Chicago: Stay The Night (και βλέπουμε)

22/07/2019

Κατηγορία: Old Time Rock

1650

Τελευταίες μέρες Μαΐου του ’85 και η Γ΄ Γυμνασίου, μετράει τα ρέστα της, μέσα σ’ ένα κονιορτό μπρέϊκντάνς, ιταλοντίσκο και μπάγκυ φουφούλας.

 

Στον δεύτερο όροφο του κτιριακού γάμμα από μπετόν που αναγνωρίζουμε ως το δικό μας σχολικό συγκρότημα, οι υπαινιγμοί θαλασσινής αύρας μας επισκέπτονται πολύ πιο αραιά από από τον χέβυ μέταλ θόρυβο της μπουλντόζας που, στο διπλανό τετράγωνο, μεριάζει τα μπάζα - θα σηκωθεί, λέει, εκεί, δίπλα στο σχολείο, μια εξαώροφη πολυκατοικία.
Μέσα σ’ αυτό το γάμμα από μπετόν ζήσαμε μαζί τρία χρόνια. Τα γόνατα ολωνών μας τα τρύπησε η ίδια υγρασία. Η πλάτη της αίθουσάς μας, φυτεμένη ούτε εκατό μέτρα από τη θάλασσα.Δέκα αγόρια απαρτίζουμε το Γ2 και στην τάξη μέσα μας αναλογούν από δύο κορίτσια. Όμως έχουμε φάει τόσο στη μάπα την κλίση τους να μελώνουνε με αφισσέττες του Ρόμπ Λόου, έχουμε τόσο σπάσει τα μούτρα μας στην επιμονή τους να μοιράζονται μεταξύ τους μυστικά για εξωσχολικούς κωλοπαιδαρίωνες καβάλα σε κόκκινες γιαμάχες εξτί, ώστε κάθε προσπάθεια να τις εντυπωσιάσουμε έχει ξοδευτεί πολλού.
Η υγρή ζέστη που από το Πάσχα και μετά κολλάει πάνω μας, η διχαστική αναμπουμπούλα των μεγάλων για τις βουλευτικές εκλογές της 2 Ιουνίου – κάθε μέρα χαμός από πλαστική σημαία, διερχόμενα πούλμαν και ομιλίες σε παλιοκαιρινά μπαλκόνια – η κραυγαλέα αδικία για το γκολ του Ρότσα μέσ’ το Άνφηλντ – «έπρεπε να μετρήσει, ρε μαλάκα !» - η γκολάρα του Νόρμαν Γουάϊτσάϊντ στον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας και η μεγάλη σύγκρουση σε λίγες μέρες, Λίβερπουλ – Γιουβέντους στον τελικό του Πρωταθλητριών, ανακατεύονται καθημερινά, με εναλλασσόμενη επιρροή, στις κουβέντες που σκαρώνουμε στο διάλειμμα. Κάπως έτσι ξεγελάμε και μια ύπουλη, άρρητη αγωνία για το μετά. Τρεις μήνες σκοτωμένο καλοκαίρι, ο ένας σίγουρα με φροντιστήρια, και μετά ; Αρχίζει το Λύκειο. Τρία τα Λύκεια, θα μας ανακατέψουνε με τις άλλες τέσσερις τρίτες γυμνασίου, αναδιατάσσοντας τις μέρες, τ’ απογεύματα και τα Σάββατά μας. Είναι αναπόφευκτο. Οι δέκα που είμαστε τώρα στη σειρά με τα πέντε θρανία, κολλημένοι κάτω απ’ την αντηλιά του Μαΐου, μάλλον θα χαθούμε και δύσκολα θα ξαναβρεθούμε.



«Είδες χτες Μουσικόραμα;».
«Ναι».
«Έδειξε το “Stay The Night”. Τό’ δες επιτέλους;».

To βίντεο κλιπ, σκηνοθετημένο από τον Gilbert Bettman Jr., τον άνθρωπο πίσω από τον «Ιππότη της Ασφάλτου», έχει γυριστεί στους δρόμους κοντά στον ποταμό Los Angeles που διασχίζει τη μητρόπολη των ονείρων.  Ξεκινά με τον Peter Cetera, μέσα σε συνεργείο αυτοκινήτων, κολλημένο με το τζην της δουλειάς πάνω στο κορμί μιας θεάς. Πάνω όμως που πάει να τη χουφτώσει, τρώει μια σταμούτρα, ξεγυρισμένη. Η θεά, με μάτι τυρκουάζ και φρύδι υπεριπτάμενο, βουτάει τα κλειδιά του κόκκινου convertible με το μαύρο σειρήτι, πηδάει μέσα του και γκαζώνει. Όμως ο Cetera, που έχει ξεκινήσει την παρακλητική του απολογία με το πρώτο σκάσιμο των ντραμς, δεν τα παρατάει έτσι. Αρπάζεται απ’ την πόρτα και συνεχίζει το ψηστήρι εν κινήσει, με μάτι γουρλωμένο και τη θεά αδιάφορη για το αυτοθυσιακή καψούρα του. Αναπτύσσει ταχύτητα, τον πετάει κάτω, τον μαζεύουν αυτό οδόστρωμα οι δικοί του  - ο Bill Champlin κι ο Robert Lamm - μ’ ένα pick-up και η καταδίωξη συνεχίζεται. Την πλαγιάζουνε, ορμάνε στον αέρα αλά Ντιουκς και περνάνε μέσα απ’ το διαφημιστικό πάνελ. Ο Cetera προσγειώνεται ως δια μαγείας στο καπώ της θεάς: “Stay The night, there’s room enough here for two - Stay the night, I'd like to spend it with you”.


Κουτρουβαλιάζεται, στριμώχνεται να συλληφθεί από μηχανοκίνητους cops με πέτσινα –είναι οι Parazaider και Pankow, όλο το συγκρότημα έχει ρολάκια στο σενάριο του κλιπ – αλλά ακόμα, ο αλλοπαρμένος Cetera επιμένει, ονειροβατεί, την αναζητεί. Η θεά αποφεύγει πάντες τους διώκτες της με πατηλίκια κι ανάποδα τιμόνια, με το pickupάκι να συντρίβεται σε μια έκρηξη που τύφλα νά’ χει η Χιροσίμα. Ο Cetera στο φορείο, καπνισμένος αλλά ζωντανός, φορτώνεται στο ασθενοφόρο, υπό το βλέμμα των υπόλοιπων που κουνάνε τα κεφάλια χωρίς πολλές ελπίδες. Τελευταίο πλάνο: η θεά χαμογελά πονηρά. Κάθεται η ίδια στο τιμόνι του ασθενοφόρου.
«Το είδα».
«Και τί κατάλαβες;»
«Ότι τέτοιες γκόμενες θέλουνε πολύ κυνήγι, τί να καταλάβω;».
«…Αλλά στο τέλος πέφτουνε».

«Στέϊ δε νάϊτ και βλέπουμε, μανάρι μου».
Μπορεί τους Chicago η δικιά μας Γ΄ Γυμνασίου να τους έμαθε απ’ αυτό το κλιπ, όμως την Άνοιξη του ’85 είχαν ήδη διανύσει μεγάλη διαδρομή. Έγιναν μπάντα στα μέσα του ’66, γύρω από έναν πυρήνα συμφοιτητών του πανεπιστημίου De Paul του Chicago και μέσα σε 3 χρόνια κατάφεραν να κυκλοφορήσουν τον πρώτο τους δίσκο. Μέχρι να τους μάθουμε έχουν δισκογραφήσει 16 φορές. Έχουν ξεκινήσει από jazz rock δρόμους και ξεχωρίσει γρήγορα για τη φοβερή τριάδα πνευστών που έδινε στην εξαρχής ικανή pop rock τραγουδοποιία τους μια γεύση bigbandήχου. Έχοντας στις τάξεις τους πέντε μουσικούς με αξιοζήλευτες φωνητικές ικανότητες που ταυτόχρονα είναι δυνατοί συνθέτες - Robert Lamm, Peter Cetera, James Pankow, Lee Loughnane, Walter Parazaider, ακόμη και ο κιθαρίστας Terry Kath και ο ντράμερ Danny Seraphine συνεισέφεραν συχνά και αυτοί- η επταμελής μπάντα έχει γίνει από τα πιο γνωστά ονόματα στην Αμερική και καταγράψει μια σειρά από δημοφιλή hit singles (”If You Leave Me Now” [US#1, 23/10/76], “Baby What A Big Surprise” [US#4 3/12/77], “25 or 6 to 4” (US#4, 12/9/70), και  προτείνονται αλλεπάλληλες φορές για Grammy, κερδίζοντας μάλιστα 3 μαζεμένα το ’77.


Το 1978 όμως τους σημαδεύει η ξαφνική απώλεια του κιθαρίστα τους, Terry Kath, σ’ ένα παράδοξο ατύχημα που συμπεριελάμβανε πολλά ναρκωτικά κι ένα κατά λάθος γεμάτο 9άρι πιστόλι. Tότε είναι που εντάσσεται στη μπάντα ο πολυοργανίστας Bill Champlin, ως επιπλέον δυναμικό σε φωνητικά, κιθάρα και πλήκτρα. Από τότε αρχίζει και ο μπασίστας Peter Cetera να συνεισφέρει όλο και περισσότερο υλικό, το οποίο τραγουδά ο ίδιος, στα επόμενα άλμπουμ. Αυτά που θα αποδείκνυαν την αντοχή τους στη δεύτερη δεκαετία της ζωής τους, αυτήν του ’80.


Η οποία θα μπορούσε να τους φερθεί σκληρά, καθ’ ότι όλοι τους, και τα επτά μέλη, πλησίαζαν ήδη τότε τα 40 και είχαν ν’ αναμετρηθούν με νεαρά, απαστράπτοντα είδωλα όπως οι Duran Duran και ο Michael Jackson. Η μεγάλη επιτυχία του single "Hard to Say I'm Sorry" (US#1, 11/9/82)  από το δίσκο "Chicago 16" (US#9, 18/9/82), διασώζει προσωρινά τη μπάντα πάνω που έχει ξεκινήσει η εποχή του MTV. Από κει και μετά, όμως, δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Για να συνεχίσουν να υπάρχουν ως εμπορική οντότητα, πρέπει να μετουσιωθούν σε εκσυγχρονισμένους συμπαίκτες της βιομηχανίας. Το ζητούμενο είναι πλέον η ομογενοποιημένη μουσική προσφορά, σε ελκυστικό, ευπώλητο περίβλημα.


Το 17ο άλμπουμ θα πρέπει να έχει αυτά τα γνωρίσματα. Ο 35χρονος Καναδός συνθέτης και ενορχηστρωτής David Foster παραμένει για δεύτερη συνεχόμενη φορά το τιμόνι της παραγωγής και εξωτερικοί συνθέτες επιστρατεύονται να συμπράξουν με τους πέντε παραγωγικούς Chicago (Pankow, Lamm, Seraphine, Parazaider και πλέον, Champlin) ώστε το αποτέλεσμα να εξασφαλιστεί ότι δε θα είναι τίποτε λιγώτερο από blockbuster. O 40χρονος Cetera, ήδη σε καλύτερο συντονισμό με τον Foster απ’ ό,τι οι υπόλοιποι, δε θα αργήσει, εκμεταλλευόμενος την αναγνωρισιμότητα της φωνής του, να βγει μπροστά. Είναι ο ίδιος που θα πρωταγωνιστήσει και στο βίντεο κλιπ του τραγουδιού που επιλέγεται πρώτου single, ένα πιασάρικο ροκ δόλωμα για το κοινό του MTV, γραμμένο από τον ίδιο και τον David Foster, με τίτλο “Stay The Night”.

Το “Chicago 17” κυκλοφορεί στις 14 Μαίου του ’84, με εξώφυλλο που δίνει την εντύπωση ότι ένα δισδιάστατο κουτί με το παραδοσιακό λογότυπο της μπάντας ανάγλυφο πάνω του, προσφέρεται στον ακροατή διπλωμένο σε πακέτο, δεμένο με σπάγγο και ασφαλισμένο με κολλητική ταινία, στο οπισθόφυλλο. Πάνω στο πακέτο, ο αριθμός 17 αυτή τη φορά τυπωμένος με ψηφία κι όχι λατινική αρίθμηση, όπως είχαν οι ίδιοι οι Chicago καθιερώσει. Η εκμοντερνισμένη ιδέα ανήκει στον Simon Levy, μάστορα της καλλιτεχνικής γραφιστικής και σχεδιαστή με δεκάδες εξώφυλλα δίσκων στο portfolio του.


Ως προς το περιεχόμενο, το “Stay The Night” (USA#16, 23/6/84) αρπάζει απ’ το γιακά ροκάροντας ασυνήθιστα για Chicago, ίσα – ίσα για ν’ ανοίξει χώρο ν’ αναπτυχθεί στη συνέχεια μια από τις πιο πλήρεις συλλογές adult oriented rock της δεκαετίας του ’80. Όλο το άλμπουμ φέρει τη σφραγίδα του David Foster, o οποίος έχει επιμεληθεί με σχολαστικότητα τον compact όσο και πολυεπίπεδο ήχο, που αναδεικνύει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Chicago : φωνητικά, πνευστά, μελωδίες. Το “We Can’t Stop The Hurtin’’ των Lamm/Champlin, με τις μπασογραμμές περασμένες μέσα από Moog συνθεσάϊζερ, πολυφωνίες και πνευστά που ζωγραφίζουν. Το αριστοτεχνικό μικροσάουντρακ “Hard Habit To Break" (US#3, 20/10/84), γραμμένο από εξωτερικούς συνθέτες, η δεύτερη συνεργασία Cetera και Foster μετά το “Stay The Night” με το “You're The Inspiration” (US#3, 19/1/85), κομμάτι που αρχικά προοριζόταν για να το ηχογραφήσει ο πρωτοπρεσβύτερος της country & western, Kenny Rodgers.


Η synclavie φωνική μπαλάντα "Remember The Feeling" ζωγραφίζει ηλιοβασιλέματα και κότερα στα ανοιχτά των νησιών Κέϋμαν με ανέμελες ντεμπυτάντ κραδαίνουσες ανα χείρας Κιρ Ρουαγιάλ. Το "Along Comes a Woman" (US#14, 20/4/85) με γεμίσματα από κιθάρα και λαξεμένο falsetto που ίσως μόνο οι Bee Gees θα μπορούσαν να πετύχουν. Το “Please Hold On” όπου ντουετάρουν Bill Champlin και Lionel Ritchie – στα πάνω του, μετά το πολυπλατινένιο “Can’t Slow Down” – και φτιάχνουν ένα μικρό yacht ποπ διαμάντι, το οποίο τα πνευστά δεν παραλείπουν να ανεβάσουν. Το “Prima Donna” που χρησιμοποιήθηκε από τον Foster στην κομεντί “Two Of A Kind”, με τον Travolta και την Olivia Newton John, σε μια απόπειρα να δελεαστούν οι μεγαλωμένοι με το “Grease” θεατές, έξι χρόνια μετά. Το “Once In A Lifetime” του James Pankow, που για άλλους θα ήταν hit καρριέρας, κι εδώ απλώς κλείνει τη δεύτερη πλευρά με το λούστρο και τον ψευδαισθησιακά ευφορικό τόνο που είχαν όλα τα μουσικά προϊόντα αιχμής στη μέση της δεκαετίας του ‘80. Πλειάδα μουσικών προσθέτουν πινελιές στα 10 κομμάτια, από τον Jeff Porcaro των Toto στα τύμπανα, τον Paulinho Da Costa στα κρουστά, τον διάσημο Donny Osmond ως και κάποιον άγνωστο ονόματι Richard Marx, και τους δύο στα δεύτερα φωνητικά.


Ο δίσκος θα μακροημερεύσει στο Hot 100 του Billboard με 72 εβδομάδες συνεχούς παρουσίας στα τσαρτ, κορυφώνοντας την πορεία του οκτώ περίπου μήνες μετά την κυκλοφορία του (US#4, 26/1/85), κι ενώ η μπάντα έχει ξεκινήσει σε μια πετυχημένη περιοδεία κάτι περισσότερων από 100 εμφανίσεων στις Η.Π.Α. που θα ολοκληρωθεί την Άνοιξη του ‘85. Ωστόσο, όχι χωρίς απώλειες. Χολωμένος από τους υπαινιγμούς ότι «τους παίρνει όλη τη δόξα» και σίγουρος ότι με το Foster στο πλάϊ του δε χρειάζεται τους παλιούς του συνοδοιπόρους για να συνεχίσει να γεμίζει τους τραπεζικούς του λογαριασμούς, ο Peter Cetera βάζει το μπάσο στη θήκη και το καλοκαίρι του ’85 ανακοινώνει δημόσια ότι αποχωρεί από τη μπάντα στην οποία είναι από το ’67 για να ξεκινήσει solo καρριέρα.

Το “17” προτάθηκε για πέντε Grammy, κερδίζοντας στην 27η ετήσια τελετή που έγινε στο Shrine Auditorium του L.A. στις 26 Φεβρουαρίου του ’85 δύο: της Καλύτερης Ενορχήστρωσης για Άλμπουμ Εκτός Κλασσικής Μουσικής και της Kαλύτερης Oργανικής Eνορχήστρωσης με Φωνητικά για το “Hard Habit To Break”. Παραμένει ο δίσκος με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην δισκογραφική τους ιστορία.

Για να παραφράσω Nick Hornby, όπως καταγράφηκε δια στόματος John Cusac στο "High Fidelity", "ένα από τα δέκα επαγγέλματα που θα ήθελα να κάνω”, αν ποτέ εύρισκα αυτή την αναθεματισμένη τη χρονομηχανή, θα ήταν διευθυντής φωτογραφίας σε εταιρία παραγωγής βίντεο - κλιπ για το MTV, μεταξύ '84 και ‘87, με επαγγελματική έδρα στο L.A.. Μήπως και κρατούσα κανα spare απαθανατιζέ της Ingrid Anderson. Της 26 ετών θεάς, που αμείφθηκε με 10.000 δολλάρια για να ταλαιπωρήσει τον ακατάβλητο Cetera σε κείνο το γύρισμα. Αυτής, της ένοχης για το ότι μας υπέσκαψε ολόκληρη την εφηβεία, διασώζοντας τον καψούρη, αφού τού’χε βγάλει πρώτα την γλώσσα στο καψώνι.
Θα ξέκλεβα σίγουρα καναδύο σλάϊτς, ειδικά απ’ αυτά που ξαπλάρει πάνω στο το θρυλικό κόκκινο Convertible 442 της General Motors, με τη μαύρη φαρδιά ρίγα στο καπώ και θα τα ταχυδρομούσα συστημένα στις εννιά μούρες του Γ2. Για να θυμόμαστε ότι ορισμένα πράγματα που δεν θα επιτρέψουν να χαθούμε ποτέ.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Live Favorites