Krokus: Υπόθεση “Metal Rendez – Vous”

06/02/2019

Κατηγορία: Old Time Rock

639

Ο Marc Storace γεννήθηκε τον Οκτώβριο του ’51 στις ακτές του πιο απόκρημνου για τη ροκ ν’ ρολ παράδοση νησιού της Μεσογείου, της Μάλτας. Από τα δεκατέσσερά του μπλέχτηκε με μπάντες που πάλευαν να παίξουν διασκευές από Beatles, Stones και Who, όμως ο Marc ήξερε πάντοτε μέσα του την αλήθεια: από τέτοια ταπεινή εκκίνηση δε θα μπορούσε να φτάσει και πολύ μακριά.

 

Με καταλύτη την οπτικοακουστική επίδραση της ταινίας Woodstock και ανακαλύπτοντας νωρίς ότι διαθέτει μια τραχιά, μεστή από πρίμες συχνότητες, φωνή, λίγο μετά την ενηλικίωση άφησε πίσω τη γενέτειρά για να κυνηγήσει το όνειρό του: τραγουδιστής σε ροκ μπάντα.
Με μόνο οδηγό την άτρωτη επιθυμία να διακριθεί, βρίσκεται στην Ιταλία και σύντομα εγκαθίσταται βορειώτερα, στην Ελβετία. Μόλις στα 19 είναι ήδη μέλος του progressive rock σχήματος των “TEA”, που με έδρα την Βασιλεία ακολουθούν σε ευρωπαϊκές περιοδείες ανερχόμενα ονόματα της εποχής όπως οι Nazareth και οι Queen.
Σε παραγωγή ενός άσημου γερμανού ηχολήπτη ονόματι Dieter Dierks, οι “TEA” ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν τρία lp μέσα σε 5 χρόνια, γινόμενοι -στην ουσία χωρίς αντίπαλο- το πρώτο διεθνώς γνωστό ροκ σχήμα που πάτησε το πόδι του έξω από τα Ελβετικά σύνορα.
Εντός των οποίων, στο καντόνι του Solothurn και πιο συγκεκριμένα στην ομώνυμη κωμόπολη, το 1975, ο 24χρονος Chris Von Rohr και ο έναν χρόνο μικρώτερός του Tommy Kiefer, αναζητώντας μουσική έκφραση στην άνευρη και παγερή επαρχία των Άλπεων, φτιάχνουν μια ροκ μπάντα.
Την ονομάζουν Krokus, όπως και το σπάνιο λουλούδι που φυτρώνει στα μέρη τους.
Στην τελευταία τους περιοδεία πριν καταθέσουν τα όπλα, οι “TEA” βρίσκονται τυχαία με τους Krokus για support. Εκεί, Storace, Von Rohr και Kiefer συναντιούνται για πρώτη φορά.
Λίγους μήνες αργότερα οι “ΤEA” ολοκληρώνουν τον κύκλο τους. Ο επίμονος τραγουδιστής μετακομίζει στο Λονδίνο και φτιάχνει τους βραχύβιους Eazy Money, που αναζητούν συμβόλαιο. Στο μεταξύ, οι Krokus έχουν κυκλοφορήσει τρία lp, το ένα πιο σκληρόηχο από το προηγούμενο, με τετριμμένες, αλλά ισορροπημένες συνθέσεις, σα μια καλοπροβαρισμένη μπάντα διασκευών των Slade να τρακάρει με κάπως άγαρμπους μιμητές των Sweet.
Ο Chris Von Rohr παίζει μπάσο, πλήκτρα και κρουστά κι είναι υπεύθυνος για τα ημιερασιτεχνικά, αφελή φωνητικά. Ο Tommy Kiefer έχει αναλάβει τη lead κιθάρα, κάποιος Freddy Steady κρατάει το ρυθμό χωρίς ιδιαίτερες φιοριτούρες κι ένας νεοφερμένος ονόματι Fernando Von Arb από ένα άλλο ελβετικό progressive σχήμα που παρέδωσε πνεύμα, τους Montezuma, είναι στη δεύτερη κιθάρα. Υπάρχει και ο Jürg Naegeli. Έχει συνεισφέρει κι αυτός μπάσο και πλήκτρα στις ηχογραφήσεις, όμως στην πραγματικότητα είναι ένα πολύτιμο πασπαρτού, καλύπτοντας ένα φάσμα καθηκόντων από του ενορχηστρωτή ως και του αρχι-roadie.
Όλοι τους απέχουν δύο με τρία χρόνια από το ηλικιακό σύνορο των τριάντα, χωρίς να βλέπουν πώς τα όνειρά τους θα τους ρυμουλκήσουν από τη μετριότητα.
Την Άνοιξη του ’79, η ευρωπαϊκή περιοδεία για το “Painkiller”, το τρίτο τους άλμπουμ, έχει ολοκληρωθεί. Μια από τις βραδιές του περασμένου Οκτωβρίου στη Γερμανία, θα παρακολουθήσουν μια εμφάνιση των AC/DC και τότε στο μυαλό του Chris Von Rohr αποσαφηνίζεται ποιός είναι ο ήχος που τους ταιριάζει. Οι κιθάρες πρέπει να βγουν πιο μπροστά. Για τη θέση πίσω απ’ το μικρόφωνο είναι φανερό ότι ο ίδιος πρέπει να κάνει ένα βήμα πίσω.
Γνωρίζει μάλιστα τον κατάλληλο άνθρωπο. Αυτόν που μπορεί να ακουστεί πάνω απ’ τα ριφ όπως ο δαιμόνιος ο Bon Scott, ενώ ταυτόχρονα δεν του είνα καθόλου πρωτόγνωρο το να παίζει κάθε βράδυ μπροστά σε εκατοντάδες θεατές.
Την ίδια περίπου εποχή οι Krokus κατορθώνουν να υπογράψουν συμβόλαιο με την Γερμανική Ariola – στην ουσία ένα παράρτημα της πολυεθνικής Arista Records. Στo Studio Platinum One, λίγα χιλιόμετρα απ’ τα Ελβετογερμανικά σύνορα και μόλις 20 λεπτά από τη Ζυρίχη, το υλικό για το επόμενο άλμπουμ γράφεται με μια πιο παραδοσιακή κατεύθυνση στο μυαλό, μόνο κιθάρες – μπάσο ντραμς.



Αρχές Σεπτεμβρίου του ’79, ο Marc Storace, που μετράει ήδη δυό χρόνια ζωής στο Λονδίνο προσπαθώντας μάταια να δισκογραφήσει με Eazy Money, δέχεται επίσημη πρόσκληση να ενταχθεί στους Krokus. Είναι διστακτικός. Εκείνοι επιμένουν και του κάνουν τα εισιτήρια για δύο πτήσεις και ολιγοήμερη διαμονή στο καταπράσινο Ehrendingen, λίγα χιλιόμετρα από το στούντιο. 
Ο δίσκος έχει τον τίτλο "Metal Rendez-Vous" και έχει γραφεί ολόκληρος από το δίδυμο Von Rohr και Von Arb, με βοήθειες από το συνεσταλμένο πολυεργαλείο Jürg Naegeli. Στο στούντιο, ο Storace ακολουθεί τις ήδη φινιρισμένες μελωδικές γραμμές των φωνητικών, δε διστάζει όμως να συστήσει μια - δυό μικροενορχηστρώσεις με δεύτερα φωνητικά, ιδίως στα ρεφραίν. Η φωνή του, κράμα εκείνης του 5 χρόνια μεγαλύτερού του Dan Mc Cafferty των Nazareth και του Angry Anderson των Rose Tattoo, έρχεται σα μεταλλικό κοπίδι να ακονίσει το μπαράζ των ριφ που έχει αναδείξει σε πρώτο πλάνο στη μίξη ο επικεφαλής του στούντιο. Ο βρετανός Martin Pearson, τοποθετημένος στα τέλη του καλοκαιριού του ’79 από την καινούρια διεύθυνση ως υπεύθυνος του Platinum One.
O Pearson έχει δουλέψει ηχολήπτης σε Bryan Ferry, Queen και Nazareth, αλλά ο δίσκος των Krokus είναι η πρώτη δουλειά που θα υπογράψει ο ίδιος ως παραγωγός. Με ένα ταπεινό budget μόλις 20.000 Ελβετικών φράγκων, αξιοποιεί κάθε λεπτό στουντιακού χρόνου και όταν μετά από τρεις εβδομάδες ολοκληρώνει, για πρώτη φορά οι Krokus έχουν βρει τον ήχο τους.
Τα δωδεκάμετρα boogie, μπετοναρισμένα ανάμεσα από μια απλή, βαριά, αλλά ακατάβλητη ρυθμική βάση, γεννούν ένα πραγματικό μεταλλικό συναπάντημα, όπως αυτό που φιλοτέχνησε ειδικά για το εξώφυλλο του δίσκου ο 29χρονος περιζήτητος Ελβετός φωτογράφος Paul Grau: Ένα Dodge Charger, κόκκινο με μαύρη κουκούλα, ίδιο μ’ αυτό που έχει αρχίσει να γίνεται πιο αναγνωρίσιμο από την τηλεοπτική σειρά “Dukes Of Hazzard”, έχει στραπατσαριστεί σ’ ένα μετωπικό φιλί, μούρη με μούρη, μ’ ένα βαρβάτο Chrysler του ’50,  με τέτοια ορμή, ώστε οι μεταλλικές τους καρότσες, έχουν σχηματίσει σ’ ένα ζωηρά σκηνοθετημένο ενσταντανέ, κάτι σαν χρωμιομεταλλική αψίδα. Η εικόνα προκαλεί συνειρμούς εκκωφαντικού θορύβου, καθώς το διάβημα είναι ένα και ξεκάθαρο: ο δίσκος περιέχει δυνατή μουσική, συμβατή με την επίδραση ενός τέτοιου heavy metal ατυχήματος.



Πράγματι. Το εναρκτήριο “Heatstrokes” γυρίζει τον έλικα και το boogieκαταδιωκτικό παίρνει μπρος, μ’ έναν ήχο σαν στις φλέβες των Status Quo να καλπάζουν υψηλές δόσεις σταζονόλης. Η φωνή του Storace έχει πάθος, όμως εκεί που ο -εκ πρώτης- μέγας ομόηχος Bon Scott αρχίζει τους αιφνιδιασμούς, εδώ έχουμε ακρίβεια και προσήλωση στη μελωδική γραμμή.
Με δύο μόλις δευτερόλεπτα παύσης, αρχίζει να βαράει το “Bedside Radio”. Φτιαγμένο από γνώριμα υλικά, με ακαριαία απομνημονεύσιμο ρεφραίν και την ατάκα instead of going to the office, youre leaving town - σπονδή στην ηλεκτρική μαγεία που μόνον ένα τρίλεπτο ροκ ν’ ρολ μικροέπος μπορεί να σκορπίσει όταν το ακούς από τα ηχεία φτηνού ραδιόφωνου. To συναυλιακό “Come On” κρούει ανοιχτές θύρες: ο ακροατής ήδη περιμένει το απογειωτικό ρεφραίν ν’ αρπαχτεί από πάνω του. Όμως, η πρώτη μεγάλη στιγμή έρχεται όταν η ταχύτητα πέφτει. Το επτάλεπτο “Streamer”, μια βαριά μπαλάντα στο κλίμα των Fargo και των Scorpions, αφήνει χώρο στον Storace κυριαρχήσει. Ακριβώς στη μέση, ο Kiefer παίρνει πάνω του το κομμάτι μ’ ένα αισθησιακό σόλο του οποίου κάθε νότα μετράει. Πού ήταν κρυμμένοι αυτοί οι περίεργοι Ελβετοί αναρωτιέται ο ακροατής, πριν τον αρπάξει  στις γρήγορες το δυόμιση λεπτών “Shy Kid” και τελειώσει η πρώτη πλευρά.
Το γκονγκ που ανοίγει τη δεύτερη τραβά την αυλαία κι αποκαλύπτει ένα ιδιότροπο stomp Άπω Ανατολής, που προχωρά προς το μέρος του ακροατή με τη μυσταγωγική χορογραφία μιας τριπλέτας από γκέϊσες.
Ο καυκάσιος αρσενικός στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου να απολαμβάνει την παράδοσή του στη θηλυκή φροντίδα δεν έχει ακόμη γίνει το κρυπτοσωβινιστικό κλισέ που θα διακοσμήσει πολλά ροκ τραξ τα επόμενα χρόνια. Με τον υπνωτισμένο Storace να τελεί in the spell of your delights κι ένα ακόμη νότα προς νότα εξαίσιο σόλο από τον Tommy Kiefer πάνω σ’ έναν απρόοπτο reggae ρυθμό, το “Tokyo Nights”, όλο neon lights, λαγνεία και φευγαλέο ρομαντισμό είναι το τραγούδι που ανεβάζει ολόκληρο το lp σε ένα διαφορετικό επίπεδο. Mε την εξαίρεση του “Is There Anybody There?” των Scorpions  που έχει κυκλοφορήσει ένα χρόνο πριν, reggae σε hard rock κάδρο δύσκολο να έχει ακουστεί.  


Μετά την κορύφωση, τα “Lady Double Dealer”, “No Way” και “Back-Seat Rock N’ Roll” λες κι αναλαμβάνουν να προσγειώσουν τις προσδοκίες. Και τα καταφέρνουν, κάπου ανάμεσα σε μεθυσμένους Bachman Turner Overdrive, σκουντούφληδες Rose Tattoo και βραχνούς Scorpions που ασκούνται στο slide. Όμως η δεύτερη πλευρά επιφυλάσσει ακόμη ένα μεγάλο κομμάτι. Το “Fire”, μπορεί σε πρώτη φάση ν’ ακούγεται τετριμμένα επείγον, όμως κρύβει μέσα του ένα αργό σπάσιμο, όπου ο Kiefer για μια ακόμη φορά οικοδομεί ένα από τα άρτια όσο και συναισθηματικά φορτισμένα σόλο του, απ’ αυτά που δεκαετίες αργότερα θα διδάσκονται οι επίδοξοι κιθαρίστες, σαν υπόδειγμα αυτοελέγχου στην ταστιέρα, ανάμεσα σε συναίσθημα και χρονισμό. Από τη στιγμή που ξεκινά, οδηγεί ολόκληρη την μπάντα σε μια επάξια κορύφωση, με τον Storace να φτάνει κι αυτός με την κραυγή του, όσο πιο ψηλά μπορεί.

Το άλμπουμ θα κυκλοφορήσει από την Ariola τον Ιούνιο του 1980, όμως με τυπικό επαγγελματικό ήθος του κεντροευρωπαίου, οι Krokus έχουν ήδη προγραμματίσει να βγουν στο δρόμο από το Φεβρουάριο, προϊδεάζοντας το κοινό για το ότι με τον καινούριο τους τραγουδιστή είναι μια νέα, κοφτερή μπάντα.

Περιοδεύουν με Nazareth, Ted Nugent και Rainbow. Πατάνε όλο και πιο καλά στο σανίδι και καταφέρνουν να ζεστάνουν ακόμη και το αυστηρό και πολλές φορές υπεροπτικό βρετανικό κοινό. Το single “Heatstrokes” παίρνει καλές κριτικές από το περιοδικό “Sounds” και φτάνει στο Νο 1 των βρετανικών heavy metalchartsστην καρδιά της χρονιάς – μηδέν για τη μεταλλική ιστορία. Μιας χρονιάς όπου οι Black Sabbath αναγεννώνται, οι Judas Priest, οι Motorhead και οι Saxon μπαίνουν στο top-10 και οι Iron Maiden ενσκήπτουν με ορμή, ηγούμενοι ενός νέου κύματος από μεταλλικά συγκροτήματα που ονοματίζεται N.W.O.B.H.M..
Το Μάϊο οι Krokus περιοδεύουν στη Βρετανία με Girlschool, More και Angelwitch, την ώρα που άλλα  δύο singles, τα “Bedside Radio” και “Tokyo Nights” ακούγονται αρκετά συχνά από το Friday Rock Show του Tommy Vance. Αρχές Ιουλίου γίνονται η πρώτη Ελβετική μπάντα που περιοδεύει στην Αμερική. Ξεκινούν από τη δυτική ακτή, support στον Sammy Hagar και καθώς αρχίζουν να κάνουν αίσθηση, μερικές εβδομάδες αργότερα κάνουν μια μικρή περιοδεία σε κλαμπ ως πρώτο όνομα, με support τους Quiet Riot.
Ολοκληρώνουν την πρώτη τους Αμερικάνικη τουρνέ ανοίγοντας για τους AC/DC - στην πρώτη τους περιοδεία με τον BrianJohnson - και τους Cheap Trick, που έχουν μόλις βγάλει το “DreamPolice”. Και επιστρέφουν στη Βρετανία, όπου στις 22 Αυγούστου εμφανίζονται στο περίφημο τριήμερο Φεστιβάλ του Reading μαζί με Praying Mantis, Gillan και Rory Gallagher.

Καθώς μπαίνει για τα καλά ο χειμώνας του 1980, αυτοί και οι Scorpions είναι από τους ελάχιστους -αν όχι οι μόνοι- μη αγγλόφωνοι στη hard rock σκηνή που έχουν κερδίσει το δικαίωμα να συμπεριλαμβάνονται στις μεγάλες περιοδείες, παρέχοντας κάποιου είδους εγγύηση ότι «θα βγάλουν τα λεφτά τους», χάρις στη σταθερότητα της απόδοσής τους πάνω στη σκηνή και τις αναπάντεχα καλές πωλήσεις του “Metal Rendez - Vous” στην Ευρώπη. Μπορεί ο Storace να παρομοιάζεται με κακεντρέχεια σα φορτηγατζής που φόρεσε την πρώτη περούκα των Pointer Sisters που βρήκε πρόχειρη, το δίδυμο Von Arb- Von Rohr σαν τους παραγιούς της μάγισσας που απήγαγε τους Χάνσελ και Γκρέτελ –οι «δύο μακρομύτηδες που χρειάζονται απεγνωσμένα ένα ραντεβού σε κομμωτήριο»- όμως live η μπάντα παρουσιάζεται δεμένη, με αυτοπεποίθηση και επιμονή.
Ο Freddy Steady κρατάει ακούραστα το βαρύ ρυθμό, καθιερώνει μάλιστα κάθε βράδυ ένα ντουέτο κρουστών μαζί με τον Von Rohr. Ο Jürg Naegeli παραμένει το μάτι και το αυτί στο πλάϊ της σκηνής και ο Tommy Kiefer – που μετά τα πρώτα τραγούδια παίζει πάντα ημίγυμνος –νιώθει ότι πατάει στα χνάρια των ηρώων του, με μια ποικιλία από κλασσικές κλίμακες, Jeff Beckικά γεμίσματα και γρήγορα ξεσπάσματα, αδυνατώντας να κρύψει ότι ευχαριστιέται πρώτα και περισσότερο απ’ όλους ο ίδιος.
Μια μερίδα κοινού και τύπου τους απορρίπτει με συνοπτικές διαδικασίες ως δήθεν «αντιγραφείς των AC/DC», καθώς η φόρτιση του κοινού από την απώλεια, μόλις πριν λίγους μήνες, του Bon Scott είναι μεγάλη:
Στην πραγματικότητα, ο Storace έχει γράψει πολλά χιλιόμετρα χάρις το δικό του άστρο, ενώ συγχρόνως το υλικό της μπάντας, χωρίς να αρνείται τις ρίζες του στο απογυμνωμένο 12μετρο hard rock, ρέπει σαφώς προς την ραγδαία ανερχόμενη επιμετάλλωση της εποχής. Στο τέλος του χρόνου, οι Krokus επιστρέφουν στη γένετειρά τους, το Solothurn που τους απονέμεται το Βραβείο Πολιτισμού «Εξαίρετης Δημιουργικότητας», για τα όσα κατάφεραν έξω από τη χώρα τους μέσα σε λιγώτερο από 12 μήνες.
Το “Metal Rendez-Vous” δε μπήκε ποτέ στα 200 πρώτα της Αμερικής, ούτε στο τοπ – 40 της Βρετανίας, αν και οι Krokus τα κατάφεραν και τα δύο τα επόμενα χρόνια. Παραμένει ακόμη και σήμερα ένα από τα πλέον κλασσικά και αναγνωρίσιμα hard rock lp της εποχής της παντοκρατορίας του βινυλίου. Αυτής πριν τον ερχομό του MTV και του παραμορφωτικού μάρκετινγκ. Από την εποχή που ένα εξώφυλλο, ένα οπισθόφυλλο και μερικές ώρες επισταμένης ακρόασης, έδιναν τροφή στη φαντασία του ακροατή μόνο με ήχο -χωρίς άλλη οπτικοποίηση- και με κομμάτια όπως τα “Bedside Radio”, “Streamer”, “Tokyo Nights” και “Fire” του διαμόρφωναν το χαρακτήρα.
Άλλωστε, στο οπισθόφυλλο του “Metal Rendez-Vous”, μια ευφυέστατη αναπαράσταση ενός κανονικού Αστυνομικού Δελτίου Συμβάντος Οδικού ατυχήματος, μέσα στο οποίο αναφέρονται όλοι οι τίτλοι, τα credits, oι τόποι και οι περιστάσεις της ηχογράφησης, καθώς και οι συντελεστές, αναφέρεται ρητά και η αιτία για όλα αυτά που επιφύλασσε και επιφυλάσσει η θαυματουργά ατυχηματική του ακρόαση: “Cause of Accident: 1000% of Rock N’ Roll in the blood”.

Παναγώτης Παπαϊωάννου