Joe Satriani: "Surfing With The Alien"

25/10/2017

Κατηγορία: Old Time Rock

1491

Η δεκαετία του ’80 αποδείχθηκε μια αναμενόμενα δύσκολη περίοδος για τη νέα γενιά της ροκ κιθάρας. Είχε προηγηθεί μια δεκαετία κατά την οποία η σημασία του οργάνου και τα επιτεύγματα των μουσικών που ταυτίστηκαν μαζί του εκτοξεύθηκαν σε δυσθεώρητα ύψη.

 

«Αν είχες μια μικρή έστω αντίληψη της πορείας του ροκ, το έβλεπες ξεκάθαρα : οι προηγούμενοι τα είχαν κάνει όλα. Όλα. Δεν είναι μόνον ο Hendrix, που έφθασε την κιθάρα πολύ μακριά. Υπήρξαν και άλλοι, όπως ο Clapton, που είναι σα να είπαν “λοιπόν, για ακούστε ’δω, εγώ δεν θα το πάω τόσο μακριά, θα περπατήσω μόνο προς μια κατεύθυνση, τα blues”. Και αυτό, το να φτάσεις το όργανο μέχρι τον τερματισμό ορισμένης διαδρομής, είχε γίνει. O Blackmore είχε βάλει στο παιχνίδι την κλασσική μουσική. O Jimmy Page την παραμόρφωση, τη μετάλλαξη. O Tonny Iommi ήταν ο πρώτος που έδωσε τέτοιον όγκο. Τα πάντα υπήρχαν σε δίσκο και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ηχογραφημένα που δύσκολα μπορούσες να αναμετρηθείς μαζί τους».
O 30χρονος Joe Satriani, δάσκαλος κιθάρας ήδη πριν κλείσει τα 20, όταν το φθινόπωρο του ’86 κατάφερε να εξασφαλίσει τον πολύτιμο στουντιακό χρόνο για να ηχογραφήσει το δεύτερο προσωπικό του lp, δεν ήταν εύκολο να διαμορφώσει το δικό του στίγμα. Για τους περισσότερους της γενιάς του και τους ακόμη νεώτερους οι εναλλακτικές ήταν δύο: είτε διαδρομές στην ταστιέρα σε ολοένα και πιο τρομακτικές ταχύτητες – χαρακτηριστικό παράδειγμα ο 23χρονος τότε Yngwie Malmsteen – είτε αποδράσεις στον fusion κόσμο, κάπου μεταξύ jazz και νεοψυχεδελικών πειραματισμών, όπως ο 26χρονος, κάποτε μαθητής του Satriani, Steve Vai.

«Δεν είχα ποτέ σα στόχο μου να γίνω ο πιο γρήγορος. Τύποι όπως ο Yngwie είναι υποδείγματα του πώς είναι να παίρνεις μια μόνον δεξιότητα και να την τελειοποιείς. Εγώ δεν ήμουν έτσι. Οι επιρροές μου ήταν ετερόκλητες και δεν μπορούσα να καταλήξω στο πώς να τις βάλω σε έναν δίσκο ώστε να βγάζουν νόημα, να μην δείχνουν παράταιρες μεταξύ τους. Ήθελα να τιμήσω και μάλιστα να γιορτάσω τον ήχο του Chuck Berry ή του Wes Montgomery, παραμένοντας όμως το ίδιο παιδί που γούσταρε πολύ να παίζει Sabbath και Zeppelin».
To ντεμπούτο του, “Not Of This Earth του ’86, είχε δώσει απτά δείγματα για τη συνθετική του ικανότητα, όμως έμοιαζε ν’ αφορά κυρίως έναν περιορισμένο κύκλο μουσικών και φανατικών του οργάνου. Συν το ότι η κυκλοφορία τον είχε αφήσει με υπέρογκα χρέη σε όλες τις πιστωτικές του κάρτες. Ευτυχώς, η πρόταση να ενταχθεί στους –παραπαίοντες τότε - Greg Kihn Band για ένα άλμπουμ και μια περιοδεία του εξασφάλισε τη δυνατότητα να ανασάνει.
Το επόμενο δισκογράφημα θα ήταν εκ των πραγμάτων ένα οριακό στοίχημα, το οποίο όμως έπρεπε πρώτη να πειστεί να το αντικρύσει η μικρομεσαία
Relativity Records. Συνοδευόμενος από τον παραγωγό του, John Cuniberti, o Joe Satriani κάθισε τον Οκτώβριο του ’86 απέναντι απ’ τον πρόεδρο της Relativity, Barry Kobrin και ξεδίπλωσε τα σχέδιά του: θα ήταν ένα πολυσυλλεκτικό,όσο και στοχευμένο instrumental άλμπουμ. Με πρωτοποριακούς τόνους, αλλά και θελκτικό για τον ανειδίκευτο ακροατή. Θα κομπλιμεντάριζε κάθε κιθαριστικό ύφος με ρόλο στην ιστορία του ροκ ν’ ρολ. Θα άκουγες μέσα του από Link Wray και Albert King μέχρι Alan Holdsworth. Θα είχε ...
«Κοίτα, θα σου πώ την αλήθεια», του είπε ο Korbin, διακόπτοντας την καλπάζουσα ονειροφαντασία του ιταλοθρεμμένου δασκάλου της εξάχορδης. «Δε μοιάζεις σαν ροκ σταρ. Δε γράφεις μουσική σαν ροκ σταρ. Και δεν είμαι καθόλου σίγουρος τί να κάνω μ’ εσένα».



Το ίδιο βράδυ, ο Satriani έπαιξε το τελευταίο του χαρτί, καλώντας τους υπεύθυνους ρεπερτορίου της Relativity σ’ ένα μικρό κλαμπ, όπου έπαιζε live. Όσο κι αν δεν μπορούσαν να τον χωρέσουν κάτω από κάποια ποπ ετικέτα, τα κύματα από νότες που ξεπηδούσαν απ' τις κιθάρες του, αξίωναν από μόνα τους τουλάχιστον μια αξιοπρεπή δισκογραφική ευκαιρία ακόμη. Πέρασε εύκολα τις εξετάσεις. Τα session για το δεύτερο άλμπουμ ξεκίνησαν στα Hyde Street Studios του San Francisco, τον Δεκέμβριο του ’86. Μαζί με τον Joe, που ηχογράφησε κιθάρες και μπάσο, ήταν ο Jeff Campitelli σε τύμπανα και κρουστά και ο Bongo Bob Smith στο programming των ήχων και τον σχεδιασμό της παραγωγής.
Το κομμάτι “Surfing With The Alien έδωσε τον τόνο σε ολόκληρο το άλμπουμ. Το διατρέχει μια αμέσως αναγνωρίσιμη sci-fi μελωδία, με ένα πειραγμένο πεντάλ “wah-wah” να ασκεί τη δική του απολαυστική επίδραση, σαν όντως να παρακολουθείς την κινηματογραφική απόδοση περιπετειών του χάρτινου ήρωα της Marvel Comics, του Silver Surfer. Η φιγούρα του τελευταίου επιλέχθηκε για το εξώφυλλο, προειδοποιώντας για την αίσθηση οικειότητας αλλά κι εξώκοσμης ποιότητας που θα αντιμετώπιζε ο ακροατής στο άκουσμα του περιεχομένου. Σα ν’ ανοίγει ένα ακυκλοφόρητο τεύχος ενός διάσημου, δημοφιλούς κόμικ. Η γέννηση του συγκεκριμένου τρακ υπήρξε προϊόν όχι μόνο της αφοσίωσης του Satriani στην εξάχορδη, αλλά και της τύχης, που οι εμπνευσμένοι μουσικοί συχνά βρίσκουν σύμμαχό τους μέσα στο στούντιο.
«Το συγκεκριμένο πεντάλ είχα να το χρησιμοποιήσω χρόνια. Το έφερα μια μέρα στο στούντιο για πλάκα, συνδυάσαμε τις συνήθεις παραμορφώσεις μ’ ένα harmoniser και βγήκε ένας ήχος που δε χόρταινα να ακούω. Πλησίαζε τέσσερις το απόγευμα και δεν είχα άλλο χρόνο στο στούντιο, θυμάμαι. Κάποιο άλλο γκρουπ περίμενε υπομονετικά στη σειρά του στο σαλόνι. Έπαιξα λοιπόν με τη μία τη βασική μελωδία και το σόλο του τέλους, σταμάτησα, έβγαλα τα βύσματα, μάζεψα τα πράγματά μου κι έφυγα. Το harmoniser με το που ολοκλήρωσα το ένα και μοναδικό take, υπερθερμάνθηκε και σταμάτησε να λειτουργεί. Λίγες μέρες αργότερα, όταν άκουσα το αποτέλεσμα δεν μπορούσα να το επεξεργαστώ. Όμως ο τόνος ευτυχώς είχε προλάβει να γραφτεί».


Στο άλμπουμ, μετά τις πιρουέττες και το groove του “Ice 9”, έρχεται το εντυπωσιακό“Crushing Day”.
 «Γράφτηκε μετά από μια πραγματικά κολασμένη μέρα, σαν αντίδοτο για το άγχος της καθημερινότητας. Ήθελα αυτός ο κοφτερός τόνος της κιθάρας στην εισαγωγή να τα λέει όλα. Μου πήρε μερικούς μήνες και δουλειά σε διαφορετικά στούντιο για να τον πετύχω».
Το αρχιτεκτονική του σόλο, οικοδομημένη με τη βοήθεια και του χειροκίνητου ενισχυτή Rockman –της πατέντας του Tom Schotz των Boston- όχι τυχαία θα το φέρει μέσα στα χρόνια να ψηφιστεί πολλαπλές φορές μεταξύ των «καλύτερων» ροκ σόλο κιθάρας όλων των εποχών. 


Μετά τον κιθαριστικό ορυμαγδό, το “Always With Me, Always With You” ανοίγει δρόμο προς μια εντελώς άλλη διάθεση. «Μια μελωδία για την αγάπη και συγχρόνως αναμνησιακή. Μου πήρε κάτι αιώνες να ολοκληρώσω την ηχογράφησή της, καθώς ήξερα ότι ήταν η καλύτερη μελωδία που είχα γράψει για το άλμπουμ. Όταν ολοκλήρωσα το κομμάτι, συνειδητοποίησα ότι είχα μάθει έναν καινούριο, πιο εκφραστικό τρόπο να παίζω τις μελωδίες που φέρουν ιδιαίτερο για μένα συναισθηματικό φορτίο. Στη σκηνή είναι πάντα πιο δύσκολο να παίζεις μπαλάντες, όμως αν το καταφέρεις σωστά φέρνει μια κάθαρση ».


Ένα από τα πιο γνωστά κομμάτια του άλμπουμ -έφθασε στο Νο 22 στα ειδικά rock charts του Billboard- είναι  το “Satch Boogie”. «Είχα ένα μικρό ατύχημα με το αμάξι και περνούσα τις μέρες μου στο διαμέρισμά μου στο Berkeley, φορώντας κολλάρο. Προσπαθούσα να κάνω την κιθάρα μου ν’ ακούγεται σαν τα πνευστά μιας μπάντας swing, μ’ έναν ντράμερ στο στυλ του Gene Krupa. Ζήτησα από τον Jeff Campitelli να παίξει αυτόν τον ρόλο, με τα γεμίσματα και τα hi-hat ν’ ακούγονται σα να πετάς ολόκληρο το σετ των ντράμς από τις σκάλες. Ένα φοβερό groove, που δεν κρατιέσαι, θέλεις να παίξεις ο,τιδήποτε πάνω του».
Ο Satriani όχι μόνο τα καταφέρνει, αλλά ρίχνει στο μίγμα και μια γεύση από παλιό, καλό Billy Gibbons. 
Hill Of The Skull” που ανοίγει την δεύτερη πλευρά είναι η  σαμπαθική στιγμή του Satriani.
«Έμπνευσή μου ένα βιβλίο του Χαλίλ Γκιμπράν. Προσπάθησα να γράψω ένα μικρό soundtrack για την ιστορία του Χριστού και την πορεία του προς τη σταύρωση, μέσα από το μέρος που οι γραφές ονομάζουν «Κρανίου Τόπο». Συχνά αναρωτιόμουν γιατί κάποιος μουσικός να μην είχε γράψει σχετικά με το ιστορικό αυτό γεγονός. Εσκεμμένα απέφυγα να ενισχύσω με αρμονικές τη βασική μελωδία, για να δώσω μια αίσθηση μοναξιάς στις θρηνητικές αυτές νότες που κινούνται πάνω από τη βαριά μπασογραμμή».
To “Lords Of Karma” με τις αλλαγές διάθεσης και τις δύσκολες συγχορδίες ο Satriani το είχε γράψει στο βασικό του μέρος από τα 19 του, όταν ξημερωνόταν παίζοντας μόνος στο δωμάτιό του, προσπαθώντας να χρωματίσει την αυγή με τους ήχους από την πρώτη του Les Paul. Το “Midnight” προσιδιάζει σε κομψότητα με το υλικό του Al Di Meola, ενώ το “Echo” έχει την ευαισθησία και την αγάπη για τα εφέ του ύστερου Jeff Beck. Τo δε “Circles”, ένα από τα πιο γνωστά κομμάτια του άλμπουμ, μ’ έναν ρυθμό που μεταλλάσσεται σα χαμαιλέων ανάμεσα σ’ εξωτικό και μπαρόκ, ακούγεται πραγματικά τρισδιάστατο, μέσω ενός ειδικού προσέσσορα με το όνομα “Cyclosonic”.


Τον Αύγουστο του ’87 το άλμπουμ είχε ολοκληρωθεί. O Satriani πήγε σε στούντιο του L.A. για το mastering, για να διαπιστώσει όμως έκπληκτος ότι η μίξη στα μισά κομμάτια του άλμπουμ ήταν εντελώς άνιση από κάποια μηχανική δυσλειτουργία. Σε μια εποχή που η μίξη ήταν μια αναλογική διαδικασία, Satriani και Cuniberti τα επαναμίξαραν αγόγγυστα, περνώντας μέρες επί ημερών μέσα σε σκοτεινά δωμάτια, με στοίβες από κομμένες και ραμμένες ταινίες εδώ και κει.
«Το θυμάμαι ακόμη σα νά΄ταν χθες. Τελείωνα την μίξη του “Echo” την ώρα που από τα τζάμια του στούντιο έβλεπα να ανατέλλει ο ήλιος. Άρχισα να το ακούω και να το ξανακούω, πιστεύοντας ότι θα βρω τρόπο να το κάνω ακόμη καλύτερο. Μου άρεσε τόσο πολύ η διαδικασία, που δεν ήθελα να τελειώσει. Κι ας είχαμε υπερβεί το μπάτζετ, φθάνοντας σχεδόν στο διπλάσιο του αρχικού προϋπολογισμού. Θυμήθηκα τότε κάτι που είχα ακούσει να λένε έμπειροι μουσικοί, απ' αυτούς που είχαν μεγαλώσει κυριολεκτικά μέσα στα στούντιο: τα σπουδαία άλμπουμ ποτέ δεν ολοκληρώνονται, απλώς κάποια στιγμή τα εγκαταλείπεις και αφήνεις να πάρουν το δρόμο τους».
Ήταν ώρα ο Ασημένιος Σέρφερ να δοκιμαστεί στα κύματα της μουσικής βιομηχανίας και ώρα του Satriani να βγει στο δρόμο. Με τον μπασίστα Stu Hamm και τον ντράμερ Jonathan Mover, δύο υπεραξιόπιστους παίκτες, ήταν η πρώτη φορά που θα περιόδευε με ένα σετ αποκλειστικά instrumental.
«Εκείνη την εποχή οι άλλοι κιθαρίστες στριφογύριζαν τις κιθάρες γύρω από το σώμα τους, είχαν μαλλί τεράστιο και φορούσαν spandex. Εμείς θα βγαίναμε με τζην και T-shirt. Και βέβαια, με ένα κραυγαλέο ντεζαβαντάζ: χωρίς τραγουδιστή».
Υπήρχε όμως χώρος για έναν τέτοιο «ειδικό» δίσκο; «Ο δίσκος ήταν να κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες. Η περιοδεία είχε κλείσει και είχα τρομερή διάθεση, όσο και ανυπομονησία για το πόσο φοβερά θα ήταν να παίζω μπροστά σε κοινό, σε ένα κανονικό rock bill, με τη μπάντα μου και τη μουσική μου. Μια μέρα, βρέθηκα σ’ ένα καφέ και διάλεξα μερικά περιοδικά του τελευταίου μήνα. Από περιέργεια, έψαξα να δω τί έγραφαν για μένα στις μουσικές τους στήλες. Ένας τύπος, μέσα σε μιάμιση παράγραφο, κατάφερε και χώρεσε την “άποψή του”, που έλεγε περίπου ότι “πρόκειται για τη χειρότερη μουσική, από το χειρότερο καλλιτέχνη που θ΄ακούσετε ποτέ και δεν αξίζει να μπείτε καν στον κόπο να ξοδέψετε τα λεφτά σας γι΄αυτόν”. Έπαθα σοκ. Εντάξει, είπα, καλύτερα να τα μαζέψω και να πάω σπίτι μου από τώρα, να γυρίσω στα μαθήματα κιθάρας μου. Δεν έχω καμία τύχη».

Η πραγματικότητα βέβαια, ως συνήθως, απέχει αρκετά από την αποστειρωμένη και δυσκίνητη οπτική των «ειδικών». Μετά από δύο και κάτι εβδομάδες στο δρόμο, η απήχηση του Joe Satriani ήταν τέτοια ώστε του έγινε πρόταση ν’ ακολουθήσει τον Mick Jagger – τότε solo με το άλμπουμ “Primitive Cool”. Όταν εκείνο το σκέλος της περιοδείας ολοκληρώθηκε, το “Surfing With The Alien” πλησίαζε κιόλας το μισό εκατομμύριο πωλήσεις (US#29, 30/4/1988). Την επόμενη χρονιά, το ομώνυμο κομμάτι (US#37 στα Billboard Rock Tracks) θα χάριζε στον Satriani μια υποψηφιότητα για Grammy στην κατηγορία “Best Rock Instrumental Performance”.
«Ήταν μια τρέλλα. Από παντελώς άγνωστος, βρέθηκα να έχω ένα ολοσέλιδο αφιέρωμα στο Rolling Stone”»
Ο Ασημένιος Σέρφερ είχε υποτάξει τα κύματα της θάλασσας, υπό τους ήχους ενός κιθαρίστα – μαέστρου, που σε μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις στη ροκ ιστορία έφτασε τόσο κοντά όσο ελάχιστοι στο να υποκαταστήσει τη φωνή του τραγουδιστή με μια λαλίστατη, πλήρη συναισθημάτων, κιθάρα.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου