Marillion: “Kayleigh, Do You Remember?”

01/09/2019

Κατηγορία: Rocktime Songs

12702

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 το progressive rock της ιεράς τριάδας των Genesis, Yes και E.L.P. έτεινε να καταστεί υποσημείωση στο μουσικό χάρτη της γηραιάς Αλβιόνας. Οι σόλο κυκλοφορίες των Peter Gabriel και Phil Collins ακολουθούσαν πορείες προς αντιδιαμετρικά τοποθετημένα ακροατήρια.

 

Οι Yes χρειάστηκε να υιοθετήσουν τις συνθέσεις ενός νεαρού κιθαρίστα για να ακουστούν σύγχρονοι και ο Carl Palmer είχε πλέον προσχωρήσει στους αμερικανόηχους Asia. Στο νησί υπήρχε ένα μόνο γκρουπ της νεώτερης γενιάς που όμως διέσωζε κάτι από την prog extravaganza των πάλαι ποτέ μεγάλων.
Οι Marillion.
Ο frontman, ένας 26χρονος πανύψηλος σκωτσέζος με προφανώς επικείμενη πρόωρη φαλάκρα και το προσωνύμιο Fish έβαφε το πρόσωπό του όπως κάποτε ο Peter Gabriel και οδηγούσε μια πενταμελή μπάντα αποτελούμενη από πασιφανώς uncool μουσικούς σε πυρετώδεις εμφανίσεις. Σα νά’ ταν 1973, χωρίς τις καμπάνες και τις φαβορίτες.
To 1984 είχαν ήδη φτιάξει μια πιστή και σταθερή βάση οπαδών που τους ακολουθούσαν. Είχαν δει ήδη 5 single τους να έχουν εισχωρήσει στο top-40 και τα δύο lp τους (“Script For A Jester’s Tear” [‘83] και “Fugazi” [‘84]) είχαν κι αυτά πιάσει τα 20 πρώτα άλμπουμ. Όμως τα λογιστικά φύλλα της εταιρίας τους, ΕΜΙ, άλλα έλεγαν.
Για να χρηματοδοτήσουν το γύρισμα του βίντεο κλιπ για το κομμάτι “Assasing” είχαν ξοδέψει περισσότερα απ΄όσα είχε φέρει στα ταμεία το τελευταίο τους άλμπουμ. Και για τα έξοδα παραγωγής του ήταν υπέγγυα η περιουσία του συγκροτήματος κατά 50%. Έδωσαν λοιπόν την έγκρισή τους να κυκλοφορήσει εσπευσμένα ένα live (“Reel To Reel”) από εμφανίσεις τους στην τελευταία αγγλική περιοδεία για να κατευνάσουν την δισκογραφική και μπήκαν στη διαδικασία της σύνθεσης των τραγουδιών για τον τρίτο -και κρίσιμο για το μέλλον τους- δίσκο.
Ο Fish αποσύρθηκε στο σπίτι του, σε μια αγροτική περιοχή του Buckinghamshire. Ένα απόγευμα προς τα τέλη του καλοκαιριού του ’84 έλαβε με το ταχυδρομείο έναν φάκελο. Ήταν από μια παλιά του φιλενάδα και περιείχε ένα λακωνικό σημείωμα που έγραφε «Νομίζω ότι θα σου αρέσει» και μια ταμπλέτα acid. Έμενε σε κοντινή απόσταση με την αγροικία του κιθαρίστα Steve Rothery.



Πήρε τη μισή ταμπλέτα, ανέβηκε στο ποδήλατο και πήγε να τον επισκεφθεί. Μην καταλαβαίνοντας να του συνέβη και τίποτε σπουδαίο, πήρε και την άλλη μισή. Το αποτέλεσμα ήταν να σωριαστεί στον καναπέ του οικοδεσπότη και να δουν μαζί την τελευταία ταινία του Polanski, “Tess”, ένα έργο εποχής με πρωταγωνίστρια την Nastasia Kinski, την οποία ο Fish θαύμαζε όχι αποκλειστικά για τις υποκριτικές της επιδόσεις.
Η επιτάχυνση των αισθήσεων άργησε, αλλά άρχισε. Καθώς ο Fish έπιασε τον εαυτό του να μιλάει ασταμάτητα, ζήτησε από τον Rothery να τον πετάξει γρήγορα πίσω στο σπίτι του. Εκεί, έβαλε στο πλατώ το “Dark Side Of The Moon” και ρίχτηκε να γράφει μανιωδώς στίχους συνειρμικά, καθισμένος ή ξαπλωμένος στο λίβινγκ ρουμ του, στο οποίο δέσποζε ένα αντίγραφο του πίνακα του Jerry Schurr, το “Padres Bay”.
Σε λίγο ο Fish ένιωθε ότι βρισκόταν ο ίδιος μέσα σ΄εκείνο τον πίνακα, στα μονοπάτια που άνοιγε το νερό της θάλασσας ανάμεσα απ΄τα βουνά. Έγραφε επί ώρες. Ξεκίνησε απ΄την παιδική του ηλικία και προχώρησε γράφοντας για τις σχέσεις που κατέστρεψε ή άφησε να ξεπέσουν, μπρος στην ανάγκη του να γίνει «διάσημος τραγουδιστής». Στο μυαλό του στρφογυρνούσε ιδίως η τελευταία του σχέση με την Kay, που είχε διαλυθεί μήνες πριν, σα μια μοιραία παρενέργεια από τον τρόπο ζωής του. Ο Fish έγγραψε με προσήλωση, χωρίς ανάσα, όλο το βράδυ, ώσπου έχασε τις αισθήσεις του.
Την επόμενη μέρα, διαβάζοντας τις σημειώσεις του, πήρε ενθουσιασμένος τηλέφωνο τον Rothery: “Αυτό είναι ! Το κρατάω ! Βρήκα το θέμα του άλμπουμ μας!».


Πράγματι, αυτό που επρόκειτο να αποτελέσει ολόκληρη την πρώτη πλευρά του άλμπουμ, από πλευράς στίχων και μουσικών σημειώσεων που λειτουργούσαν σαν συνδετικός ιστό μεταξύ των στίχων, γράφτηκε εκείνο το βράδυ. Η προπαραγωγή του άλμπουμ ξεκίνησε το φθινόπωρο του ’84 στο Barwell Court, έναν βικτωριανό πύργο στο Surrey.
H ΕΜΙ, παρ΄ότι δεν ενθουσιάστηκε με το ενδεχόμενο το επόμενο άλμπουμ να είναι “concept” και μάλιστα να εξερευνά τις εμμονές μιας παιδικής ηλικίας που πήγε στραβά (“Misplaced”), τους έφερε σε επαφή με τον Kris Kimsey (με περγαμηνές ως ηχολήπτης στο “Frampton Comes Alive”, το “Some Girls” των Stones και το “Brain Salad Surgery”), για να αναλάβει παραγωγή. To έμπειρο αυτί του έπιασε μια μέρα των ηχογραφήσεων τον Rothery να παίζει ένα εύπεπτο σχήμα στην κιθάρα, που σκέφτηκε ότι θα ακουγόταν ιδανικό για το ραδιόφωνο.
Η μπάντα το ανέπτυξε και ο Fish το έδεσε με ορισμένους από τους πιο συναισθηματικούς από τους στίχους του κόνσεπτ που είχε γράψει, εκεί που ο κεντρικός ήρωας απευθύνεται στον χαμένο του έρωτα. Έχοντας κατά νου την Kay και γνωρίζοντας ότι ο πατέρας της την φώναζε χαϊδευτικά Kay-Lee, έδωσε στο δεύτερο κομμάτι του στόρυ το όνομα “Kayleigh”. Τα άλλα μέλη της μπάντας, γνωρίζοντας το πραγματικό πρόσωπο πρόβαλλαν αντιρρήσεις. Ότι το κομμάτι είναι πολύ προσωπικό. Ότι «θα μπλέξουν», αν η Kay προσβληθεί ή ζητήσει δικαιώματα.

Ο Fish έβαλε βέτο. Στ΄αυτιά του, η προσφώνηση Kayleigh ταίριαζε πολύ με τη μελωδία και έδινε αμεσότητα στο στίχο.
Για να κάμψει τις δεύτερες σκέψεις, υπενθύμιζε ότι δεν θα ήταν απλώς να κομμάτι με γυναικείο όνομα, αλλά ένα μέρος του κόνσεπτ που διαρκούσε περίπου τρία λεπτά. Στο κάτω – κάτω η ΕΜΙ τους είχε στριμώξει να γράψουν κάτι που θα μπορεί να ακουστεί στο ραδιόφωνο και αυτό ακουγόταν πολύ πιο τρυφερό και «εύκολο» απ΄ο,τιδήποτε είχαν γράψει ως τότε. Πέρασε το δικό του. Οι στίχοι του βέβαια, γραμμένοι εκείνο το θολωμένο καλοκαιρινό βράδυ, είχαν μια ατόφια ποιητική πίκρα, μια ρομαντική κυκλοθυμία που θα ξεχώριζε ακόμη κι αν ήταν ζεμένη στην πιο τετριμμένη μελωδία:
«Θυμάσαι; Καρδιές από κιμωλία να σβήνουν στης σχολικής αυλής τον τοίχο Θυμάσαι;
Η αυγή ν΄αποδρά απ΄ του κολλεγίου τις αιθουσες, που λούζονταν στο φως του φεγγαριού Θυμάσαι; Τον ανθό της κερασιάς στην Μάρκετ Σκουέρ Θυμάσαι; Νόμιζα ότι ήταν κονφετί στα μαλλιά σου Κι εδώ που τα λέμε, δεν σου ράγισα την καρδιά; Συγχώρεσέ με, δεν ήθελα ποτέ να σου ραγίσω την καρδιά Αλλά τό’ κανες εσύ».
Ακολούθησε ένα επεισοδιακό διάστημα στο Βερολίνο, με τις ευλογίες της ΕΜΙ, στα Hansa Ton Studio, εκεί που ο Bowie είχε συνθέσει και ηχογραφήσει την τριλογία “Low” – “Heroes” – “The Lodger”. Υποτίθεται ότι οι Marillion θα επέστρεφαν με το άλμπουμ ολοκληρωμένο στα μέσα της Άνοιξης του ‘85, δουλεύοντας σε χαμηλώτερο κόστος. Όμως οι πέντε βρετανοί αφέθηκαν στους πειρασμούς της βερολινέζικης νύχτας. Ήταν ένα μέρος γεμάτο νέους ανθρώπους, καλλιτέχνες και μπαρ τα οποία άνοιγαν στις τέσσερις και στις πέντε το πρωί.
Όταν η ΕΜΙ άρχισε να στέλνει εκπροσώπους της για να ακούσουν μέρη του «τελειωμένου», υποτίθεται, υλικού, τους έβαζαν σε ένα δωμάτιο με άπειρα ποτά και γυναίκες και οι τύποι επέστρεφαν στην Αγγλία «χαρούμενοι» και διαβεβαίωναν την εταιρία ότι «όλα πάνε καλά».
Όταν η πίεση για νέο υλικό άρχισε να γίνεται έντονη, το γκρουπ έδωσε στην ΕΜΙ το ήδη έτοιμο “Kayleigh”.
Το έστειλαν στα Abbey Road Studios για μιξάρισμα και θα ήταν έτοιμο να κυκλοφορήσει σα single.
Το δείγμα «άρεσε» στα κοστούμια. Στις 20 Μαίου του ’85, η μπάντα έκανε την πρώτη και μοναδική της εμφάνιση σ’ ένα από τα talk show υψηλής τηλεθέασης του BBC.
Ο Ιρλανδός Terry Wogan ήταν γέννημα – θρέμμα των τηλεοπτικών ηθών του BBC. Χωρίστρα στο πλάϊ, μόδας τουλάχιστον δύο δεκαετιών πριν, στενή γραββάτα, γαμψή μύτη και κρύο χιούμορ.
Όμως το να παίξει ένας καλλιτέχνης ζωντανά σαν μουσικό διάλειμμα στην εκπομπή του ήταν μεγάλη υπόθεση. H μελωδία του “Kayleigh” απλώθηκε στο στούντιο του Shepherd’s Bush και καθώς το προσκεκλημένο κοινό ολοκλήρωνε το σκηνοθετημένα ευγενικό του χειροκρότημα, ο Fish, έσκασε ένα παιδικό χαμόγελο προς την κάμερα, κάνοντας μια ανεπαίσθητη υπόκλιση.
Στα παρασκήνια, ο επικεφαλής του promotion της EMI, Malcolm Hill, πήρε τον Fish παράμερα και του είπε εμπιστευτικά : «Αυτό το χαμόγελο στο τέλος, να είσαι βέβαιος ότι έκανε την καρδιά κάθε αγγλίδας μαμάς να ραγίσει».


Tο “Kayleigh” σύντομα έφθασε μέχρι το Νο2 των single της Βρετανίας, μένοντας πίσω μόνον από το “You’ll Never Walk Alone”, την επανεκτέλεση του ύμνου της Liverpool για φιλανθρωπικό σκοπό από μια πληθώρα παλιών και νέων σταρ για τα θύματα της πυρκαγιάς στο Bradford City.
Το άλμπουμ “Misplaced Childhood” κυκλοφόρησε στις 17 Ιουνίου του 1985 και σύντομα έριξε από την πρώτη θέση του τσαρτ ολόκληρο Bryan Ferry (“Boys & Girls”), κρατώντας στο Νο 3 το ντεμπούτο του Sting (“Dream Of The Blue Turtles”). Ακολούθησαν άλλα δύο hit singles, το “Lavender” (UK#5 τον Σεπτέμβριο του ’85) και το “Heart Of Lothian” τον Νοέμβριο.
Το άλμπουμ πούλησε ενάμισυ εκατομμύριο αντίτυπα στη Βρετανία (ποσότητα αδιανόητη) και έβαλε τους Marillion στο χάρτη, δίπλα στα πιο hot ονόματα της εποχής. Όλο το 1986 πέρασε με περιοδείες και διθυραμβικές κριτικές. Η ζωή των 5 μελών δεν θα ήταν ποτέ πια η ίδια.
Ο Fish, πιο σίγουρος από ποτέ για τον εαυτό του μετά την επιτυχία, εγκατέλειψε το επί σκηνής βάψιμο αλά Peter Gabriel, άρχισε να φοράει μπαντάνα (χρήσιμη ιδέα, όπως αποδείκνυε ακριβώς την ίδια εποχή και το φαρδύ κούτελο του Mark Knopfler), να ανεβαίνει στη σκηνή αξύριστος (μοιάζοντας περισσότερο με τον μέσο ροκ σταρ) και από άποψη ερμηνείας να απαλλάσσεται απ’ το κάπως βεβιασμένο φαλσέττο. Άρχισε να βρίσκει τη δική του έκφραση, το προσωπικό του παράστημα. Σύντομα όμως «κάηκε» και χάθηκε κάτω από την σκιά αυτού του παραστήματος που ονειρευόταν και αγωνιζόταν χρόνια να φτιάξει.
Το ’88 αποχώρησε (ή εκδιώχθηκε) από το συγκρότημα, έχοντας μετατρέψει τη ζωή των υπολοίπων σε κόλαση με τη μεγαλομανία και την εκτός ελέγχου συμπεριφορά του. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Το ερώτημα είναι ποιά ήταν και τί απέγινε η πραγματκή Kay-Lee; Το ’85, αμέσως μετά την επιτυχία του τραγουδιού που έφερε το όνομά της, τα σκανδαλοθηρικά έντυπα όργωσαν το πρόσφατο και το απώτερο παρελθόν του Fish για να την ανακαλύψουν. Το συγκρότημα και ειδικά ο αυτοβιογραφούμενος συνθέτης του τραγουδιού κράτησαν το στόμα τους ερμητικά κλειστό.
Όταν όμως οι κύκλοι της ζωής θέλουν να κλείσουν, ωχριούν μπροστά στις μυστηριώδεις βουλές τους τα βραβευμένα με χρυσά αγαλματίδια και σφαίρες σενάρια.
Το 2005, συμπληρώνονταν 20 χρόνια από την επιτυχία του “Kayleigh” και ο Fish, ήδη σόλο καλλιτέχνης από το 1990, με οκτώ (τότε) άλμπουμ στο ενεργητικό του, αποφάσισε να περιοδεύσει παίζοντας ολόκληρο το “Misplaced Childhood”, σε μια περιοδεία με τον εύγλωττο τίτλο “On The Return To Childhood”.
Μετά τη συναυλία του στο Εδιμβούργο, η ίδια η Kay εμφανίστηκε μπροστά του στα παρασκήνια με ένα μπουκέτο λουλούδια κι ένα χαμόγελο ελάχιστα επηρεασμένο από το χρόνο. Της χάρισε μια κόπια του αυθεντικού βινυλίου με αφιέρωση, αγκαλιάστηκαν, μίλησαν για τα παιδιά τους, για την πορεία που είχαν πάρει οι ζωές τους. Εκείνη είχε γίνει μια φαρμακοποιός σε μεγάλο νοσοκομείο του Stoke.
Εκείνος, ήταν ένας ιδιόμορφος, απεξαρτημένος πλέον, ροκ σταρ που αρνείτο να θεωρείται απόμαχος, κυκλοφορώντας πότε – πότε άλμπουμ με καινούριο υλικό, που αφορούσε όλο και πιο ειδικό κοινό.
Την επομένη, εκείνη του τηλεφώνησε για να του πει ότι έκλαιγε σε όλο το δρόμο της επιστροφής, κρατώντας το άλμπουμ στα χέρια της. Κράτησαν επαφή μέσω e-mail για καιρό. Δύο χρόνια αργότερα του έγραψε ότι είχε διαγνωσθεί με καρκίνο. Τα μηνύματα διακόπηκαν.
Ο Fish αναζήτησε την οικογένεια και τους φίλους της. Τους τελευταίους μήνες της ζωής της, έλεγε σε όλους με περηφάνεια ότι εκείνο το τραγούδι είχε γραφτεί γι΄αυτήν.

“Kayleigh, I'm still trying to write that love song Kayleigh it's more important to me, now you're gone Maybe it will prove that we were right Or ever prove that I was wrong”.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου