Robert Palmer: "Μight as well face it, you' re addicted to love"

05/12/2018

Κατηγορία: Rocktime Songs

8025

Όταν η παρακμασμένη αλκοολική ηθοποιός Άλεξ (Τζέϊν Φόντα) μπήκε στο «χάϊ» κομμωτήριο του πρώην άντρα της, Χοακίν Μανέρο (Ραούλ Τζούλια), ανάμεσα σ' αρώματα, περμαντάντ και εκτυφλωτικά κραγιόν, αυτό ακούγεται να παίζει στο background ("The Morning After", '86).

 

Όταν ο Τζούλιαν (Ρόμπερτ Ντάουνυ Τζ.), λιώμα απ΄τα συμπτώματα στέρησης, ρέστος από λεφτά και ξάγρυπνος για μέρες μπαίνει κρυφά στην έπαυλη του πατέρα του ("Less Than Zero", '87), χαζεύει το πανάκριβο στέρεο και ψαχουλεύει τα cd, μαντέψτε ποιό διαλέγει για να του θυμίσει ανέμελες εποχές που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, ισοπεδωμένες απ' τον εθισμό.
Όσο για τον μπάρμαν Μπράϊαν Φλάναγκαν (Τομ Κρουζ), τον «τελευταίο ποιητή μπάρμαν» με τη γραβάτα μέσα στο πουκάμισο, τα χέρια μαέστρου ν' ανακατεύουν και να χτυπούν σέϊκερ γεμάτα θανατηφόρα «Καμικάζι» και τον Νταγκ Κόγκλιν (Μπράϊαν Μπράουν) μέντορά του δίπλα στη μπάρα, όλοι θυμόμαστε ποιό κομμάτι βάζει και σείεται το μπαρ, κατεβάζοντας μάλιστα το
volume στο ρεφραίν για να τσιτώσει η αδρεναλίνη απ΄τις φωνές των θαμώνων ("Cocktail", '88).
Το "Addicted To Love", δεν ήταν απλώς το κομμάτι που έφθασε στο νούμερο 1 των σινγκλ του Billboard για μια εβδομάδα, στις 3 Μαίου του 1986, ήταν ένα φαινόμενο, συνώνυμο με το φιλήδονο στίγμα της δεκαετίας του '80.

 
Ο 37χρονος Robert Palmer, γεννημένος στο βόρειο Yorkshire και νομάδας από μικρός, καθ' ότι γιος αξιωματικού του Βρετανικού Ναυτικού, είχε ήδη επτά άλμπουμ στο ενεργητικό του, το ένα με μεγαλύτερη απήχηση από το προηγούμενο, συνδυάζοντας σ' αυτά στοιχεία τζαζ, ρυθμ εν μπλουζ, συνθ - ποπ έως και ρέγκε.
Στα τέλη του '83  μαζί με τον
Andy Taylor, τον άνθρωπο που έθαβε καλά τα ροκ απωθημένα του πίσω από την ποπ δόνηση του πρώτου και μεγαλύτερου boy band των '80s, των Duran Duran, τον μπασίστα τους, Andy Taylor και τον ντράμερ των Chic, Tony Thomson, o Palmer έφτιαξε ένα project, τους "Power Station".
Ο ήχος τους, ξερό ροκ στο στυλ των Kinks και των T-Rex ανάμικτο με φανκ, ηχογραφημένο με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας στα -ομώνυμα του σχήματος- στούντιο της Νέας Υόρκης, έδωσε στον Palmer μια νέα, πιο αποσαφηνισμένη κατεύθυνση για το επόμενο άλμπουμ του.  
 
Το "Riptide" ηχογραφήθηκε το τελευταίο τρίμηνο του '85 στο Compass Studios στις Μπαχάμες, με πλήρωμα το ήμισυ των Power Station (Andy Taylor, Tony Thomson), παραγωγό τον Bernard Edwards, μπασίστα και αρχηγό των Chic και βοήθειες από πεπειραμένους session μουσικούς όπως ο Εddie Martinez στην κιθάρα (Blondie, Meat Loaf, Mick Jagger, David Lee Roth, RUN DMC), o Jack Waldman στα πλήκτρα (πέθανε λίγο μετά την κυκλοφορία του από AIDS), τον αυτοδίδακτο αρχιμάστορα κάθε πνευστού Lenny Pickett και τον Wally Badarou των Level 42 στα κήμπορντς.
Είχε διάρκεια κάτι παραπάνω από 35 λεπτά και στην ουσία επτά μόνο κομμάτια, συν το ομώνυμο, μια
ambient jazz εισαγωγή με μποέμ απαγγελία από τον Palmer, που επαναλαμβανόταν ως outro στο τέλος της δεύτερης πλευράς. Κι όμως, παρά τη «μικρή» διάρκειά του, υπήρξε καταλυτικό γι΄αυτό που θα διασωζόταν μετέπειτα ως το πλέον αναγνωρίσιμο οπτικό και ηχητικό «στυλ» μιας ολόκληρης δεκαετίας.
Τριζάτα πιατίνια, ογκώδη ντραμς, χειρουργικά τοποθετημένα συνθ, μετρονομικό μπάσο με το φανκ καρφωμένο στην ψυχή του (
Chic είν΄αυτοί) και φαζαριστές κιθάρες που δεν μπορούν να κάνουν λάθος, υπογραμμίζοντας την κλασσική «έρωτας - λαγνεία - ρομάντσο» στιχουργική του τραγουδιστή. Σε πρώτο, δε, πλάνο, η ερμηνεία του ίδιου του Palmer, να σφύζει από αυτοπεποίθηση, ευέλικτη ανάμεσα σε ηδυπάθεια, γρέτζο και ροκ σφυγμό. "Alpha Μale", όπως λένε και τα λεξικά.
Όλα αυτά δεν συνοψίζονται πουθενά καλύτερα απ΄ότι στο τρίτο (δεύτερο μετά την εισαγωγή) κομμάτι, διάρκειας έξι λεπτών, που «κόπηκε» στα τέσσερα λεπτά για να μπορέσει να γίνει το πρώτο σινγκλ. Κυκλοφόρησε νωρίς μέσα στο '86 και ξεκίνησε την επέλασή του στα τσαρτ αργά αλλά σταθερά.
Με μια εισαγωγή στα τύμπανα σε 7/4 (εξ ου και ο ελαφρύς αποπροσανατολισμός που πάντα προκαλεί, ειδικά όταν στο ένα χέρι κρατάει κανείς ποτήρι Κόλινς γεμάτο με ρούμι, κόλα και παγάκια), υπαινικτικά συνθ, έναν ρυθμικό βρυχηθμό από κιθάρες πάνω σε κιθάρες και φωνητικές αρμονίες γραμμένες από την σόουλ θεότητα
Chaka Khan, ο Robert Palmer παραδίδει σ΄αυτό μαθήματα για το πώς και το γιατί τυχαίνει να είναι «εθισμένος στον έρωτα».
 
Την αιχμαλωσία των αισθητηρίων ολοκλήρωσε το συνοδευτικό βίντεο-κλιπ. Σκηνοθετημένο από τον διάσημο φωτογράφο μόδας των '60s Terence Donovan, ο οποίος από χρόνια πειραματιζόταν με την πόζα γυναικείων μοντέλων μπρος από ιντάστριαλ φόντο, η επίδρασή του στην ποπ κουλτούρα ήταν σαρωτική, για μια σειρά από λόγους άρρηκτα συνδεδεμένους μεταξύ τους:
Πρώτον, οι vamp θεές της δυσαρέσκειας ως backing band του Palmer προκαλούσαν πολλαπλά εγκεφαλικά, όχι μόνο με το ομοιόμορφο «σοβαρό» ντύσιμο, όχι μόνο με την πολλά υποσχόμενη κοψιά (το μαύρο μάθαμε όλοι ότι διαγράφει τα πάντα με το κατάλληλου χρώματος εσώρουχο) αλλά και με την πρόσθετα ερεθιστική λεπτομέρεια ότι - όπως είναι φανερό- δεν ξέρουν να παίζουν, προσποιούνται ότι παίζουν τις κιθάρες, το μπάσο, τα ντραμς.
Δεύτερον, δίπλα τους, η "γεύσου τα παγάκια απ' το Campari σου, honey και άσε τα υπόλοιπα σε μένα" ερμηνεία του Palmer, όχι μόνο προσωποποίησε μια για πάντα τα ανομολόγητα γιάπικα όνειρα, αλλά ενσάρκωσε και τα υπερεγώ των ανήλικων καταναλωτών μουσικής («μ ό ν ο ν έτσι θέλω να γίνω όταν θα μεγαλώσω»). Τρίτον, ο ήχος που έβγαζε το προκλητικό αυτό
combo ήταν παρασάγγας μακριά από τις ξώφαλτσες «φλωριές» της εποχής, δίνοντας στον ποπ ακροατή να καταλάβει τί εστί rock drive, χωρίς να τον αποξενώνει.
Τέταρτον, γιατί με στίχους του τύπου "i'm immune to the stuff", "can't get enough", "your throat is tight, you can' t breathe, another kiss is all you need" και τα συναφή, αφόπλισε αναστολές και μπρίζωσε με αποφασιστικότητα -για «βγάλσιμο ματιών» ό,που δει και άμα λάχει- δύο ή και τρεις ηλικιακές κατηγορίες που ζούσαν χαλιναγωγώντας τις ορμόνες τους προ του φόβου του AIDS.
 
To κομμάτι έδωσε άκοπα το Grammy για την καλύτερη ανδρική ερμηνεία στον Robert Palmer στις αρχές του '87 και έγινε έκτοτε η αδιαμφισβήτητη «υπογραφή» του, παρά τα πολλά αξιόλογα κομμάτια που έγραψε πριν και μετά απ΄αυτό. Από τα μισά του '86 μέχρι και σήμερα (παρά τον αδόκητο θάνατο του Palmer το 2003 από λόγους που σχετίζονται με την άκρατη καλοπέραση, στην οποία δεν κατάφερε να πάθει ανοσία, όπως διατεινόταν σ΄αυτό το ανεξίτηλο ρεφραίν), κανένα '80s πάρτυ δεν σέβεται τον εαυτό του αν δεν περιλαμβάνει και αυτό το κομμάτι στο playlist.
 
Από το άλμπουμ "Riptide" (Νο 8 στις Η.Π.Α. και στο 5 στην Αγγλία), προέκυψαν κι άλλα δύο hit ("I Didn't Mean To Turn You On" και "Discipline Of Love"), σε ανάλογα δυναμική ηχητική συνταγή, που ανακαλούν την επιμειξία ήχου της τότε αισθητικής των τεράστιων club και φέρνουν εικόνες από επιδείξεις μόδας με γιγαντιαίες βάτες, κυρίες ντυμένες με Ντιορ και Ντόννα Κάραν να ρουφάνε λεπτές γραμμές κοκαίνης στις γυναικείες τουλέτες, κοντολογίς περίπου όλες τις αμαρτωλές απολαύσεις και την χωρίς τύψεις χλιδή των μέσων του ογδόντα.
Αν ποτέ υπάρξει περίπτωση να μας ρωτούν τα εγγόνια μας τί μουσική κυκλοφορούσε όταν πηγαίναμε σχολείο, ένα από τα οπτικοακουστικά παραδείγματα που θα έχουμε πάντα πρόχειρα θα πρέπει να είναι το "Addicted To Love", σε ήχο και εικόνα.
Μιλάει από μόνο του.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου