Rolling Stones: “Gimme Shelter”

06/12/2017

Κατηγορία: Rocktime Songs

1308

«Ήταν μια απαίσια μέρα. Πήγαιναν όλα κατά διαόλου. Δεν είχα και τίποτε καλύτερο να κάνω». Εκείνο το πρωϊνό του Φεβρουαρίου του ’69 είχε βρει τον Keith Richards στο διαμέρισμα ενός φίλου του, του Robert Fraser. Με το που βρήκε τις αισθήσεις του, μάζεψε τα εργαλεία, τα άπλωσε στο τραπέζι και άρχισε με αργές κινήσεις να ετοιμάζει το stuff, ρίχνοντας κλεφτές ματιές από το παράθυρο, που έβλεπε προς την Mount Street του Λονδίνου.

 

Ξαφνικά, ο ουρανός του Λονδίνου, από το σύνηθες γκρίζο πήρε το χρώμα του αναποδογυρισμένου σταχτοδοχείου κι από μέσα του ξεπήδησε ένας κανονικός μουσώνας. Κεραυνοί, αστραπές και μια βροχή με απροσδόκητη, σχεδόν τιμωρητική, ορμή. Οι άνθρωποι στο δρόμο άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι, να βρουν κάπου να φυλαχτούν.
Οι Stones προσπαθούσαν ακόμη να συνέλθουν από τη μέτρια αποδοχή του ψυχεδελικού τους πειράματος, “Their Satanic Majesties Request”. Το Beggars Banquet” είχε ηχογραφηθεί κατά μεγάλο μέρος με τον Keith στην κιθάρα και η τελευταία τους επιτυχία ήταν το “Jumping Jack Flash”, 18 ολόκληρους μήνες πριν. Η κατάσταση του Brian Jones, ψυχή τε και σώματι, πήγαινε από το κακό στο χειρώτερο, κάτι που σίγουρα δεν βοηθούσε.
Η Anita Pallenberg τον είχε αφήσει, έναν χρόνο πριν, για τον Keith. Το αν αυτός την «έκλεψε» ή αν εκείνη αφέθηκε να κλαπεί, δεν έχει σημασία. Είχε όμως, στο θολωμένο μυαλό του Keith, μεγάλη σημασία, κάτι άλλο: ότι εκείνες τις μέρες η Anita δεν ήταν εκεί. Βρισκόταν μαζί με τον Mick στα γυρίσματα της ταινίας “Performance” του Nicolas Roeg. Και οι φήμες που έφταναν στ’ αυτιά του μιλούσαν για γυμνές σκηνές μέσα σε κάτι μπανιέρες μαζί με τη Michèle Breton.
Ο Keith ανακάθισε γραπωμένος απ’ την κιθάρα του σαν από ναυαγοσωστικό σωσίβιο. Τριγύρω, το δωμάτιο διακοσμημένο με κρανία απ' το Θιβέτ, ταντρικά σύμβολα και τοίχο με τοίχο κιλίμια απ’ το Μαρόκο. Καθώς στις φλέβες του άρχισε να διαχέεται η ανίερη ηδονή και μην μπορώντας να βγάλει απ’ το μυαλό του την Αnita με τον Μick, αστραπές άρχισαν να σκίζουν τον Λονδρέζικο ουρανό.
Καθώς έπιασε να παιδεύει τις έξι χορδές με το «ανοιχτό» του κούρδισμα, τα λόγια του ήρθαν από μόνα τους: Oh, a storm is threatening, my very life today…”. Του ακούστηκε ότι κάπως ταίριαζε και συνέχισε: If I dont get some shelter, oh yeah, Im gonna fade away…”.
Κατά τους έξι μήνες που ακολούθησαν, οι Stones πέρασαν την πλέον ταραχώδη περίοδο στην ιστορία τους, από μουσική, καλλιτεχνική και εμπορική άποψη. Ο Brian Jones, τρεις εβδομάδες αφ’ ότου είχε τεθεί και επισήμως εκτός συγκροτήματος, στις 3 Ιουλίου του ’69 βρέθηκε νεκρός στην πισίνα του εξοχικού του, στο Cotchford Farm. Δύο μόλις ημέρες αργότερα, οι Stones προχώρησαν απτόητοι στην προγραμματισμένη τους δωρεάν εμφάνιση στο Hyde Park, με τον Mick Taylor στην κιθάρα. Ανακοίνωσαν μάλιστα την πρώτη τους αμερικάνικη περιοδεία μετά από τρία χρόνια, που θα ξεκινούσε το Νοέμβριο. Μόνο που έπρεπε πρώτα να ολοκληρώσουν το καινούριο άλμπουμ.
«Πράγματι. Ήταν μια πολύ σκληρή, βίαια περίοδος. Ο πόλεμος του Βιετνάμ. Βία, λεηλασία και φωτιές, παντού στις οθόνες. Δεν ήταν ένας πόλεμος σαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο, δεν ήταν σαν την Κορέα, δεν ήταν καν σαν τον Πόλεμο του Κόλπου που ήρθε πολύ αργότερα. Ο κόσμος ήταν αντίθετος στον πόλεμο αυτό. Δεν ήθελε να πάει να πολεμήσει. Είναι ένα τραγούδι που μοιάζει να σημαίνει το τέλος του κόσμου. Σα να φέρνει την Αποκάλυψη. Όλος ο δίσκος είναι σα να μιλά για κάτι τέτοιο».


Όταν οι Stones άρχισαν να μορφοποιούν το υλικό για το “Let It Bleed”, εκείνο το σκαρίφημα εσωτερικής σκοτοδίνης του Keith, το ενισχυμένο από την Λονδρέζικη κακοκαιρία, είχε πια τίτλο: “Gimme Shelter. Ήταν από τα πρώτα τρακς που άρχισε να δουλεύει μαζί με τον Mick. Το άλμπουμ, υπό την επίβλεψη του παραγωγού Jimmy Miller περιλάμβανε ορισμένα κομμάτια που θα γίνονταν συνώνυμα με τη μυστηριακή αχλή που περιέβαλε το όνομα των Stones, στις τελευταίες μέρες της αποκαλυπτικής για τη μουσική ιστορία του 2ου αιώνα δεκαετίας του ‘60:
Το γκόσπελ δοκίμιο “You Can’t Always Get What You Want”, το βρώμικο “Midnight Rambler”, τη διασκευή στο “Love In Vain” του πατέρα των bluesmen που είχε πουλήσει κανονικά την ψυχή του στο διάολο. Kανένα τους όμως δεν έφθανε στην πυκνότητα και την αλληγορική ισχύ του “Gimme Shelter”. Μέσα στο Νοέμβριο του ‘69, καθώς τα session προχωρούσαν στα Sunset Sound και Electra Studios, με τον Nicky Hopkins να βοηθάει στο πιάνο, ο Jimmy Miller είχε μια ιδέα για να μεταμορφώσει το συγκεκριμένο τραγούδι από «καλό» σε «σπουδαίο». «Που να με πάρει...Ακούω μια γυναίκα μέσα σ’ αυτό το τραγούδι. Βρείτε μου μία αμέσως !»
Η 21 ετών soul και gospel τραγουδίστρια Merry Clayton είχε ήδη φτιάξει όνομα κάνοντας δεύτερα φωνητικά και ντουέτα δίπλα σε κορυφαία ονόματα, από Elvis, Ray Charles ως και Burt Bacharach. Ήταν φίλη του Jack Nitzsche, παραγωγού που βρισκόταν στον περίγυρο των Stones από καιρό. Το τηλεφώνημα έπεσε αμέσως, παρ’ ότι το ρολόϊ έδειχνε λίγα λεπτά πριν τα μεσάνυχτα.
«Ήταν περασμένη ώρα όταν χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού. Ήμουν έγκυος εκείνη την περίοδο. Λέω, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να σηκωθώ από το κρεββάτι και να τρέχω στα στούντιο μέσα στη νύχτα». Όμως ο άντρας της, ο jazz σαξοφωνίστας Curtis Amy, την έπεισε να μπει στον κόπο. «Φορούσα κάτι ροζ πυτζάμες και είχα ρόλεϋ στα μαλλιά. Ετοιμαζόμουν για ύπνο. Πήρα ένα φουλάρι Σανέλ, το δίπλωσα γύρω – γύρω να δείχνω ωραία, πήγα στον καθρέφτη, έβαλα λίγο ρουζ. Δε μπαίνω στο στούντιο αν δεν είμαι όμορφη». 
 
Η Merry ήξερε μόνο στο περίπου ποιοί την είχαν ζητήσει για κείνη την ηχογράφηση της τελευταίας στιγμής. Έφτασε στο στούντιο διπλωμένη σ’ ένα παλτό μινκ, πανέτοιμη για δουλειά. Ο Jagger της παρέδωσε ένα χειρόγραφο με τους στίχους. Παρά το νεαρό της ηλικίας, οι ημίθεοι με τους οποίους είχε δουλέψει την έκανε να μη νιώθει το παραμικό δέος απέναντι στους λιπόσαρκους limeys. «Τί έχουμε εδώ;...”Βιασμοί; Φόνοι; Μια ριξιά μόνο μακριά;” Honey, είσαι σίγουρος ότι θες να τραγουδήσω ε γ ώ αυτά τα λόγια; Ελπίζω να μη μας πάρει όλη νύχτα, γιατί έχω και την κούρα ομορφιάς μου να κάνω». Keith και Mick γέλασαν με την αυτοπεποίθηση της μικρής. Τα takes ξεκίνησαν σχεδόν αμέσως, είπε το κομμάτι τρεις φορές και τέρμα, σε δυό ώρες είχε τελειώσει.
Η χημεία στο ντουέτο της Merry με τον Jagger αποτυπώθηκε στις πομπίνες από το υλικό που είναι φτιαγμένοι όλοι οι μεγάλοι μύθοι του ροκ ν’ ρολ. Μετά την πρώτη στροφή, η Merry μπαίνει κανονικά και μοιράζεται με τον Mick τις επόμενες τρεις. Εκείνος κάνει ένα σόλο φυσαρμόνικα, ο Keith ένα ελλειπτικό σόλο, αφημένο ανοιχτό για να αποσαφηνίσει ο παίκτης του μέλλοντος τις περισσότερες νότες κι ύστερα η Merry μπαίνει με τη φωνητική δύναμη ιέρειας, μαινάδας, άχρονης μοίρας: "Rape, murder! It's just a shot away! It's just a shot away!". Η φωνή της απεγνωσμένη ικεσία, ανθρώπινο σήμαντρο, ξεσκίζει το μουσικό πλαίσιο, αποσπά αυθόρμητες επιδοκιμασίες από έναν (“Wooo!”) συνεπαρμένο Mick Jagger και σπάει από ένταση, πριν ισορροπήσει τον σκοτεινό οιωνό μ’ ένα σωτήριο, ανθρώπινοLove, sister, is just a kiss awaykiss awaykiss away”, εγκαθιστώντας ένα απέθαντο ίχνος ελπίδας στα έγκατα ενός θηριώδους άλμπουμ τρακ, που όμοιά του έχει μετρημένα στην δισκογραφία των Stones.




Το κομμάτι μπήκε πρώτο στην πρώτη πλευρά του “Let It Bleed”, ταυτιζόμενο εφεξής με μια δυσοίωνη αύρα επερχόμενης βιβλικής θεομηνίας, συντέλειας. Κυκλοφόρησε μια ημέρα που, σαν από κάποια απόκοσμη ιδιοτροπία, υπήρξε κι εκείνη σημαδιακή. Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου του ‘69, στο διαβόητο πλέον πλάτωμα δίπλα στον αυτοκινητόδρομο του Altamont της βόρειας Καλιφόρνια, εκεί που, την ώρα που μπροστά σε μια μάζα εκατοντάδων χιλιάδων far out χαμένων οι Stones έπαιζαν το “Sympathy For The Devil”, οι μύθοι ειρήνης και συμφιλίωσης που τύλιξαν με τις αναθυμιάσεις τους μια ολόκληρη γενιά, έτρωγαν κλομπιές και πολλαπλές μαχαιριές σε στήθος και στομάχι από αφιονισμένα γομάρια ντυμένα με τα αμάνικα jeans των “Hell’s Angels”, ακριβώς όπως ο 18χρονος Meredith Hunter.
Μέχρι και η Merry Clayton – που το όνομά της γράφτηκε λάθος ως “Mary” στο “Let It Bleed” – κι εκείνη είχε τη δική της απώλεια, θυσία λες επιβεβλημένη από μια αόρατη δύναμη στο βωμό της αθανασίας ενός τόσο σπάνιου ηχογραφήματος. Λίγες ημέρες μετά την ολονυχτία της στα  Electra Studios, απέβαλε. Η ατυχία βέβαια δεν την απέτρεψε στη συνέχεια από να συνεχίσει να δίνει σπουδαίες ερμηνείες, τόσο μέσα από προσωπικούς δίσκους όσο και μια σειρά από διάσημες, αλλά ελάχιστα γνωστές για τη δική της συμμετοχή, session ηχογραφήσεις (εντελώς ενδεικτικά, τα δεύτερά της στο “Sweet Home Alabama”).

Με τα αρχικά τεσσεράμισι λεπτά του να διπλασιάζονται κατά κανόνα επί σκηνής, το “Gimme Shelter επιβίωσε στα σετ των Stones, με μικρά διαλείμματα, επί μισόν αιώνα. Κατά τη διάρκειά του, εκατοντάδες εκατομμύρια ζευγάρια μάτια είχαν ευτυχώς την τύχη να το δουν και να το ακούσουν να αποδίδεται από τη μία και μόνη φωνή που μπόρεσε να σταθεί επάξια δίπλα τόσο στον Jagger, όσο και κυρίως στην ανεξίτηλη ερμηνεία του πρωτότυπου της Merry Clayton. Αυτήν της Lisa Fisher.
Έδωσε το όνομά του στο ομώνυμο συγκλονιστικό ντοκυμανταίρ για το Altamont. Ακούστηκε σε δεκάδες ταινίες, με πιο χαρακτηριστικές ίσως το Goodfellas” και το “Casino” του φανατικού Stone-ικού Martin Scorcese. Απαθανατίστηκε σε δεκάδες ζωντανές εκτελέσεις, διασκευάστηκε αντίστοιχες, όλες με δέος προς το αυθεντικό.
Δε λείπει ποτέ από τους καταλόγους με τα σημαντικώτερα τραγούδια της πρώτης και πλέον κρίσιμης ροκ εποχής. Χαρακτηρίστηκε μέσα στα χρόνια ως το «εξυπνώτερο αμάλγαμα δυναμικής που έχουν δημιουργήσει στην καρριέρα τους οι
Stones(“The International Times”), «ό,τι καλύτερο έχουν γράψει ποτέ» (“The Rolling Stone magazine”), «ένας ερωτικός εξορκισμός για μια δεκαετία καταδικασμένη» (“Newsweek”).
Ή, όπως περιεκτικά το έθεσε ο συγγραφέας και μελετητής της δυτικής μουσικής κουλτούρας Albert Goldman «ένα εθιστικό ψήγμα αντιπροσωπευτικό για ολόκληρη τη φυλή του ροκ, μια mantra που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, μέχρι που ποτίζει την ψυχή σου τελειωτικά».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου


// Live Favorites

// Rocktime Songs