Dio : Holy Diver, sole survivor

16/05/2018

Κατηγορία: Old Time Rock

2868

«Ήμουν γεμάτος ενέργεια και με ακλόνητη αυτοπεποίθηση γι’ αυτό που ξεκινούσα να κάνω. Δεν υπήρχε θέμα να φτάσω ή να προσπεράσω το επίπεδο του “Rainbow Rising” ή του “Heaven And Hell”. Και τα δύο εκείνα άλμπουμ ήταν εξαιρετικές περιπτώσεις, συνευρέσεις με μοναδικούς μουσικούς.

 

Πίστευα ότι και μόνος μου μπορούσα να φτιάξω κάτι που θα άξιζε τον κόπο. Ένιωθα κάποια πίεση να κάνω εμπορική επιτυχία, αλλά αυτό είναι σχεδόν φυσιολογικό».
Στις αρχές του 1983, κανείς από τον γοργά μεταλλασσόμενο σε Ευρώπη και Αμερική κόσμο του heavy rock δεν προσδοκούσε τίποτε περαιτέρω από τον 40χρονο παρά κάτι μήνες Ronnie James Dio. Ο βραχύσωμος Νεοϋορκέζος, που είχε ξεκινήσει να ηχογραφεί από μετέφηβος με κοστούμι και πλαϊνή χωρίστρα ως μπροστάρης των Ronnie & The Prophetsτο 1962, είχε μαρκάρει το καλλιτεχνικό τεραίν που του αναλογούσε καιρό πριν. Με τους μεταγουντστοκικούς φρηκ-ο-βουκόλους Elf, ακολούθως με τους πομπώδεις Rainbow και ύστερα με τους άρχοντες του σκότους Sabbath, τους οποίους μεταμόρφωσε σε φιλοσοφημένα οχληρούς σημαιοφόρους του ηλικιακά ώριμου ήχου βαρέων βαρών. Στην αυγή της δεκαετίας που βάσιζε όλες τις μουσικές επαγγελίες της στη νεωτερικότητα, ο Ronnie, ο συνοφρυωμένος «νάνος με την φωνή του Γολιάθ» ήταν, έτσι όπως φαινόταν, ένα καμμένο χαρτί.
 «Πάντα πίστευα ότι δεν πρέπει να ζεις απ’ όσα έχεις κάνει στο παρελθόν. Ότι πρέπει να προχωράς και να συνεχίζεις να είσαι αυτό που είσαι».

Η επιλογή του Ronnie για την καρέκλα του παραγωγού ήταν δεδομένη: Martin Birch, το μυαλό πίσω από το στιβαρό μεγαλείο του “Heaven And Hell”. Όμως, την περίοδο εκείνη ολοκλήρωνε το “Piece Of Mind” των Iron Maiden και δεν ήταν διαθέσιμος. Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, ο Ronnie αποφασίζει να αναλάβει ο ίδιος το ρόλο του παραγωγού.



«Υπήρχαν αρκετά καινούρια συστατικά για να φτιαχτεί το μείγμα. Ένας αδοκίμαστος παραγωγός μάλλον περίσσευε, όμως είναι η αλήθεια και ότι το κεφάλι μου ήταν πιο μεγάλο απ’ το καπέλο μου εκείνη την εποχή».
Το μεγαλύτερο στοίχημα ήταν ο 20χρονος βορειοϊρλανδός κιθαρίστας που άκουγε στο όνομα Vivian Campbell. Αν και ο κορμός των τραγουδιών που ήταν υποψήφια να μπουν στο δίσκο ήταν σχεδόν έτοιμα από τους Dio, Appice και Bain, ο μικρός άναψε το φιτίλι που προκάλεσε σε καθένα τις εκρήξεις που τόσα χρόνια μετά ακούγονται το ίδιο επικίνδυνες. Με ταχύτητα, ακρίβεια και προσωπικότητα στον ήχο δυσανάλογη προς την ηλικία και την εμπειρία του – είχε προλάβει να οδηγήσει τους μόνον τους άσημους Sweet Savage στα πρώτα δισκογραφικά τους βήματα - ο Campbell έγινε σε μια νύχτα ένας ασύλληπτος δαίμονας της εξάχορδης, συγκρινόμενος με τους καλύτερους της εποχής του.
Ο 26χρονος Vinny Appice, μικρώτερος αδελφός του μεγάλου Carmine των Vanilla Fudge, των Β.Β.Α. και του Rod Stewart, ήταν από τους ελάχιστους αδελφούς μουσικών με θεόρατο προφίλ που δε φοβήθηκε να περπατήσει με το δικό του βήμα και να σταθεί έξω από τη σκιά της φήμης του αίματός του. Στα 23 του είχε δεχτεί να γεμίσει τη θέση ενός Bill Ward, στο πιο αναγνωρίσιμο heavy metal συγκρότημα του πλανήτη. Και όχι μόνο τα κατάφερε, αλλά παρουσίασε στο ευρύ κοινό το δικό του στυλ : ατρόμητο με τις ταχύτητες, με τα φιλ – πολυβόλα, τη δύναμη και την ευλυγισία, αν και χρήστης μίας μπότας.
Ο 36χρονος Σκωτσέζος
Jimmy Bain είχε κι αυτός διανύσει κρίσιμης σπουδαιότητας διαδρομές, από τους Rainbow και τους Wild Horses, session με το όνομά του γραμμένο σε οπισθόφυλλα από δεκάδες δίσκους του ροκ και ποπ φάσματος. Appice και Bain είχαν επίσης ένα πολύ σημαντικό προσόν. Γνώριζαν πώς να γράφουν τραγούδια. 
«Ήταν μια εποχή πραγματικά μαγική. Οι σωστοί άνθρωποι ήρθαν κοντά την κατάλληλη στιγμή. Δεν είναι τόσο ότι ο Vinny και 'γω παίζαμε μαζί δύο χρόνια περίπου, ή ότι με τον Jimmy Bain είχα παίξει παλιά στους Rainbow. Ούτε ότι ο νεαρός Campbell ήταν γεμάτος όρεξη και φλόγα. Είναι ότι οι συνθέσεις είχαν προκύψει από ομαδική δουλειά. Αρκεί κανείς να δει τα credits. Μόνο δύο τραγούδια είχαν γραφτεί εξ ολοκλήρου από μένα, αρκετό καιρό μάλιστα πριν φτιάξουμε το συγκρότημα, τα “Holy Diver” και “Don’t Τalk To Strangers”. Δεν είχε σε τίποτα να κάνει με το συνηθισμένη “κάντε πίσω, η μπάντα είναι δικιά μου”, κανείς από τους τρεις δεν λειτούργησε σαν εκτελεστής στα τραγούδια ενός «εργοδότη». 
Ηχογραφημένο τους πρώτους μήνες του ’83 στα Sound City Studios στην Καλιφόρνια, το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 25 Μαίου από την WEA στην Αμερική και την Vertigo στην Ευρώπη.
Με την προσγείωση της βελόνας στα αυλάκια του δίσκου, ένας ανεμοστρόβιλος 200 μιλίων την ώρα που λέγεται “Stand Up And Shout” ανατινάζει κάθε στερεοφωνικό. Μια μπάντα σε απόλυτο δέσιμο, ένας τραγουδιστής επιτακτικός λυτρωτής, ηλεκτρικές εκκενώσεις σε διαπερνούν, “You’ve got desire, so let it out – you got the power, stand up and shout !”, Από τα ιγκλού της Γροιλανδίας μέχρι τα ινδιάνικα παραπήγματα της Γης του Πυρός, όλοι θα αναγνώριζαν ότι πρόκειται για heavy metal.
Πλήκτρα φέρνουν δυσοίωνο άνεμο – ποιός ξέρει, μπορεί κι από την απάτητη γη του Southern Cross. Πάνω που ένα απόκοσμο μουγκρητό κάνει τις τρίχες στο σβέρκο να ανησυχούν, ξεσπάει το ριφ. Ανοίγει δρόμο σαν πάνοπλος Λάνσελοτ, θρυμματίζοντας κόκκαλα τερατόμορφων εχθρών δεξιά κι αριστερά. Η φωνή καθυποτάσσει, γεννά εικόνες από ένα ελλειπτικά τρομώδες παραμύθι, όπου οιωνοί (“Gotta get away, get awa-a-a-y-“) και βεβαιότητες (“Τhe vision never di-i-ies, like some never ending wheel”) εναλλάσσονται, ώσπου σαν προσχεδιασμένη πολιορκία, σκάει το σόλο. Περικυκλώνει, μετεωρίζεται, επιταχύνει και ξεχύνεται στον καλπασμό μιας τελικής επίθεσης.


«Έγραψα το κομμάτι “Holy Diver” λίγο αφ’ ότου έφυγα από τους Sabbath. Στο δωμάτιό μου, με ένα μαγνητόφωνο Revox, αυτό με τις πομπίνες. Ήταν από τα λίγα πράγματα που είχα να παρουσιάσω σε Jimmy και Vinny όταν βρεθήκαμε στην Αγγλία για να κάνουμε πρόβες και να βρούμε κιθαρίστα».
To “Gypsy” έχει φτερό ινδιάνικο στο καπέλο, ένα αλητήριο φουλάρι κρεμασμένο στην κωλότσεπη και τον Campbell να λυσσομανάει («Έχει κάτι από το feeling των Stones, στα δικά μου τουλάχιστον αυτιά»). Τo “Caught In The Middle” φέρνει μια ευπρόσεκτη ανάσα μελωδίας, μια απροσδόκητη εμπορικότητα. «Είχα στο μυαλό μου τον ηχολήπτη μας, τον Angelo Arcuri. Είχε κάποιο ταλέντο στο να εγκλωβίζει την προσωπική του ζωή ανάμεσα σε σκληρά διλήμματα».
Στο Dont Talk To Strangers ο Dio παραθέτει ένα θρυλικό τετράπτυχο κινδύνων προς αποφυγήν, με μια φωνή σαν κοριτσιού, πάνω σε μια ακουστική εισαγωγή. Τη διαδέχεται το πυκνό ριφ του Campbell, που σκαρφαλώνει, ανασαίνει, εκτυλίσσεται σ’ ένα φρενήρες σόλο, ησυχάζει και εκπνέει σε ακουστική ξανά, αφού προηγουμένως η φωνή έχει σφραγίσει μια αλησμόνητα δραματική ερμηνεία.


«Ο στίχος Don’t dream of women, ‘cause they’ll only bring you downδεν έχει μέσα του μισογυνισμό, μολονότι αν σκεφτείς πόσες ραγισμένες καρδιές υπάρχουν ανά τον πλανήτη, δεν μπορεί κανείς να ορκιστεί ότι ο στίχος λέει και ψέμματα. Ήθελα να πω ότι σε μια σχέση μεταξύ άντρα και γυναίκας, δεν πρέπει να φτάσεις στο σημείο να καταλάβεις ότι ο σύντροφός σου είναι ένας ξένος».

H δεύτερη πλευρά ξεκινά με το γεμάτο κοψίματα stomp του “Straight Through The Heart” («Είναι ένα ριφ του Jimmy, αλλά οι στίχοι έχουν πολλές από τις δικές μου σκέψεις εκείνης της περιόδου. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι δύσκολες, δοκιμαζόμουν κι εγώ μέσα από διάφορες καταστάσεις») και συνεχίζεται με το “Invisible”, με μια υπνωτική εισαγωγή που κολυμπάει στο delay και τελειώνει μ’ ένα θρόϊσμα αέρα, σαν πράγματι να περνά από δίπλα σου ο αόρατος άνθρωπος του Γουέλς («Προσπαθούσαμε να πετύχουμε αυτό το εφέ, τον ήχο που ακούγεται όταν στις ταινίες κάποιος εξαφανίζεται. Δε μας έβγαινε με τίποτε. Ώσπου φέραμε μια ρεζέρβα απ’ το αυτοκίνητο ενός από μας, την ξαπλώσαμε κάτω από τα μικρόφωνα με τα κοντά τρίποδα που είχαμε στα ντραμς του Vinny και ανοίξαμε τη βαλβίδα. Αυτό που ηχογραφήσαμε είναι κι αυτό που ακούγεται στο δίσκο»). Ένα κομμάτι για την ανάγκη του εφήβου να εξαφανίζεται, να αποδρά, να υποδύεται ότι δεν είναι παρών δίπλα στις εκπτώσεις και τις αντιφάσεις του ενήλικου κόσμου (She had thirteen years of teenage tears, and never a helping hand” – “You know the word confused has been abused – but that’s what he was”).
Πάνω που ο ακροατής αρχίζει να πείθεται ότι η δεύτερη πλευρά έχει δώσει περίπου όσα μπορούσε, έρχεται το “Rainbow In The Dark” για να προσφέρει τρεις αυτοτελείς λόγους σε κάθε θιασώτη του heavy rock, για να αναγορεύσει το συγκεκριμένο ντεμπούτο, χωρίς δεύτερη κουβέντα, σε κλασσικό: Το αμέσως αναγνωρίσιμο, παραπλανητικό hook του συνθεσάϊζερ που προσδίδει στο κομμάτι μια άφθαρτη στο χρόνο ποπ ποιότητα. Την κινηματογραφική εκφορά των στίχων από τον Dio, σε ένα απόσταγμα λεκτικών συμβολισμών από τα κορυφαία στην καρριέρα του (“…Νο sign of the morning coming - You’ve been left on your own, like a rainbow in the dark). Και το εκπληκτικό διάρκειας 40 ολόκληρων δευτερολέπτων σόλο του Vivian Campbell, μέσα στα οποία νοηματοδοτείται, ορίζεται και δικαιώνεται αυτή η παραλυτική, παροξυσμική αίσθηση που εκλύει κάθε αξέχαστο σόλο κιθάρας, που αργότερα εκατομμύρια ειδικών και ανειδίκευτων, αδυνατώντας να την προσδιορίσουν αλλιώς, θα ονομάζουν “facemelter” και στο βωμό της θα προσκυνούν.  Όμως τότε, στις αρχές του ’83, όταν γραφόταν σε πομπίνα, η αποτίμηση της δύναμής του δεν ήταν καθόλου αυτονόητη.

«Ήμουν κυριολεκτικά με το ξυράφι στο χέρι, έτοιμος να κόψω από την ταινία της ηχογράφησης όλα τα take του “Rainbow In The Dark” – έτσι γινόταν το editing τότε- πιστεύοντας ότι ήταν υπερβολικά ποπ για να ταιριάξει με το υπόλοιπο υλικό. Στα δικά μου αυτιά, το hook των πλήκτρων ακουγόταν σαν μια στροφή από τραγουδάκι του λούνα-παρκ. Όμως τα παιδιά με σταμάτησαν, μου είπαν να το ξανασκεφτώ και τελικά με έπεισαν να το κρατήσουμε στο δίσκο. Ευτυχώς». 
Ακόμη και το low budget κιτς του βίντεο, που γυρίστηκε βιαστικά κάτω από έναν σκοτωμένο γκρι αγγλικό ουρανό και περιέχει ανάλογα κρύο χιούμορ, δεν στάθηκε δυνατό να μειώσει την αξία του (UK#46, 29/10/83).
«Ο Jimmy Bain και εγώ παίξαμε τα λιγοστά κήμπορντς στο δίσκο, όπου υπάρχουν – γι’ αυτό και δεν τα λες και τίποτε σπουδαίο. Ήταν επιλογή το να μην πελαγοδρομήσω στα συνθεσάϊζερ. Ήθελα έναν ήχο άμεσο, ακατέργαστο, χωρίς επιτήδευση. Αν ήταν από την αρχή μαζί μας ο Claude Schnell – τον προσλάβαμε λίγο αργότερα, για την περιοδεία - θα είχαμε ένα οπωσδήποτε πιο γόνιμο αποτέλεσμα, αλλά δεν είχα σκοπό να πετύχω κάτι τέτοιο».
Το δίσκο ολοκληρώνει το Shame On The Night, με το εφέ από το ουρλιαχτό του λύκου στην εισαγωγή από τον ίδιο τον Dio, χωρίς σόλο κιθάρας, αλλά με τη φωνή να ξεσκίζει κραυγάζοντας το fantasy goth παραβάν με στίχους όπως “Shame on the the sun – for the light you sold – I’ve lost my hold - on the magic flame- and now I know your name…”.
«Ο δίσκος θα είχε περισσότερα κομμάτια, αν δεν υπήρχαν οι τότε χρονικοί περιορισμοί του βινυλίου, κάτι που λειτούργησε υπέρ του. Το ότι τότε χωρούσε συγκεκριμένη ώρα μουσικής σε κάθε μια από τις δύο πλευρές του δίσκου ήταν μέρος της ιδιαίτερης μαγείας του μέσου. Με διαθέσιμα περίπου 20 λεπτά σε κάθε πλευρά, έπρεπε να κάνεις καλή επιλογή και να φροντίσεις κάθε τραγούδι που θα επιλέξεις να συμπεριλάβεις, να αξίζει να ακουστεί. Δεν προέκυπτε εξαρχής ανάγκη να γράψεις 10 ή 20 λεπτά παραπάνω για να γεμίσεις τον διαθέσιμο χώρο. Τα εννέα κομμάτια του συγκεκριμένου δίσκου, λοιπόν, ήταν πολύ καλά από μόνα τους, γιατί τα είχαμε επιλέξει σαν τα καλύτερα ανάμεσα σε ό,τι είχαμε γράψει».


Το περιεχόμενο του “Holy Diver”, πράγματι, προσέχθηκε αρκετά ώστε να τέρπει με την πυκνότητα διπλού άλμπουμ. Το εξώφυλλο όμως, σκληρά κομίστικο και αγοραία δαιμονόστροφο, προσδιόριζε με αυστηρότητα το ακροατήριό του. Μια κραταιά διαβολική φιγούρα, υψώνεται πάνω απ’ τα απόκρημνα βράχια. Έχει πετάξει τον αβοήθητο καθολικό ιερέα στα νερά μιας μαύρης θάλασσας, τυλιγμένο με αλυσίδες. Ακόμη και το λογότυπο “Dio” (το ιταλογενές για το «Θεός»), αν γύριζες ανάποδα το εξώφυλλο διάβαζε “Devil”.
«Τίποτε δεν είναι αυτό που φαίνεται, γι’ αυτό και το εξώφυλλο είναι ένα κάλεσμα: να μην κρίνουμε το περιεχόμενο από το εξώφυλλο. Μπορεί με μια πρώτη ματιά να φαίνεται ότι ένας δαίμονας έχει σκοτώσει έναν ιερέα, από την άλλη, μπορεί να σημαίνει και το αντίστροφο». Ο δυϊσμός που διατρέχει εξαρχής το στιχουργικό υλικό του Dio στο συγκεκριμένο έργο αποκρυσταλλώνεται.
Δεν υπάρχει σκότος που να μην μπορεί να ματώσει από μια πανίσχυρη αχτίδα φωτός, ούτε πάλλευκη αλήθεια που να μην κρύβει πίσω της κάποιο ζοφερό μυστικό. Καλό και κακό εμφορούν τον κάθε πρωταγωνιστή των στίχων του, που πάντα σχεδόν μιλά σε πρώτο πρόσωπο. Η μάχη μεταξύ τους είναι εγκεφαλική, αέναη και αμφίρροπη.
Το “Holy Diver” απέδειξε χωρίς χρονοτριβή ότι ο Dio έχει έρθει αποφασισμένος να συνεχίσει να απασχολεί την ευρωπαϊκή heavy metal αγορά. Είχε αξιοσημείωτη επιτυχία στην Αγγλία, παρά το απορροφημένο από ήχους τύπου Kazagoogoo chart (UK#13, 11/6/83), καθώς και το ότι το ομόνυμο κομμάτι και πρώτο single (με μια ανεξήγητη περικοπή 6 δευτερολέπτων από το κιθαριστικό σόλο) δεν έκανε ιδαίτερη αίσθηση (UK#72, 20/8/83).
Η περιοδεία που ξεκίνησε στις 23 Ιουλίου από το Concert Barn του Antioch της Καλιφόρνια και ολοκληρώθηκε στις 7 Ιανουαρίου του ’84 στο Arlington Theater επίσης της Καλιφόρνια, μπορεί να μην κατάφερε να ανεβάσει τις πωλήσεις του άλμπουμ πέρα από το επίπεδο του χρυσού δίσκου (22/10/83, US#56), αλλά ήταν από την αρχή ως το τέλος sold out. 76 εμφανίσεις σε συνολικά 12 χώρες, με αποκορύφωμα το “Monsters Of Rock του Donington” (20/8) και την 31/12 στο Cow Palace του San Francisco, όπου μαζί με Y&T και Dokken οι Dio χάρισαν σε 15.000 fans μια αξέχαστη παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Το πρώτο κρίσιμο επεισόδιο ενός μουσικού powertrip που για εκατομμύρια ακροατών θα λεγόταν στο εξής προσωπική καρριέρα του Ronnie James Dio είχε μόλις ολοκληρωθεί.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου