“A Lovedrive, just one desire, love”
Σάββατο

18Ιαν

“A Lovedrive, just one desire, love”

Δημοσιεύθηκε από:

18/01/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

4221
Το Σάββατο εκείνου του αρχαίου Δεκέμβρη, από τον πληθυσμό του πάρτυ, ήμουν ο μικρώτερος - ούτε πού’ χα κλείσει τα δέκα.
Στη στενόμακρη ισόγεια μονοκατοικία, μέσα στα δυό πρώτα χιλόμετρα πάνω στην Πατρών, ο Νίκος, ξάδερφος μεσαίας αποστάσεως, παρ’ ότι δεκατέσσερα πατημένα, δεν είχε θέμα που εγώ το νιάνιαρο καθόμουνα ήσυχος στην κουζίνα. Αγκαλιά με την ευτυχία της επόμενης μέρας, της Κυριακής χωρίς σχολείο, χλαπακιάζοντας τετράγωνα μπλοκ σπιτικού κέϊκ και αντιμετωπίζοντας σε απανωτές παρτίδες σκάκι το θείο το Λάμπρο. Μια συρόμενη τζαμόπορτα και δυό μέτρα παρακεί, στο καθιστικό, μια δεκαριά γυμνασιόπιαδα, αγόρια – κορίτσια, αλλάζανε τους δίσκους στο πικάπ - Ραφαέλλα Καρρά, Πυρετός το Σαββατόβραδο, Χαρτ Οβ Γκλας, Χοτ Σταφφ και πάλι απ’ την αρχή.
Στη θέα των κοριτσιών ακόμη σκιάζομαι, ντρέπομαι – ειδικά σε κείνη της Ειρήνης, που μέσα στη σαλοπετα της είναι ίδια η Βιονική Γυναίκα Λίντσεϋ Βάγκνερ – όμως οι φωνακλάδικες φιγούρες που διακρίνονται να χορεύουν πίσω απ’ το φιμέ λουλουδάτο κρύσταλλο, υπόσχονται ότι αξίζει να περιμένω «λίγο ακόμα» μέχρι να μεγαλώσω. Ξαφνικά τα φώτα στο σαλόνι σβήνουν κι ακούγεται ο ξάδερφος να γκαρίζει: «Τάσο, πιάσε το δίσκο με το βυζί. Με το βυζί, ρε μαλάκα !». Ο θείος ο Λάμπρος ισιώνει τα γυαλιά πρεσβυωπίας και ανακάθεται συνοφρυωμένος, χωρίς όμως να παίρνει τα μάτια του απ’ την ξύλινη σκακιέρα με τα πλαστικά πιόνια που σκεπάζει σχεδόν ολόκληρο το κολλημένο στον τοίχο πτυσσόμενο τραπέζι της κουζίνας. «Για παίξε, ’δω, τώρα, κι άσ’τους αυτούς. Αυτά...εσύ... όταν θα μεγαλώσεις».
Η μουσική απ’ το σαλόνι αλλάζει. Χαμηλώνει, ακούγεται παράξενα ήσυχη, ζεστή. Από ένα βιαστικό ανοιγοκλείσιμο της πόρτας ξεγλυστράει για ένα σκάρτο δευτερόλεπτο η εικόνα του Νίκου να χορεύει με το σαγώνι του κολλημένο στον ώμο της Ειρήνης, μαζί με μια διαπεραστική αντρική φωνή που τραγουδάει σα νά’ χει κρεατάκια «Χο-λι-ντέηηηηηηαα». Δυόμισυ βδομάδες για να κλείσει το σχολείο για Χριστούγεννα, κοίτα να δεις, αυτό το χολιντέη μόνο κάτι καλό μπορεί να σημαίνει. Μαγικές ιδιότητες αυτός ο «δίσκος με το βυζί».
Τον οποίο δίσκο, χωρίς να έχω δει ποτέ πριν, αναγνώρισα αμέσως ψάχνοντας τα ράφια του δισκάδικου όταν το κοντέρ της ζωής έγραφε Α΄ Γυμνασίου. Τον αντίκρυσα με δέος και, όπως θα ανακάλυπτα τα επόμενα χρόνια, δεν ήμουν ο μόνος. Γιατί το “Lovedrive” την έπεφτε κατάμουτρα στον ακροατή, πριν καν τον βάλει στο πικάπ να τον ακούσει.
Μ’ ένα από τα πλέον φαντασιωτικά εξώφυλλα στην ροκ ιστορία. Μ’ ένα kinky μπαλαμούτι, που φέρνει το θεατή σε ηδονοβλεψίζουσα απόσταση αναπνοής από το τέλειο γυναικείο στήθος και του στριμώχνει στο μυαλό το άλυτο ερώτημα πώς στο διάολο γίνεται να υπάρχει τέτοια μεγάλη τσίχλα.



Ο Storm Thorgeson, ιθύνων νους της Hipgnosis, της καλλιτεχνικής κολλεκτίβας που δημιούργησε τις διασημώτερες εξωφυλλαϊκές ψευδαισθήσεις σε δίσκους βινυλίου τη δεκαετία του ’70, απολύτως συνειδητοποιημένος για τον σάλο που ήταν φτιαγμένη για να προκαλέσει η φωτογραφία του, επιχειρεί να επεξηγήσει το εξώφυλλο του “Lovedrive” των Scorpions, που κυκλοφόρησε από την Harvest, ψαγμένη θυγατρική της πολυεθνικής ΕΜΙ, στις 15 Ιανουαρίου του 1979:
«Το φαντάστηκα περίπου έτσι: Το παθιασμένα ερωτευμένο ζευγάρι έχει μπει στο πίσω κάθισμα της Ρολς Ρόϋς και πηγαίνει στην επίσημη πρεμιέρα μιας όπερας - γι’ αυτό και το επίσημο ένδυμα. Λίγα λεπτά πριν ο σωφέρ ξεκινήσει, εκείνος θέλει να παίξει λίγο μ’ ένα φετιχιστικό κολληματάκι του. Την τσίχλα του και το στήθος της. Και κείνη τον αφήνει να το κάνει, μένοντας απαθής, καθώς το ξέρει πώς o δικός της γουστάρει πότε - πότε να κάνει τα τρελλά του. Παρεμπιπτόντως, η φωτογράφηση έχει γίνει στο σαλόνι μιας απ’ τις Ρολς του Έλτον Τζων».

Στο οπισθόφυλλο οι δύο συνένοχοι σκασμένοι στα γέλια. Εκείνος ως χαμίνι που κατάφερε να ολοκληρώσει την αταξία ατιμώρητος κι εκείνη ως παλιοκόριτσο που απολαμβάνει τη γύμνια της, κόντρα σ’ όσα αξιώνουν οι καλοφορεμένοι της τρόποι.
 Το δε απονενοημένο που προηγήθηκε -κι άμα λάχει μπορεί ανά πάσα στιγμή να επαναληφθεί- το κρύβουν οι πέντε βλοσυροί μαλλιάδες οι ντυμένοι με μαύρα πέτσινα στο κάδρο που μοστράρει το ζεύγος. Από τ’ αντικρυστό καναπεδάκι της Ρολς, ο θεατής απέναντι σ’ όλα μαζί τα ένοχα, τα δημοφιλή και τα κινδυνώδη: σεξ, φευγαλέα οφθαλμαπάτη, ερεθιστική απάθεια, καθωσπρέπει υποκρισία έτοιμη να ξεφτιλιστεί σε μια μέθη απολύτως απρόβλεπτη στις συνέπειές της. Και βέβαια, η απειλή ότι με το που θα μπει στην τρύπα το καβλιτζέκι του πικάπ θα εκραγεί μια βαριά, εκκωφαντική μουσική.
Στις δύο πλευρές του δίσκου ακούγεται ένα, στην ουσία, νέο συγκρότημα. Οι χεντριξογένειες του Uli Jon Roth – διατηρημένες στην επικαιρότητα τόσο από κείνο το “Best Of Scorpions” με εξώφυλλο το λαχταριστό θηλυκό κωλομέρι με το σκορπιό πάνω του, όσο κι από το διπλό live “Tokyo Tapes” -είχαν και τα δύο κυκλοφορήσει από την RCA, προηγούμενη εταιρία των Scorpions, με διαφορά μηνών- ανήκoυν πλέον στο παρελθόν. Ένας στακάτος, επείγων άνεμος διατρέχει τα καινούρια κομμάτια, ξεκινώντας από το μελωδικό ροκάνισμα του “Loving You Sunday Morning”.
Για τέταρτη φορά υπό την εποπτεία του Dieter Dierks, το γκρουπ από το Αννόβερο, με τους παίκτες του όλους με καβαλημένα τα τριάντα, ακούγεται αυτή τη φορά έμπειρο και αποφασισμένο να αποσαφηνίσει την ταυτότητά του. Παρ’ ότι η δεκαετία του ’70 δεν έχει ακόμη τελειώσει, εγκαταλείπουν οριστικά τους φλου κιθαριστικούς πειραματισμούς, αντικαθιστώντας τους με συνθέσεις που ηχούν ως το σφιχτοδεμένο προϊόν ομαδικής δουλειάς, που πράγματι είναι. Αιχμηρό και κατασταλαγμένο, παρά την ποικιλία ύφους που το χαρακτηρίζει, το νέο υλικό, ηχογραφημένο το φθινόπωρο του ’78 στα Dierks Studios της Κολωνίας, δείχνει το δρόμο προς το μέλλον. Για τη θέση του Roth έχουν δοκιμάσει πάνω από 130 κιθαρίστες για να καταλήξουν στον 23χρονο συντοπίτη τους, Matthias Jabs – τον κιθαρίστα μιας άλλης γερμανικής μπάντας που ορέγεται διεθνή καρριέρα, των Fargo.
Πολύτιμη εφεδρεία στο στούντιο ο μικρός αδελφός Schenker, ο Michael, που έχει παρατήσει σύξυλους τους U.F.O. και ξαναβρίσκεται με τον μεγάλο αδελφό Rudolf, για να προσθέσει σόλο και να συγγράψει -αδιευκρίνιστο πόσα- ριφ για τα οκτώ κομμάτια του δίσκου. Η μονολιθική rhythm section των Bucholtz και Rarebell και ο πιο κοσμοπολίτης, πιο πειθαρχημένος από ποτέ, Klaus Meine είναι υπεύθυνοι για τα υπόλοιπα χρώματα της παλέτας.


 «Heavy Metal’s back with a vengeance» γράφει η διαφημιστική αφίσσα που εκτυπώνεται για την προώθηση του “Lovedrive” στη βρετανική αγορά. Και σε μεγάλο βαθμό, είναι έτσι. Το βάναυσο “Another Piece Of Meat”, με λόγια για ένα θηλυκό σεξοκυνηγό κεφαλών και περιχυμένο από σόλο του Michael Schenker, το όργιο από ουρλιαχτά και αφηνιασμένα σόλο του Jabs με τίτλο “Can’t Get Enough” και ο καλπασμός του ξελιγωμένου σφυροκοπήματος που λέγεται “Lovedrive” (“I stop the car and she gets down, Id like to show why scorpions got a sting”) συναποτελούν εν έτει 1979 την επιτομή όσων όλη η μουσική πλάση χρεώνει στο τρισκατάρατο heavy metal: σεξιστικό, άμουσο, θορυβώδες, απωθητικό.


Ναι, και στις δύο πάντες του Ατλαντικού, οι Scorpions στο ρείθρο της δεκαετίας του ’70 είναι σταμπαρισμένοι ως “heavy metal”. Όμως, αυτό που ο βρετανικός, ιδίως, τύπος παραβλέπει να επισημάνει είναι ότι πρώτη φορά ένα “γκρουπ του heavy metal” προσφέρει πλάϊ στη δύναμη και την ένταση δύο μπαλλάντες, ένα ινστρουμένταλ και μια επιμειξία. Είναι το “Is There Anybody There?”, μια mid tempo άσκηση στη reggae με διαμπερές ρεφραίν, οικοδομημένη μέτρο το μέτρο για συναυλία, κι έρχεται να ελαφρύνει τη δεύτερη πλευρά. Η πρώτη έχει κλείσει με το “Coast To Coast”, ένα road trip χωρίς λόγια, όπου και πάλι ο μικρός Schenker αποδεικνύει ότι η δική του Flying V διαθέτει αμίμητη φωνή, κι ας μην ξέρει ο ίδιος – ούτε και για χρόνια θα μάθει– να μιλάει αγγλικά. Το “Is There Anybody There?” θα γίνει το πρώτο τους single (με β΄ πλευρά το “Another Piece Of Meat”) στην Ευρώπη και στην Ελλάδα από τα πρώτα κομμάτια τους που μπορούν να ακούσουν και οι πολυπληθείς «υπόλοιποι», οι εκτός των λίγων, περιθωριακών και γενικώς επάρατων «χεβυμεταλλάδων», σε μια εποχή καθ’ όλα σχισματική, γεμάτη διπολισμούς και βρεφικές ασθένειες μουσικού αυτοκαθορισμού.


Το οξύμωρο, σπάνιο και γι’ αυτό χαρακτηριστικό είναι ότι οι πιο δυνατές στιγμές του δίσκου απέβησαν οι δύο λιγώτερο ηλεκτρισμένες. Δύο ακουστικές μπαλλάντες, η μία κόβει στη μέση την πρώτη πλευρά, κι η δεύτερη σβήνει με επιβλητικό τρόπο τη δεύτερη. Στο “Always Somewhere”, ο λαβωμένος μονόλογος του ρόκερ που ζει στο δρόμο μακριά από τον έρωτά του και οι ρομαντικές μελωδίες από δυό κιθάρες που συμπλέκονται οδηγούν σ’ ένα κοψοφλέβιο το ρεφραίν με την ένρινη ερμηνεία του Meine να τρυπάει την καρδιά. Τί σημασία έχει αν ελάχιστοι μπορούσαμε να μαντέψουμε ότι στη δεύτερη στροφή λέει A night without you seems like a lost dream”;
“Always Somewhere”, ένοχο για θραύση άπειρων ψυχισμών, για συμπεριφορές και κολλήματα που μόνο η βαθιά ταύτιση γεννά.
Η Μάτα, απαρασάλευτο ξελίγωμα των μπακουροταξιαρχιών της Γ’ Γυμνασίου, ένα αλλούτερο wild thing που κανείς μας δεν ήξερε πού ακριβώς έμενε, που κάπνιζε στο δρόμο, φόραγε κολλάν και φουλάρια, ανέβαινε σε περισσότερες σέλες μηχανών απ’ όσες ο μέσος γονιός θα μπορούσε ν΄αντέξει, το χειμώνα ’84 προς ’85, είχε γράψει μια 60άρα με το “Always Somewhere”. Όλη με το “Always Somewhere”. Έξι φορές καπάκι σε κάθε πλευρά. Ο πρωτοδεσμίτης ο Τόνυ, ο κιθαρίστας με τη μαύρη απομίμηση Gibson και την καθ’ όλα αυθεντική μυωπία, ένα καλοκαίρι βράδυ στην παραλία είχε κοντέψει να χαρακώσει έναν μυαλοπώλη που, αφού τον άκουσε να το παίζει καρφί στην ακουστική, του πέταξε κάτι για «αντιγραφή Lynyrd Skynyrd».
Η δεύτερη μπαλλάντα είναι το φτιαγμένο από αιώνια υλικά “Holiday”. Αυτό, που τρύπωσε σαν υπαινιγμός από το σαλόνι εκείνο το Δεκέμβρη, σαν θραύσμα από το μέλλον. Αυτό, που θα προσφέρει σ’ όσους σκαλώσαμε έφηβοι στην ξέρα της δεκαετίας του ’80 μια ανεκτίμητη μουσική πρώτη ύλη για πολλές από τις μνήμες που θα μας καθορίσουν. Θα γίνει η πρώτη μπαλάντα που, θα προσελκύσει τα κορίτσια στο “hard rock” – ορολογικός προσδιορισμός που γινόταν δεκτός, μόνο και μόνο επειδή έκανε στην πάντα τον φορτωμένο εξοβελιστέους συνειρμούς “heavy metal”. Αυτό, που θα γίνει το slow – κι ας είχε το ένα λεπτό στη μέση του που αγριεύει - που θα παγιώσει την αντίληψη «τα κομμάτια τους χάλια, αλλά έχουνε κάτι ωραίες μπαλλάντες» η οποία θα συνδεθεί με κάθε hard και heavy μπάντα που θα γίνει γνωστή στο δεύτερο μισό της δεκαετίας. Αυτό, που δε θα σταματήσει να μπαίνει από τους dj σε κάθε πάρτυ, ακόμη και δέκα χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, έχοντας γαλουχήσει άπειρα χαλβαδιάσματα, ισάξια ή πάντως επάξια εκείνου του εξωφύλλου. Αυτό, που θα εισαγάγει την εξειδικευμένη τέχνη της εγγραφής κασσετοσυλλογών ειδικά για καλοκαιρινές διακοπές: “longing for the sun, ρομαντζάδες, “good times and fun”. Αυτό, που, με την αποδραστική του ατμόσφαιρα και τη μουσικότητά του θα αλλάξει βοηθήσει ν’ αλλάξει ο χάρτης των τάσεων και των προτιμήσεων του νεανικού κοινού στην Ελλάδα. Αφού, ο δίσκος έπρεπε να υπάρχει, έστω και μόνο για «τα δύο μπλουζ».


Την Άνοιξη του 1985, όταν κυκλοφόρησε στη χώρα μας η ειδική έκδοση του “Best Of Scorpions”, σε επιμέλεια Γιάννη Κουτουβού, το “Lovedrive”, σύμφωνα με τους καταλόγους πωλήσεων του ελληνικού υποκαταστήματος της ΕΜΙ, ήταν, με διαφορά από το δεύτερο, το hard rock άλμπουμ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στη χώρα μας. Στον Γιάννη Κουτουβό οφείλεται κατά μεγάλο ποσοστό η καθιέρωση των Scorpions στο ελληνικό ροκ κοινό. Υπό αντίξοες συνθήκες, όταν το καθωσπρέπει μοδέρνο περιβάλλον τάϊζε Μαντόνες, Γιουρίθμικς και Κιουρ, εκείνος έφερνε τους Scorpions στην Αθήνα, μας τους έβαζε σχεδόν κάθε μήνα στο σπίτι με φωτοαφιερώματα στο “Heavy Metal” και μας τους σέρβιρε στην πλέον θελκτική εκδοχή, μ’ εκείνο το θρυλικό best, στο οποίο χώρεσε με δική του επιμονή το “Holiday” – έστω και κομμένο στα τρία λεπτά - μαζί με τα “Always Somewhere”, “When The Smoke Is Going Down” και “Still Loving You”.
Όταν χρόνια αργότερα τον γνώρισα, του το είπα, με την πεποίθηση ότι το έχει ακούσει εκατοντάδες φορές. Χαμογέλασε, με τη βεβαιότητα του ανθρωπου που έχει εκπληρώσει πολλές αποστολές, εκτός από να πιάσει την καλή ο ίδιος. Στο ισόγειο του πατρικού του στο Αιγάλεω είχε το «εργαστήριο», έτσι τό’ λεγε. Ηχεία, υπολογιστές, cd, οι τοίχοι δισκοθήκες μέχρι το ταβάνι, καδραρισμένοι χρυσοί δίσκοι, σουβενίρ, αυτόγραφα και σε εκατοντάδες φωτογραφίες ο ίδιος, ώμο με ώμο με τη μισή ροκ ιστορία. Φυσικά, σε πολλές μαζί με τους Scorpions: στην Ελλάδα, στη Γερμανία, στην Αγγλία, ως και στο Λος Άντζελες.
Σε περίοπτη θέση, το κάδρο με την πρώτη εκτύπωση του “Lovedrive”: «Το βλέπεις το σινγκλάκι; Μου το χάρισε ο Κλάους το ’84, όταν τους πρωτοφέραμε στην Ελλάδα». Ήταν περήφανος και συγχρόνως ταπεινός. Το μαλλί, αυτό που τον έδιωχνε από το ένα Γυμνάσιο μετά το άλλο, μπορεί νά’ χε αραιώσει, όμως το βλέμμα, η φωνή και η κίνηση παρέμεναν πεισματικά κάτι γύρω στα τριάντα. Ορεξάτα, εξοπλισμένα με αρχεία και επίγνωση, γεμάτα σχέδια.
Ό,τι και να ειπωθεί για την εξέλιξη των Scorpions, από το κορυφαίο σε δημοτικότητα hard rock σχήμα στην Ευρώπη μεταξύ ’84 και ’85 σε εμπορική οντότητα με χαρακτήρα μονάδας εργοστασίου που κόβει ζάντες για νταλίκες στη βιομηχανική ζώνη του Γκελζενκίρχεν, ένα πράγμα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί : υπήρξαν η ικανή, πρόθυμη και αναγκαία συνθήκη για να μακροημερεύσει ένας ήχος που έκαιγε, είτε τον αποκαλέσει κανείς hard rock, απλώς rock, ή και heavy metal. Ένας ήχος που επιθυμούσαν κι οι ίδιοι να ξεχυθεί, να συνεπάρει, να σβήσει τις τευτονικές τους καταβολές και να συνοδεύσει τον άγνωστο ακροατή, σ’ όποιο μέρος του κόσμου κι αν βρίσκεται, σε μια ωραία, άγρια βόλτα ζωής.
 
“A lovedrive, just one desire, love”.
 

Παναγιώτης Παπαϊωάννου