πάνω όροφο, με τις κουρτίνες κλειστές, ζωγράφιζε ακατάπαυστα. Η ατμόσφαιρα ήταν νοσηρή και τίποτα ουσιαστικό δεν συνέβαινε. Είχαν έρθει με ιδέες, αλλά δεν ήξεραν πώς να διαχειριστούν τη διαδικασία που θα τους οδηγούσε σε κάποιο αποτέλεσμα ούτε πού ήθελαν να καταλήξουν. Αν και ο δίσκος αναδείχθηκε στον πιο αγαπημένο για ένα μεγάλο μέρος του κοινού, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Από την εμπειρία μας στην Ισπανία δεν κρατήσαμε τελικά κάτι. Στη συνέχεια, το συγκρότημα πήγε στο Hamburg όπου έγινε πιο δημιουργικό, με τις τελικές πινελιές να μπαίνουν από τον ανερχόμενο τότε, ειδικό στις μίξεις Mark Stent».
 
Ευτυχώς όλα τα κομμάτια του παζλ μπήκαν στη θέση τους όπως έπρεπε, το δημιουργικό άγχος βρήκε τις άκρες του και αισίως στις 22 Μαρτίου 1993 κυκλοφόρησε στη Βρετανία το όγδοο στούντιο άλμπουμ των Depeche Mode, ένα ξεχωριστό δείγμα γραφής που εγκαινίασε τη νέα εποχή του συγκροτήματος. Χρησιμοποιώντας ως αφορμή τα μουσικά δεδομένα της ροκ και grunge των ΄90’s προχώρησαν μερικά βήματα παραπέρα από τον κλασικό, ηλεκτρονικό εαυτό τους καταλήγοντας σε έναν πιο επιθετικό, σκοτεινά ροκ τόνο. Οι ποπ διαθέσεις εγκαταλείφθηκαν για να δώσουν τη θέση τους σε ένα είδος goth rock μέσα από ηλεκτρονικά όργανα. Προς αυτή την κατεύθυνση βρίσκονταν και τα ηχητικά «κόλπα» στα οποία κατέφυγαν ο Alan Wilder και ο συμπαραγωγός Flood, αφήνοντας μια αίσθηση διαφορετική που έδενε όμως απόλυτα με τον κλασικό Depeche Mode χαρακτήρα.


Ο νέος, πιο «οργανικός» ήχος υποστηρίχθηκε και μέσα από την αλλαγή της εικόνας του Dave Gahan. Ο frontman εδώ παρουσιάζεται σαν ένας γνήσιος ροκ σταρ, με μακριά μαλλιά, μυώδες σώμα, καλυμμένο με tattoos και με κινησιολογία και συμπεριφορά αντίστοιχη (κατά τον Alan Wilder, o Gahan έμοιαζε σαν να είχε ζήσει στο L.A. για κανά χρόνο). Λογική και επόμενη η πιεστική στάση του για μεγαλύτερη χρήση κιθάρας. Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση κάνει η φωνή ή του. Ιδιαίτερα εμφατική, βαθιά αλλά καθόλου ενοχλητική δείχνει τις μεγάλες ερμηνευτικές της ικανότητες και ταυτόχρονα αναδεικνύει κατά τα μέγιστα τους στίχους του Martin Gore. 
Από το θορυβώδες, εκσταστικά χορευτικό, με σαγηνευτικό ρυθμό I Feel You” εισπράττουμε την πρώτη μεγάλη έκπληξη των νέων προσανατολισμών των Depeche Mode. Στα χνάρια του Personal Jesus”, μας ξανασυστήνονται αφήνοντας να εννοηθεί ότι είναι έτοιμοι για τις σύγχρονες μουσικές προκλήσεις. Ακόμη και οι ροκάδες δεν μπορούν να μην εκτιμήσουν το συνολικό αποτέλεσμα που προκύπτει μέσα από τους σκληρούς ήχους του μπάσου και τα σπαρακτικά backing vocals, με τα συνθς να κρατιούνται διακριτικά πίσω. Το κιθαριστικό ριφ απλό αλλά «νοσηρό» δίνει μια γερή γροθιά στο στομάχι. Ο Gahan τραγουδά “This is the story of our love” και καταθέτει μία συγκλονιστική, εμπνευσμένη ερμηνεία από τις καλύτερες που έχει δώσει. Τα φωνητικά του, γεμάτα εσκεμμένα διαστήματα, αποδίδουν τους αισθησιακούς, με σεξουαλικά υπονοούμενα στίχους του Gore, με τέτοια οικειότητα που μοιάζει σαν να εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά μας με σάρκα και οστά και να μας  τραγουδά live, έχοντας σκοπό να ξεγυμνώσει εξίσου το σώμα και την ψυχή. “I feel you, your sun, it shines. I feel you within my mind. You take me there, you take me where the kingdom comes. You take me to, and lead me through Babylon. This is the morning of our love. It’s just the dawning of our love” [Απαραίτητα η ακρόαση του κομματιού να γίνει σε δυνατή ένταση].
 Εξίσου πιασάρικο αλλά σε έναν τόνο πιο κάτω και το σκοτεινών διαθέσεων Walking In My Shoes” που με τη συγκινητική μελωδία του συνιστά ένα από τα πιο ευαίσθητα, βαθιά συναισθηματικά κομμάτια των Depeche Mode.

Η ομολογουμένως εντυπωσιακή εισαγωγή που έγινε μετριάζεται στη συνέχεια. Οι δυνατοί ήχοι πέφτουν και το σκηνικό έτοιμο για να υποδεχτεί και να προβάλλει κομμάτια έντονης εσωτερικότητας για την πίστη και την αφοσίωση. Εξάλλου, ο δίσκος τιτλοφορείται Songs of Faith and Devotion”. Ο Martin Gore παλεύοντας με τους προσωπικούς του δαίμονες από την παιδική του ακόμη ηλικία αλλά και αντιμετωπίζοντας (ένα όχι και τόσο γνωστό) πρόβλημα αλκοολισμού, με τους στίχους που έγραψε έμοιαζε να αποζητεί ένα είδος σωτηρίας.


Οι Depeche Mode φλερτάρουν με τη γκόσπελ μουσική στο γεμάτο μετάνοια και απογοήτευση Condemnation” (όπως και στο B-side χαρακτήρα Get Right With Me”). Εδώ βρίσκουμε τον Gahan σε μια στιγμή και διάθεση που δεν έχει καμία σχέση με τις προηγούμενες. Η φωνή του με μια αμίμητη βραχνάδα δεν θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα τη θεματική του κομματιού, το φανταστικό μοντέλο ενός ανθρώπου υπό δοκιμασία που δείχνει να μετανοεί και να αποδέχεται την τιμωρία του με πικρία. Το μουσικό κλίμα από το πιάνο και τα ντραμς περίεργα όμορφο δημιουργεί μια νωχελική ευφορία.
Άλλο ένα λιθαράκι στον καινούργια πραγματικότητα των Depeche Mode βάζει το Mercy in you. Με ανατριχιαστικά συνθς και με ασυνήθιστα funky κιθάρα αποτελεί ακόμη μία καινοτόμα, αλλά πιο φωτεινή σε σχέση με τις υπόλοιπες σύνθεση που μιλά για τις τραγικές συνέπειες της τυφλής αγάπης και της δυστυχίας στην οποία μπορεί να οδηγήσει. Ο ολοκληρωτικός έρωτας, όταν ανοίγεσαι και αφήνεις τον εαυτό σου να παραδοθεί χωρίς όρους στην ερωτική σχέση, περιγράφεται και στο “Rush, ένα ακόμη τραγούδι για την πίστη και την αφοσίωση, με μια μουσική προσέγγιση που βρίσκεται πιο κοντά στο παραδοσιακό, γνώριμο στυλ των Depeche Mode


Η ωριμότητα της μπάντας και η επιθυμία της να μεταβεί σε ένα άλλο μουσικό επίπεδο δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερη έκφραση από το In your room”. Από την πρώτη κιόλας νότα καταλαβαίνουμε ότι όντως οι Depeche Mode βρίσκονται κάπου αλλού μουσικά σε σχέση με το παρελθόν. Ο παθιασμένος ήχος των ντραμς, οι παράξενες, «μπερδεμένες» συγχορδίες της κιθάρας και οι παραστατικοί της απελπισίας στίχοι ανάγουν τελικά το κομμάτι στο πραγματικό highlight του άλμπουμ. Όσο προχωράει το κομμάτι το όλο κλίμα γίνεται πιο προσωπικό, ενδεικτικό της κατάστασης εκείνης που προκύπτει όταν δύο άνθρωποι έρχονται πολύ κοντά ερωτικά: In your room where time stands still or moves at your will… In your room where souls disappear only you exist here… I’m hanging on your words living on your breath felling with your skin…”.  
Στην ίδια γραμμή πλεύσης και το Judas”. Η έναρξη θυμίζει Enigma, ο ρυθμός του μαλακός και ήπιος, το συνθ outro ανακαλεί μνήμες από το Blasphemous Rumours” και το ρεφρέν (“…if you want my love ….) που μοιάζει να ταλαντεύεται αποτυπώνεται ασυνείδητα και επαναλαμβάνεται μέσα στο μυαλό μας για πολύ ώρα αφού έχουμε ακούσει το κομμάτι. Μιλάει για την αγάπη που αξίζει μόνο σε εκείνον που έχει κοπιάσει γι’ αυτήν και έχει υποφέρει.
 

Η περίφημη μπαλάντα One Caress” αντανακλά την καλλιτεχνική ωριμότητα του γκρουπ και αποτυπώνει την περίφημη συνθετική δεινότητα του Martin Gore. Με μία υπέροχη μελωδία να βγαίνει μέσα από έγχορδα όργανα κλασικής ορχήστρας και με τους πονεμένους στίχους του Gore που προτρέπει το κορίτσι να τον οδηγήσει στο σκοτάδι, συμπυκνώνεται επάξια μια πρωτότυπα όμορφη μουσική περίσταση που φέρει την προσωπική σφραγίδα του Gore αποτελώντας ένα από τα καλύτερα κομμάτια του.
 Τα φώτα χαμηλώνουν και η αυλαία πέφτει με το ατμοσφαιρικό, επίσης με γκόσπελ επιρροές και έχοντας ηλεκτρονική μελωδία Higher Love”  που κλείνει ιδανικά τον δίσκο αφήνοντάς μας να αναρωτιόμαστε αν ό,τι ακούσαμε ήταν ένα καλό όνειρο ή ένας εφιάλτης.
Στη μακρά, ενδιαφέρουσα πορεία των Depeche Mode το Songs of Faith And Devotion σηματοδοτεί την αναγκαία αλλαγή που έμελε μοιραία να γίνει στον μουσικό χαρακτήρα του συγκροτήματος. Μια αλλαγή όχι τυχαία που αντικατόπτριζε εκτός από τις νέες μουσικές τάσεις και άλλους αστάθμητους παράγοντες που  επέδρασαν αναπόφευκτα και στη μετέπειτα εξέλιξη της μπάντας. Οι στόχοι των μελών του γκρουπ δεν ήταν ξεκάθαροι, οι ζωές τους έμοιαζαν αρκετά μπερδεμένες, με προσωπικά προβλήματα, η λύπη και η δυσαρέσκεια περίσσευαν. Όπως όμως συνήθως συμβαίνει με τους μεγάλους δημιουργούς όλα αυτά κατάφεραν να αντιστραφούν, να επικρατήσουν τα καλά στοιχεία και πάνω από όλα εκείνο το βασικό συστατικό της επιτυχίας τους: η αφοσίωση στην ιδέα του να κάνουν τον κόσμο καλύτερο. Η ιδέα αυτή ήταν κυρίαρχη σε όλο άλμπουμ και ενοποίησε όλες τις καλλιτεχνικές και προσωπικές αδυναμίες φτιάχνοντας ένα εξαιρετικά δυνατό μουσικό υλικό. Έτσι κάπως προέκυψε ένα παθιασμένο, πνευματώδες εγχείρημα που στάζει πόνο και εκφράζει πατόκορφα την αγωνία των Depeche Mode να δείξουν ποιοι είναι, τι αξίζουν, ότι μπορούν να προσαρμόζονται στις μουσικές εξελίξεις διατηρώντας την προσωπικότητά τους και να είναι διαχρονικοί. Πάνω όμως και πριν από όλα καταθέτουν την αγάπη που πάντα είχαν για το κοινό τους.
 Στο διάστημα που ακολούθησε μετά από την παγκόσμια δεκατετράμηνη περιοδεία (The Devotional Tour) για την προβολή του άλμπουμ, κανένα από τα μέλη δεν φαινόταν να βρίσκεται σε καλή φάση. Ο Andrew Fletcher σύντομα θα διέκοπτε τη μουσική δραστηριότητά του προσωρινά λόγω κατάθλιψης, καθώς ένιωθε ότι δεν προσέφερε και πολλά, ο Martin Gore υπέφερε λόγω του αλκοολισμού του, ο Alan Wilder εγκατέλειψε το σχήμα μετά από την ολοκλήρωση της τουρνέ, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό και ο Dave Gahan χαμένος στη ζωή του ροκ σταρ και των σκληρών ναρκωτικών που παραλίγο να του στερήσουν τη ζωή. Παρόλες τις δυσκολίες που υπήρχαν τόσο κατά τη διάρκεια προετοιμασίας του άλμπουμ όσο και μετά από την κυκλοφορία του, ευτυχώς οι Depeche Mode κατάφεραν να κρατήσουν τις ισορροπίες τους, να μη χαθούν όπως τόσα και τόσα άλλα συγκροτήματα και να συνεχίσουν να καταθέτουν αξιόλογες δουλειές. Ευτυχώς για όλους εμάς που μεγαλώσαμε μαζί τους και πάντα θα μας έχουν εκεί κοντά τους, να τους παρακολουθούμε και να είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό.
Εν αναμονή της 17ης Μαϊου που θα έχουμε την ευκαιρία να τους απολαύσουμε κι από κοντά, στη Μαλακάσα, στα πλαίσια της Global Spirit περιοδείας τους, είναι ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε τους λόγους που τους αγαπήσαμε και που σίγουρα είναι πολλοί. Βρίσκονται διάσπαρτοι στα αυλάκια των δίσκων των Depeche Mode που χαρακτηρίζονται από πίστη, μεράκι, αλλά και ειλικρίνεια και πολύ σεβασμό προς τους ακροατές τους. Εν ολίγοις, ένας και μοναδικός στίχος από γνωστό κομμάτι τους τα λέει όλα:I just cant get enough of them…
 
Μαρία Γεωργιάδου