Living Colour: Ζωηρό χρώμα του ροκ ν' ρολ
Σάββατο

5Μάι

Living Colour: Ζωηρό χρώμα του ροκ ν' ρολ

Δημοσιεύθηκε από:

05/05/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

2181
Είναι δύσκολο να αναπαραστήσει κανείς το κάδρο από τις κρατούσες αντιλήψεις για το hard rock εν έτει 1989. Ακόμη δυσκολώτερο το να περιγράψει κανείς επαρκώς το σοκ και την έκπληξη που προκάλεσε τότε η άνοδος προς την εμπορική καταξίωση ενός γκρουπ από τη Νέα Υόρκη με το όνομα Living Colour.
Τα τέσσερα μέλη του είχαν μουσικές ικανότητες πολύ μεγαλύτερες του μέσου όρου, μιλούσαν ανοιχτά κατά των κοινωνικών και φυλετικών διακρίσεων τις οποίες είχαν βιώσει στις συνοικίες του Μεγάλου Μήλου όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, ενώ είχαν κοινό και κάτι ακόμη, κάτι που υποχρέωνε φίλους, εχθρούς και αδιάφορους να καταπιούν, μαζί με το σάλιο, και τις προκαταλήψεις τους: ήταν μαύροι.
Ναι, έτσι τους έβλεπαν οι άλλοι και έτσι αυτοπροσδιορίζονταν. Τότε ακόμη, η έννοια του politically correct ήταν στα σπάργανα. Δεν είχε επικρατήσει με την ελαφρώς φασίζουσα αχρωματοποίηση ηθών και προτιμήσεων με τη μάσκα της οποίας διαδόθηκε και επιβλήθηκε αργότερα.
Τότε υπήρχαν ακόμη κοινωνικά στοιχήματα να κερδηθούν και ο
Vernon Reid, ο 30χρονος μελετητής του Hendrix και ιδρυτής της Μη Κερδοσκοπικής Οργάνωσης “Black Rock Coalition”, με σκοπό της την «προώθηση της καλλιτεχνικής ελευθεριας των αφροαμερικάνων καλλιτεχνών» το ήξερε καλά.



Δίπλα του ήταν από το ’85 ο 26χρονος ηθοποιός, μουσικός και τραγουδιστής
Corey Glover, γνωστός μέχρι τότε από το χαρακτηριστικό ρόλο του στρατιώτη Francis στο βραβευμένο με Όσκαρ “Platoon” του Oliver Stone (“Politics, man, politics !”), ο μπασίστας και τραγουδοποιός Muzz Skillings, με θητεία session σε jazz και blues σχήματα και ο 26χρονος δεξιοτέχνης ντράμερ Will Calhoun, απόφοιτος του Berklee με πτυχίο στην μουσική παραγωγή και ηχοληψία.
Όλα ξεκινούν στα τέλη του ’86, όταν ο Mick Jagger διεξάγει εκτεταμένες ωντισιόν για να επιλέξει τους μουσικούς που θα παίξουν στον δεύτερο προσωπικό του δίσκο, προορισμένον να κυκλοφορήσει την επόμενη χρονιά.
Ο
Vernon Reid, με πλουμιστό αμάνικο, βερμούδα και κούρεμα κάκτου – ράστα άρτι ηλεκτροπληγέντος, τον εντυπωσιάζει με το παίξιμό του. Επιλέγεται να γράψει τις ρυθμικές κιθάρες, μαζί με άλλους τέσσερις – πέντε κιθαρίστες, μεταξύ των οποίων ο μέγας Jeff Beck. O Reid, στο πλαίσιο προφορικής ανάπτυξης του βιογραφικού του κάνει λόγο στον Jagger για το «γκουπάκι του» και κείνος του σερβίρει μια ευγενική, γενικόλογη υπόσχεση, κάτι σαν «Μμμ... ενδιαφέρον...κάποια βραδιά μπορεί και να περάσω να σας δω».
Ο Reid δεν περιμένει πολλά. Η καλοπληρωμένη σέσσιον δουλειά είναι γι' αυτόν αρκετή. Ένα βράδυ όμως στο CBGB, λίγο πριν η μπάντα ανέβει στη σκηνή, ένας από τους μάνατζερ τον ψάχνει. Μισοέντρομος του ψιθυρίζε: Hes here. Mick Jagger  is in the f@ckin’ audience, man. Jeff Beck too. It’s your chance”.
Ο Reid δεν το ανακοινώνει σε κανέναν. Δεν θέλει με τίποτα το άγχος να καταστρέψει την απόδοσή της μπάντας – εύκολα συμβαίνουν τέτοια πράγματα. Προσπαθεί και ο ίδιος να το βγάλει από το μυαλό του και να παίξει ό,τι παίζει πάντα. Ο Jagger θα δει εκείνο το βράδυ πολλά περισσότερα από έναν απλώς καλό κιθαρίστα. Το "γκρουπάκι του" είναι δεμένοι, ικανοί, άφοβοι μπροστά στο φυλετικά μικτό ακροατήριό τους, προς το οποίο απευθύνουν ίσες δόσεις ογκώδους fuzz, όσο και funk. Ο Jagger έχει μπροστά στα μάτια του τη γεύση του επόμενου μήνα, ίσω ςκαι του μεθεπόμενου. Θα χρηματοδοτήσει και επιβλέψει την παραγωγή δύο demo τους για τα κομμάτια Glamour Boys” και “Which Way To America, τα οποία θα τους βοηθήσουν, μετά τις αναμενόμενες προσωπικές συστάσεις του, να υπογράψουν δισκογραφικό συμβόλαιο με την Epic Records.
Οι Living Colour, πρωτότυποι και πολυσυλλεκτικοί, βρίσκουν εύκολα θέση σαπόρτ σε περιοδείες διάφορων ονομάτων, όπως ο Robert Palmer, o Billy Bragg, οι Anthrax και οι Cheap Trick. O Corey Glover επιμένει να ανεβαίνουν στη σκηνή και να ξεκινούν να παίζουν στο απόλυτο σκοτάδι, φορώντας φανταχτερά, πολλές φορές φωσφορίζοντα ρούχα και παπούτσια. Ξεκινάει μάλιστα κάθε παράσταση λέγοντας Hi there ! Im your new neighbor”, τεστάροντας έτσι τα αντανακλαστικά του λευκού κοινού.
Το ντεμπούτο άλμπουμ τους, “Vivid”, σε παραγωγή του Mick Jagger και του ηχολήπτη των Stones, Ed Stasium, έχει κυκλοφορήσει εντελώς χαμηλόφωνα από το Μάϊο του ’88, όμως μόλις τον Σεπτέμβριο θα μπει στα τσαρτ για πρώτη φορά. Παρ’ ότι οι δύο κεφαλές των Stones βρίσκονται ακόμη στα μαχαίρια, τυπικά προωθώντας ο καθένας την προσωπική του καρριέρα, τον Oκτώβριο ο Vernon Reid παίζει στο άλμπουμ του Keith Richards “Talk Is Cheap”. Το ότι μοιράζονται  τουλάχιστον τον Reid θα γίνει ένα από τα δεκάδες μικρά πράγματα που θα οδηγήσουν σε λίγους μήνες στο να δοθούν αμοιβαίες εξηγήσεις μεταξύ Richards και Jagger και να επανακάμψουν μεγαλειωδώς με το Steel Wheels”. H έκθεσh των Living Colour μπροστά στο κοινό ετερόκλητων ροκ τάσεων, αλλά και ο σαφώς hard rock ήχος τους θα προκαλέσουν για πρώτη φορά σε μεγάλη έκταση, το ανομολόγητο ερώτημα: «οι μαύροι δικαιούνται να παίζουν hard rock»;.


«Το metal ήταν πάντα ένα θέμα μεταξύ φυλών και ομάδων, και πολύ ανταγωνιστικό μάλιστα. Αγκαλιάζουμε τη δύναμη που έχει το hard rock, αλλά είμαστε ξεκάθαρα αντίθετοι στο να παίξουμε με τους δικούς του κανόνες και τη δική του “παράδοση”.
Δεν πρόκειται να κάνουμε πίσω επειδή μερικοί μας θεωρούν “προκλητικούς” μόνο και μόνο επειδή υπάρχουμε»,
δηλώνει χωρίς περιστροφές ο Reid. Πρόσωπα μεγάλης αναγνωρισιμότητας στο χώρο του metal όπως ο Steve Harris, o Lemmy και οι Anthrax στέκονται με δημόσιες δηλώσεις στο πλευρό των Living Colour, τονίζοντας το αυτονόητο σ’ ένα συντηρητικό ως και κρυπτορατσιστικό κοινό, που νιώθει πιο βολικά να το αποφεύγει. Την 1/4/89 η μπάντα εμφανίζεται ως guest στο ιστορικό τηλεοπτικό βαριετέ “Saturday Night Live” του NBC.
Το single “Cult Of Personality”, με ώθηση από την εθνικής εμβέλειας live παρουσίασή του, ανέρχεται κατακόρυφα στο Ηοt 100 (US#13, 6/5/89). Η Άνοιξη της τελευταίας χρονιάς της δεκαετίας έχει το στίγμα του. Το κομμάτι είχε γεννηθεί σ’ ένα προβάδικο στο Brooklyn, πολύ πριν οι Living Colour κινήσουν την περιέργεια του Jagger. Από μια ιδέα στο μυαλό του Vernon Reid, ο οποίος προσπάθησε να παίξει στην κιθάρα έναν σκοπό που τραγουδούσε ο Glover στις πρόβες.
«Σκεφτόμουν κάποιους σπουδαίους ανθρώπους, όπως τον Malcolm X, τον Martin Luther King ή τον Kennedy. Είχαν να πουν πολύ σημαντικά πράγματα, χωρίς αμφιβολία. Όμως είχαν σαν πρόσωπα και αυτή την απροσδιόριστη ποιότητα, τον μαγνητισμό, το star quality. Ήταν ωραίοι, χαμογελούσαν, ήταν επιβλητικοί, cool. Οπωσδήποτε αυτό έπαιξε ρόλο στο να περάσουν σε τόσο κόσμο αυτό που ήθελαν να πουν.
Από την άλλη, ο Χίτλερ ή ο Μουσολίνι, χωρίς αυτά τα χαρίσματα, είχαν εξίσου ισχυρή επιρροή. Υπάρχει κάτι που συνδέει πολιτικές προσωπικότητες αυτής της εμβέλειας, είτε αποδεικνύονται οραματιστές, είτε τέρατα».

Η χρήση αποσπασμάτων από ομιλίες του Malcolm X, του J.F, Kennedy και του Roosevelt βοήθησαν τον πολιτικό λόγο του αρχηγού των Living Colour να περάσει πιο άμεσα στο ζαλισμένο από ευδαιμονία ποπ κοινό του τέλους της αμαρτωλής δεκαετίας. Αποκηρύσσοντας την ειδωλολατρεία, το κομμάτι υπνεθυμίζει ότι με δούρειο ίππο την  προσεγμένη εικόνα, οι πολιτικοί καταφέρνουν να απογοητεύσουν, αν όχι πρώτα να εκμεταλλευτούν και μετά να προδώσουν τον απλό πολίτη: «Κοίτα με στα μάτια, πες μου τί βλέπες – Προσωπολατρεία – Ξέρω το θυμό σου, ξέρω και το όνειρό σου – Θα γίνω όλα αυτά που θέλεις...».


Τα ονόματα του Γκάντι, του Μοσσολίνι και του Στάλιν περνάνε από το στίχο του Reid για να υπογραμμίσουν αυτό το συμπέρασμα.
Από μουσική άποψη, βασίζεται σ’ ένα ριφ αλα Ζέππελιν, κοφτό, νευρώδες, που κουνάει γερά. Κάπου μέσα στο κομμάτι όμως μπαίνει και μια fusion ένεση, όπως εύστοχα λέει ο Reid «σαν εκείνα που παίζει ο McLaughlin στη Mahavishnu Orchestra».

Το άλμπουμ “Vivid” θα παραμείνει στους καταλόγους των επιτυχιών για παραπάνω από έναν χρόνο και θα κορυφώσει την πορεία του τον Μάϊο του ’89 (US#6, 6/5/89), πουλώντας 2 εκατομμύρια αντίτυπα μέχρι το τέλος της χρονιάς. Στις 31 Μαίου το γκρουπ παίζει ζωντανά στο 1ο International Rock Award Festival, που διοργανώνεται στο Lexington Avenue Armory της Νέας Υόρκης και τους απονέμεται το «Βραβείο Elvis» για την «Καλύτερη Πρωτοεμφανιζόμενη Μπάντα». Τον Ιούλιο ο Vernon Reid συμπαρουσιάζει μαζί με την Nona Hendryx μια συναυλία για φιλανθρωπικό σκοπό υπέρ της οργάνωσης Black Rock Coalition στο Music Machine του L.A., ενώ το single “Open Letter (To A Landlord)” μπαίνει στα τσαρτ (US#82, 22/7/89).

 
Τον Αύγουστο εμφανίζoνται ως headliner στο Beacon Theater της Νέας Υόρκης σε μια συναυλία για υποστήριξη της πρωτοβουλίας υπέρ των αστέγων “Partnership For The Homeless”, μαζεύοντας 50.000 δολλάρια. Στο encore ανεβαίνει στη σκηνή μαζί τους ο John (πρώην “Cougar”) Mellenkamp, σε μια δεόντως ηλεκτρισμένη εκτέλεση του δικού του “Pink Houses”. Την τελευταία μέρα του καλοκαιριού ξεκινούν για το μεγαλύτερο ταξίδι της καρριέρας τους. Support στους Rolling Stones που επιστρέφουν με την πρώτη παγκόσμια περιοδεία τους μετά το '82, την “Steel Wheels Tour”. Πρώτη συναυλία στο Veterans Stadium της Philadelphia, ενώπιον ενός κοινού 55.000.
Στις 6 Σεπτεμβρίου του ’89, στην 6η ετήσια τελετή των MTV Awards που φιλοξενείται στο Three Rivers Stadium του Pittsburgh, ο ίδιος ο Jagger απονέμει στους Living Colour τα βραβεία «Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνη», «Καλύτερου Βίντεο από Γκρουπ» και «Καλύτερης Σκηνικής Παρουσίας». Στον απόηχο της βράβευσης, το “Glamour Boys” ξεκινά να παίζεται εντατικά από το MTV και μπαίνει στο top-40 του Hot-100 (US#31, 21/10/89).


Στις 21 Φεβρουαρίου του 1990, στο Shrine Auditorium του L.A. διοργανώνεται η ετήσια τελετή των Bραβείων Grammy.  Κερδίζουν το βραβείο για την «Καλύτερη Hard Rock Ερμηνεία» με το “Cult Of Personality”, απέναντι σε συνυποφήφιους όπως οι Motley Crue, Great White, Guns N’ Roses και Aerosmith. Είναι πλέον μια αναγνωρίσιμη δύναμη, οι πρώτοι διδάξαντες των προσμίξεων στο hard rock ήχο που θα επιχειρηθούν κατά κόρον τα επόμενα χρόνια.
Θα συγκεντρώσουν κι άλλα βραβεία, με πιο σπουδαίο όμως αυτό που κανείς δεν θα τους απονείμει : ότι παρ' ότι βρέθηκαν μέσα σε μια ομογενοποιημένη εποχή, όρθωσαν ανάστημα και της έδωσαν μια γροθιά στα μούτρα, τολμώντας να δηλώσουν ότι μια πολιτισμική αλλαγή βρισκόταν ήδη στα παρασκήνια, περιμένοντας τη σειρά της να ορμήσει. Ο Vernon Reid, θυμούμενος το ξεκίνημα και κάνοντας απολογισμό γι΄αυτό, θυμάται χρόνια αργότερα:

«Ο Tom Morello των Rage Against The Machine μου είπε, όταν γνωριστήκαμε, χρόνια μετά, ότι με το πού είδε το βίντεο του “Cult Of Personality” αποφάσισε να φτιάξει και κείνος μια δική του μπάντα. Αυτό και μόνο μου φτάνει».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου