Roxy Music: “Avalon”

06/11/2017

Κατηγορία: Art Rock

591

Τα φώτα κλείνουν (ή χαμηλώνουν). Η νύχτα ήδη βρίσκεται στο τελείωμά της και η μουσική της υπόκρουση αλλάζει. Είναι το χρονικό σημείο που η ζωή μοιάζει να κοιμάται ή ίσως και όχι. Οι βασικές δράσεις (και αντιδράσεις) έχουν ήδη ολοκληρωθεί ή (υπό μια άλλη ερμηνεία) μπορεί και μόλις να αρχίζουν.

 

Είναι και όπως πλησιάζει το ξημέρωμα, όταν άπαντες βρίσκονται στον βαθύ ύπνο, που είναι η πιο παράξενα ενδιαφέρουσα στιγμή. Η στιγμή που εκείνη που περνάς σε μια άλλη διάσταση, η στιγμή που όλα μοιάζουν αδιάφορα και συγκλονιστικά μαζί, η στιγμή που ξέρεις ότι σ’ αυτή τη ζωή κάπως θα καταφέρεις να βγεις εσύ ο νικητής.
Είναι κι εκείνη η στιγμή που αποφασίζεις να αφουγκραστείς κάποιον (ή κάτι) που δεν περίμενες ποτέ ότι θα σε ενδιέφερε. Είναι κι εκείνη η ενέργεια που σε κατακλύζει και σε ωθεί να πάρεις τις πιο παράτολμες αποφάσεις και να ακολουθήσεις (επιτέλους) το ένστικτό σου.
Σ’ αυτή τη συγκυρία αναφέρεται το κομμάτι “Avalon” από το ομώνυμο, όγδοο και τελευταίο στούντιο άλμπουμ των Roxy Music που κυκλοφόρησε το 1982. Ένα μουσικό σύνολο ούτως ή άλλως σέξυ, άσωτο και ακόλαστο, αισθησιακό και σαγηνευτικό, έτη φωτός μακριά από το τραχύ, prog rock στυλ του συγκροτήματος στα 70’s.
                

                                                                         
Το ονειρικό που διαπερνά απ’ άκρη σ’ άκρη ολόκληρο τον δίσκο, οι στοιχειωμένες μελωδίες και οι υπνωτικοί ρυθμοί του δηλώνουν τη νέα διάθεση του γκρουπ, όπως σιγά σιγά είχε αρχίσει ξεπροβάλει το 1979 με το “Manifestο” κι έγινε πιο ξεκάθαρη με την προηγούμενη δουλειά τους από το 1980, το “Flesh and Blood”, υπό τη φρενίτιδα της συνθ ποπ που είχε αρχίσει ήδη να κατακλύζει το μουσικό στερέωμα. Ήταν εξάλλου τότε που το γκρουπ μέσα από αλλεπάλληλες αλλαγές στο line up του και μια επικείμενη σύντομη διάλυση, συνειδητοποίησε ότι χρειαζόταν ένα καλό φρεσκάρισμα ιδεών, έστω κι αν αυτό γινόταν με το κύκνειο άσμα του, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα τη φυσική συνέχεια που θα ακολουθούσε με τα σόλο άλμπουμ του Bryan Ferry μέσα τη δεκαετία του ΄80. Αναπόφευκτη, λογική επιλογή σε μια μουσική σκηνή που βομβαρδιζόταν από επιρροές που θα πρωτοστατούσαν στα ΄80’s και με την παλιά «φρουρά» να μοιάζει ήδη ξεπερασμένη και κουρασμένη.  
«Αν θέλεις να καταλήξεις σε κάτι καινούργιο πρέπει να αλλάξεις τις μεθόδους που δουλεύεις» είχε δηλώσει ο κιθαρίστας των Roxy Music, Phil Manzanera. Οι πειραματισμοί του γκρουπ έλαβαν χώρα κυρίως στο στούντιο του τελευταίου, το Gallery Studio, στο Λονδίνο, το μέρος που σε μεγάλο βαθμό «ευθυνόταν» για την ευόδωση των προσπαθειών του.
Εκεί οι Roxy Music μηδενίζοντας το κοντέρ, αποφάσισαν να φέρουν στο προσκήνιο άλλα μουσικά όργανα, όπως τα σύνθς, το σαξόφωνο και το όμποε, να μαλακώσουν τους ροκ τόνους, χαμηλώνοντας την ένταση των κιθαριστικών ριφς και να υιοθετήσουν γενναία και έμμετρα τη synth pop δίνοντας και μια γερή πνοή χορευτικής disco. Και όλα αυτά έγιναν υπό τη σκέπη της «καθαρής», ραδιοφωνικά φιλικής παραγωγής του Bob Clearmountains.
Προτού όμως καταλήξουν στα κομμάτια του δίσκου, μέλημά τους ήταν να φτιάξουν την «ατμόσφαιρα» μέσα από μουσικά σύνολα στα οποία θα έβαζαν οι μουσικοί τις επιμέρους συνεισφορές τους, σαν τις σημειώσεις για μια εργασία. Αυτά τα στοιχεία τελικά ήταν και η μαγιά των τελικών συνθέσεων, που έτσι φέρουν τον ίδιο χαρακτήρα. Έναν ήχο πρωτόγνωρα «μεταξένιο», elegant σε υπερθετικό βαθμό και αρκούντως τόσο αισθησιακό όσο και επιδραστικό για τα punk και new wave σχήματα που θα έπαιρναν τη σκυτάλη μέσα στα ΄80’ς.  
 
Έχοντας ένα τέτοιο μουσικό υπόβαθρο «κούμπωσαν» και οι εμπνεύσεις του Ferry  καταλήγοντας σε κάποιους από τους πιο ρομαντικούς, ενήλικους και ταυτόχρονα ευάλωτους στίχους είχε να επιδείξει μέχρι τότε. Βρισκόμενος και ο ίδιος ένα βήμα πριν από το γάμο, ήταν στο peak των αναζητήσεών του για τη μουσική ταυτότητα που ήθελε να έχει. Οδηγούμενος από τη φιλοδοξία του, πήρε στους ώμους του το βάρος αυτής της δουλειάς, θεωρώντας την προσωπική του υπόθεση, ίσως για να δηλώσει στο πρώτο πρώην μέλος των Roxy Music, Brian Eno, ότι κι αυτός μπορεί να δημιουργήσει καινοτόμα μουσικά ιδιώματα.
Το εξώφυλλο του δίσκου – ακόμη κι αυτό αντιδιαμετρικά αντίθετο από εκείνα των (οριακά σεξιστικών) προηγούμενων με τις φωτογραφίες περίφημων καλλονών – απεικονίζει τη μέλλουσα (22χρονη τότε και κατά 14 χρόνια μικρότερη) σύζυγο του Bryan Ferry, Lucy y Helmore, φορώντας ένα επιβλητικό κράνος και κρατώντας ένα γεράκι. Η φωτογραφία τραβήχτηκε το ξημέρωμα, σε μία λίμνη έξω από το σπίτι των γονιών της Helmore, στην Ιρλανδία.
Η ιδέα, οι μισοσκότεινοι χρωματισμοί, το μυστηριακό περιβάλλον, η φιγούρα (σε πίσω πλάτη) ενός βαρύτιμου προσώπου που ατενίζει την προοπτική της μετάβασής του σε άγνωστο τόπο, όλα προμηνύουν το ταξίδι στη μυθική χώρα του Άβαλον (και τελευταίο προορισμό του Βασιλιά Αρθούρου, όπου λέγεται ότι βρίσκεται και ο τάφος του). O Ferry θεώρησε την επιλογή ως κεντρικού θέματος ενός ρομαντικού, φανταστικού μέρους, που συνδέεται με έναν βασιλιά, ως την πλέον ιδανική για ένα νοσταλγικό άλμπουμ ερωτικής προσμονής, όπως το “Avalon”.    
Η θεματική αυτή ήταν που καθόρισε και το περιεχόμενο του άλμπουμ συνολικά, έχοντας όλες οι συνθέσεις ακολουθήσει την ίδια συνταγή: Το «συννεφιασμένο» ηχητικό background των συνθς, τα σταθερά, τυπικά για τα ΄80’s, «ντίσκο» ντραμς, το σαρωτικό σαξόφωνο του McCay, η διακριτική αλλά εύστοχη στα σημεία κιθάρα του Manzarena και το γλυκό φαλτσέτο του Ferry που σε συνδυασμό με τους πιο ερωτικούς στίχους είχε να επιδείξει μέχρι τότε, χτυπά σαν βέλος την καρδιά.


 
Το εναρκτήριο “More than this”, από τη δομή του έως τους στίχους του, ξεφωνίζει τη διαφορετικότητά του για την εποχή που πρωτοακούστηκε. Μετά από παρέμβαση του Ferry απλοποιήθηκε αρκετά και έγινε λιγότερο ποπ. Ακόμη κι έτσι όμως ήταν το πρώτο hit του άλμπουμ αυτού - κάτι που ο Manzarena δύσκολα περίμενε να γίνει γενικότερα από ένα άλμπουμ σαν το “Avalon” - και  άνετα χαρακτηρίζεται ως η κλασική καλή ποπ επιτυχία, με την έννοια που έμελε να έχει στα ΄80’s.
 
Η απόκοσμη, «καπνισμένη» ατμόσφαιρα του κομματιού “Avalon” (του δεύτερου hit του άλμπουμ) αναδύεται μέσα από τη μουσική επένδυση μιας after party κατάστασης, που κρύβει εκπλήξεις και συγκινήσεις. Αυτό ακριβώς μεταδίδει ο Bryan Ferry από τον πρώτο, απλό στίχο: "Now the party's over". Είναι σαν να μας κλείνει πονηρά το μάτι, αφού μπορεί το «επίσημο», κλισέ πάρτυ να τελείωσε αλλά η ουσία του (με ό,τι συνεπάγεται) τώρα μόλις άρχισε: "Then I see you coming, out of nowhere / Much communication, in a motion / Without conversation, or a notion" […] "Yes, the picture's changing, every moment / And your destination, you don't know it".
Κι έχεις εκεί μπροστά σου, την εικόνα του Ferry, ενός αληθινού τζέντλεμαν, περιφερόμενου με μυστήριο ύφος σε ένα cocktail party, ερωτευμένου και γεμάτο αυτοπεποίθηση.  Και όπως μέσα από τα αλλεπάλληλα σύνθς και τις καθαρές κιθαρογραμμές ξεβράζεται όλη η αίσθηση, βρίσκεται τελικά να χορεύεις out of nowhere στην αγκαλιά κάποιου που αγαπάς ή που θα μπορούσες να αγαπήσεις.
Καταλυτική ήταν η επίδραση των φωνητικών της «άγνωστης», Yanick Etienne, προσωπικής ανακάλυψης του Ferry, τη μέρα που το στούντιο Power Station στη Ν. Υόρκη ήταν ανοικτό για να ετοιμάσουν τα demos τους τοπικές μπάντες από την Αϊτή.
Ο Ferry ήταν στο διπλανό δωμάτιο σε coffee break όταν έτυχε να ακούσει μια αιθέρια φωνή που δεν μπορούσε να μείνει απαρατήρητη. Ήταν η Αϊτινή (και μετανάστρια στις ΗΠΑ) Etienne κι αμέσως της ζήτησε να συμμετάσχει στο “Avalon” αυτοσχεδιάζοντας στο τελευταίο μέρος του. Έτσι κι έγινε. Και τα αυτοσχέδια αυτά φωνητικά, που ηχογραφήθηκαν όπως ήταν στην πρώτη λήψη τους, αποτυπώθηκαν στην τελική version (και ασφαλώς στην ιστορία) του κομματιού, ενώ ο Ferry αναγκάστηκε να προσαρμόσει τα δικά του. Ήξερε στη στιγμή ότι είχε στη διάθεσή του κάτι εξαιρετικό. Κι όταν ρωτήθηκε λίγο αργότερα για το όνομα του άλμπουμ, απάντησε εντελώς φυσιολογικά: «Μα φυσικά θα είναι “Avalon”. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι;».

 
Το ξεχωριστό "The Space Between" πάλλεται από έναν σχεδόν φάνκυ ρυθμό που θυμίζει ήχο της Motown στο πιο αναιδές του. Στο “The Main Thing”, αν αφαιρέσεις τα συνθς και με τα ρομαντικά ριφ του Manzanera, έχεις μια μελαγχολική, γνήσια σύνθεση των Roxy Music από το παρελθόν των ’70’s. Το ίδιο και το γεμάτο ρομαντισμό “Take A Chance With Me” (το τρίτο hit), με χαρακτηριστικό του τον γλυκόπικρο ήχο της κιθάρας του Manzarena σε όλο το κομμάτι. Εικόνες ερωτικές κυριαρχούν και στο απολαυστικό “To Turn You On”, στο βωμό της κατάκτησης του αντικείμενου του πόθου.
Το ορχηστρικό, εξωτικό “India” ξεχελίζει από αρώματα και τη γεύση που αφήνει το οδοιπορικό σε αυτή τη χώρα. Το “While My Heart Is Still Beating" είναι αργό, σκοτεινό, όπως βγαίνει από το άψογο πάντρεμα της κιθάρας του Manzarena και του σαξόφωνου του McKay και με τον Ferry να τραγουδά σαν μεθυσμένος, βγαίνοντας οι λέξεις σχεδόν μασημένες και χωρίς να ακούγονται καθαρά. Κι ένα από τα πιο όμορφα τρακ αυτού του δίσκου είναι το τελευταίο “True To Life”. Νωχελικό στο άκουσμά του, μοιάζει να σέρνεται με τον πιο σαγηνευτικό τρόπο θα μπορούσε να κάνει ένα μουσικό κομμάτι.
 

Και η περιήγηση στη μαγευτική χώρα Avalon κλείνει όπως θα άρμοζε, με το καταπληκτικό όμποε του McKay να πρωταγωνιστεί στο “Tara”, το δεύτερο ορχηστρικό κομμάτι του δίσκου, με τα συνθς να συνοδεύουν αρμονικά, ενώ ακούγεται η θάλασσα στο βάθος.
Kάπως έτσι το εγχείρημα στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία (και εμπορική) έχοντας ως σήμα κατατεθέν τη nice ΄n easy αίσθηση που άφησε το εξαιρετικά «μαλακό» ηχητικό αποτέλεσμα. Και με τη λεπτοδουλειά του Manzarena, έναν σαξοφωνίστα (τον Andy Mackay) κατά γενική ομολογία στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του και έναν ερωτευμένο, αποφασιστικό και πιο αριστοκρατικό από ποτέ Ferry έτοιμο να ανοίξει τα φτερά στην αυγή των ΄80’s, η «κατά λάθος διάσημη» μπάντα των Roxy Music πετυχαίνει να φτιάξει έναν από τους πιο ρομαντικούς δίσκους στην ιστορία της ροκ. Απλά και όμορφα, για να μη σταματήσει το πάρτυ ποτέ.
 
Μαρία Γεωργιάδου