Asia: Heat Of The Moment

01/06/2017

Κατηγορία: Rocktime Songs

1981. Έμοιαζαν να έχουν περάσει αιώνες από τότε που το μουσικό τέρας του Λοχ-Νες που επονομάσθηκε “progressive” rock είχε αναδυθεί στο παγκόσμιο ποπ προσκήνιο μ’ εκείνο το αχανές “Fragile” και στη συνέχεια με άλμπουμ πιο μπαρόκ κι από τη βασιλική του Αγίου Πέτρου, όπως τα “Foxtrot”, “Brain Salad Surgery” και “Larks’ Tongues In Aspic”.

 

Οι πρωταγωνιστές των δαιδαλωδών αυτών κομψοτεχνημάτων, μουσικοί με απόθεμα ιδεών, αφού είδαν την έκρηξη και εξάπλωση του πανκ και του new wave να τους εξοβελίζει στην περιφέρεια της μουσικής επικαιρότητας, πλησίαζαν την τότε θεωρούμενη ως μέση ηλικία του ροκ κι έψαχναν απεγνωσμένα τρόπους να παραμείνουν ζωντανοί και «σύγχρονοι».
Ο 34χρονος Chris Squire, 34, εγκατέλειψε το πλoίο των Yes αμέσως μετά το υπερβολικά σκληρόηχο για τους οπαδούς τους “Drama” του ‘80, παίρνοντας μαζί του τον 29 ετών Geoff Downes, τον κημπορντίστα που προσπάθησε να γεμίσει ατυχώς τις μπότες του Rick Wakeman. O 32 Ιουνίων πάλαι ποτέ frontman, μπασίστας και τραγουδιστής των Family, King Krimson, U.K. (και για ένα σύντομο φεγγάρι των παραπαιόντων Wishbone Ash), o John Wetton, ήταν και πάλι μουσικά άστεγος. Το ίδιο και ο κατά πολλούς Cozy Powell του prog, ο 30χρονος Carl Palmer, ιδίως αφ΄ότου οι Emerson, Lake & Palmer είχαν αποτύχει να δρέψουν Α.Ο.R. δάφνες με το “Lοve Beach” του ’78.
Κάπου εκεί ανέλαβε δράση ο περίφημος John Calodner, ένα από τα πιο εμπνευσμένα και ιδιοφυή A&R πρόσωπα της μουσικής βιομηχανίας, καίτοι μη μουσικός. Ξεκίνησε έχοντας ως βάση το συνθετικό ταλέντο του Jon Wetton και τον πλαισίωσε με τους πιο πάνω καίριους παίκτες, όλους ευρισκόμενους τότε σε μεγάλη αμφιβολία για το εμπορικό τους μέλλον.
 
«Η βιομηχανία στην Αμερική είχε γίνει απολύτως εταιριοκρατούμενη εκείνη την εποχή. Συγκεκριμένες μεγάλες εταιρίες κατείχαν τον ραδιοφωνικό χρόνο, έκλειναν τις συμφωνίες διανομής, είχαν επαφές με τα καλύτερα στούντιο, προωθούσαν τους καλλιτέχνες τους στο MTV. Οπότε ήταν υποχρεωτικό:  έπρεπε να περάσουμε την πανοπλία με ένα φρέσκο χέρι λούστρο. Μπορεί να μην ήταν καινούρια, όμως σίγουρα θα έμοιαζε καινούρια», θυμάται ο Carl Palmer.
«Μέσα σε όλους μας το progressive στοιχείο της μουσικής ήταν ακόμη ολοζώντανο, αλλά με τους Asia ο Kalodner μας έδωσε μια πολύ σοφή συμβουλή:  έπρεπε να απαλλαγούμε από τα περιττά «λίπη». Πήραμε τα 12λεπτα κομμάτια που μας ερχόταν φυσικό να γράψουμε και επικεντρωθήκαμε στα 2 τους λεπτά που είχαν τη μουσική ουσία.
Συμπτύξαμε τα συστατικά μιας σύνθεσης σε ένα πολύ πιο σαφές πλαίσιο», παραδέχθηκε ο Wetton.
Αυτός ήταν που εισέφερε στα πρώτα κιόλας session ένα ρεφραίν από ένα σκαρίφημα που έμοιαζε σαν country μπαλάντα. Ήταν γραμμένο σε 6/8, αλλά ο Downes είχε ένα κουπλέ που έμοιαζε να του ταιριάζει γάντι, κάτι που θα συνέβαινε κι από τις δύο πλευρές πολύ συχνά σ΄εκείνον τον πρώτο εκείνο δίσκο. Ο Downes, πηγαίνοντας στα σίγουρα, είχε γράψει κάτι πολύ κοντινό στο hit που είχε πριν δύο χρόνια βάλει εκείνον και την μπάντα του, τους Buggles και το μνημειώδες ποπ εγερτήριο των οπτικοακουστικών ηθών του MTV “Video Killed The Radio Star”. Η απόπειρα αντιγραφής του εαυτού του δεν πέρασε απαρατήρητη. Κανείς από τους υπόλοιπους τρεις Asia δεν ήταν διατεθειμένος να διασυρθεί από την ιντελλιγκέντσια των κριτικών επειδή επιχείρησε να κολακέψει με ένα «κλεμμένο τραγουδάκι».



Το αυτί του Kalodner έδωσε τη λύση.
Να ξεκινάει το κομμάτι μ’ ένα power chord ικανό να κάνει ακόμη και τον περιστασιακό ακροατή του ραδιοφώνου, από τα περίχωρα του Klimarnock μέχρι τους πολυσύχνασοτυς αυτοκινητόδρομους της Οσακα να αποστούν από τις ασχολίες τους για μερικάκρίσιμα δευτερόλεπτα και να ακούσουν παρακάτω.
 
Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα. Ο Steve Howe αρνείτο πεισματικά να το παίξει, απαξιώνοντας το ξεδιάντροπα εμπορικό της εισαγωγής. Οι άλλοι τρεις, ενθουσιασμένοι από τη δυναμική που έδινε η περίφημη στην απλότητά της πενιά (που θα συνόδευε και τα κουπλέ), φρόντισαν να γράψουν και ένα κατά τι μουσικά σύνθετο μεσαίο πέρασμα, πείθοντάς τον ότι τα prog διαπιστευτήρια όλων θα έμεναν ανέπαφα. Μάλιστα, σε μια προσπάθεια να πάνε με τα νερά του, το ηχογράφησαν στο τέλος των session, στις 2 μετά τα μεσάνυχτα, προσποιούμενοι ότι γι΄αυτούς «δεν ήταν και κάτι σημαντικό». Μετά από πολύ κόπο, τελικά έγινε το δικό τους.
 
Ο 30χρονος Mike Stone που είχε αναλάβει την παραγωγή ήξερε άριστα από που προέρχονταν οι υψηλού προφίλ μουσικοί και το πού ήθελαν να κατευθυνθούν. Είχε δουλέψει ως ηχολήπτης στα πρώτα άλμπουμ των Queen, είχε καταφέρει να καταγράψει σε πομπίνα τον φευγάτο Frank Zappa (“One Size, Fits All”) και είχε τελειοποιήσει την δική του κοψιά στο ραδιοφωνικό φινίρισμα του ροκ ν΄ρολ αιχμής, μιξάροντας τα προσωπικά άλμπουμ του Paul Stanley και του Peter Criss, φτάνοντας στο ζενίθ μερικούς μήνες πριν με τo τρομακτικής απήχησης “Escape” των Journey.  Ξόδεψε ατέλειωτες ώρες για να κάνει αυτό το τριών λεπτών και πενήντα δευτερολέπτων ροκ διαμάντι φιλικό προς το μέσο αυτί, ξορκίζοντας τους συνειρμούς του παρελθόντος των Howe, Plamer και Wetton με το prog αρχιερατείο των «μία πλευρά – ένα κομμάτι» αραβουργημάτων της προηγούμενης δεκαετίας.


Ένα βίντεο κλιπ με την μοδάτη τεχνική του split screen ετοιμάστηκε, με τα είκοσι τετράγωνα της οθόνης να εναλλάσσουν, σ’ ένα κυματοειδές ψηφιδωτό εικόνες της μπάντας να παίζει σ’ ένα μαύρο φόντο μ’ εκείνες ρολογιών τοίχου, αναπαραστάσεων φωτιάς κι εκρήξεων και φωτογενών ανθρώπινων λεπτομερειών από πρόσωπα, χέρια, δάχτυλα, στόματα, εικονογραφώντας τους στίχους του Wetton.
Εκεί αναμιγνυόταν μια ερωτική απολογία (“I  never meant to be so bad to you – one thing I said that I would never do”) με τη νοσταλγία για τα άδολα χρόνια (“What were the things you wanted for yourself? – teenage ambition you remember well”) και μια άχρονη υπογράμμιση ότι το ροκ ν’ ρολ ερχόταν από μακριά με καρφιτσωμένο στο πέτο του παράσημα επιβίωσης μέσα από καιρούς φτηνούς όσο και οι μόδες τους. Το ροκ ν΄ρολ διεκδικούσε το τώρα: “And now you find yourself in ’82 – the disco hot spots hold no charm for you…”.

Τον Απρίλιο του 1982, το άλμπουμ “Asia” ήταν έτοιμο. Με ό,τι πιο κοντινό σε fantasy comic είχε μπει σε εξώφυλλο από τον καιρό των Yes, τον δράκο του Roger Dean αναδύεται μέσα απ΄τη θάλασσα, να ντύνει με ταιριαστό στόμφο το πομπώδες του περιεχόμενο. Ήχος συνθεσοσυμφωνικός με hook μέχρι στρατόσφαιρα, ένα αμάλγαμα από συστατικά του ένδοξου παρελθόντος καθενός από τα τέσσερα μέλη της μπάντας. Ο Steve Howe είχε αφεθεί ελεύθερος να απλώσει και να δυναμώσει τις μελωδίες στην κιθάρα, ο Geoff Downes ανάμιξε όσες ποπ δομές είχε στο μυαλό του με ολίγη από '70s πληκτρομάνια και ο Carl Palmer, έδινε στο άκουσμα τον απαραίτητο ρυθμικό όγκο. Το σκληρό “Soul Survivor”, το διθυραμβικό “Only Time Will Tell”, το επικό “Here Comes The Feeling” ήταν οι πιο εντυπωσιακές στιγμές, σ’ ένα άλμπουμ κανονικό masterclass απ’ άκρη σ’ άκρη.
Ξεκινούσε βέβαια με το "Heat Of The Moment", το οποίο έγραψε για πάντα τη δική του ιστορία. Έφθασε μέχρι το Νο 4 των singles του Billboard όπου και παρέμεινε για τρεις συνεχόμενες εβδομάδες (26/6/1982 έως και 10/7/1982). Υπόδειγμα του πώς δεξιοτέχνες στο πακετάρισμα παραγωγοί όπως ο Mike Stone μπορούσαν να παγιδεύσουν την αχανή μουσικότητα των ’70s σε ευσύνοπτες φόρμουλες, ετοιμοπαράδοτες για τη γενιά του νεόκοπου τότε MTV, βοηθώντας μουσικούς, που χωρίς αυτές θα πετιούνταν στα άχρηστα ως «δεινόσαυροι», να κεφαλαιοποιήσουν το παρελθόν τους, αγγίζοντας τον παλμό της εποχής τους με ασυνήθιστα για τους ίδιους «απλές» μουσικές.
Είναι σίγουρο ότι για τη γενιά των ίδιων των δημιουργών του, τη γενιά που μεγάλωσε με το “Tales From Topographic Oceans”, το “Tarkus” και το “Starless” το συγκεκριμένο 45άρι αποτελούσε τον ορισμό του ξεπουλήματος. Υπάρχουν όμως και οι άλλοι. Αυτοί που το “Heat Of The Moment” τους πρόλαβε στην προεφηβεία κι έβαλε μ’ εκείνη την εισαγωγική κιθάρα το ροκ στο μυαλό τους.
Γι΄ αυτούς το άκουσμα των πρώτων μέτρων του αποτελεί ένα ηχητικό ελιξήριο, που πάει, που πάντα θα πηγαίνει, έτσι:
"Do you remember when we used to dance - And incidents arose from circumstance - One thing led to another, we were young - And we would scream together songs unsung...".
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου