Bonfire: Ready for  Reaction... με γλυκές εμμονές
Τρίτη

18Αύγ

Bonfire: Ready for Reaction... με γλυκές εμμονές

Δημοσιεύθηκε από:

18/08/2015

Κατηγορία: Rocktime Groups

2904
Οι γερμανοί BONFIRE είναι ένα από σχήματα που έχουν αγαπηθεί αρκετά από το ελληνικό κοινό αφού ο ήχος τους αρχικά έμοιαζε με εκείνο των Scorpions αλλά και αργότερα η χρυσή συνταγή του μελωδικού hard rock συνδυασμένη με δυνατές και αισθαντικές ερμηνείες έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα της επιτυχίας και της αναγνωρισης.
Βέβαια τα χρόνια (στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '80) που η μπάντα είχε μεγάλη αποδοχή έχουν περάσει ανεπιστρεπτί όμως το φιλότιμο και το μεράκι των εναπομείναντα μελών να συνεχίζουν να ροκάρουν αλλά και οι φετινές εμφανίσεις στην Ελλάδα, μας υποχρεώνει να σεβαστούμε και να παρουσιάσουμε μέσω του Rocktime.gr την μέχρι τώρα πορεία τους.



Η ιστορία αρχίζει από το 1972 όταν στην πόλη Ingolstadt της Δυτικής Γερμανίας ένας έφηβος κιθαρίστας, ο Hans Ziller, έφτιαξε μια ροκ μπάντα με το όνομα Cacumen μαζί με τον αδερφό του Karl, που επίσης έπαιζε κιθάρα. Μετά μάζεψε μερικούς φίλους και ολοκλήρωσε τη μπάντα. Το όνομα του γκρουπ προερχόταν από ένα σχολικό διαγώνισμα που είχε γράψει ο Hans και σε μετάφραση από τα Λατινικά σημαίνει "η κορυφή του βουνού".
Για τα επόμενα έξι χρόνια, το γκρουπ έπαιζε τοπικά σε μικρά μέρη, αλλά είχαν ομάδα θαυμαστών στην πόλη τους. Το 1978, το γκρουπ αποτελούταν από τον Hans και τον Karl στις κιθάρες, τον Horst Maier στην κιθάρα (το 1983, το επίθετο του Horst θα γινόταν Maier-Τhorn), τον HansHauptmann στο μπάσο και τον Hans Forstner στα ντραμς. Εκείνο τον καιρό η μπάντα έψαχνε για αντικαταστάτη τραγουδιστή και έτσι προσελήφθηκε ο ClausLessmann, ένας συμφοιτητής του Hans.
Ο Claus συμμετείχε προηγουμένως στις μπάντες Ginger και Sunset και ήταν γνωστός για τα αρμονικά φωνητικά του και έτσι ταίριαξε απόλυτα με τους Cacumen. Με αυτή τη σύνθεση, η μπάντα είχε την ευκαιρία να ξεκινήσει την επέκταση των δραστηριοτήτων της σε τόπους εκτός Ingolstadt. Τo1979 ηχογραφήθηκε ένα και μόνο σίνγκλ που λεγόταν "Riding Away", το οποίο είχε στην πίσω μεριά το τραγούδι Wintertale. Το γκρουπ εκμεταλλεύτηκε αυτή την ευκαιρία για να ξεκινήσει περιοδεία σε κλάμπ, σχολεία, ακόμα και σε χώρους στάθμευσης. Η ομάδα θαυμαστών τους μεγάλωσε και οι Cacumen επιτέλους υπέγραψαν με ανεξάρτητη εταιρεία.
Μέχρι τότε, όμως, ο Karl είχε αφήσει το γκρουπ. Το άλμπουμ με τίτλο το όνομά τους κυκλοφόρησε το 1981 και παρουσίαζε μια νέα εκτέλεση του "Riding Away".



Μέσω κάποιων συγκυριών οι Cacumen ήρθαν σε επαφή με τον Hanns Schmidt-Theissen, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης ενός μικρού μουσικού στούντιο (ο Hanns είχε παίξει με το γκρουπ στο σίνγκλ Riding Away).
Επειδή είχαν έλλειψη χρημάτων και ο Hannsήταν ωραίος τύπος, ηχογράφησαν το άλμπουμ "BadWidow" στο στούντιό του στο Rodgau / Γερμανία το 1982. Ο Hanns προσπάθησε να τους βοηθήσει να κάνουν συμβόλαιο, αλλά αυτό δεν είχε καμία επιτυχία τότε.
Οι θαυμαστές της μπάντας αυξάνονταν, το ίδιο και ο αριθμός των εμφανίσεων τους. Το 1983, ο Robert Prskalowicz αντικατέστησε τον Hans Hauptmann στο μπάσο και μετασχηματίστηκαν σε Cacumen, αλλά όταν υπέγραψαν με την BMG, είχαν υποστεί πλήρη αλλαγή. Ο Robert και ο HansForstner δεν άνηκαν πια στο γκρουπ από το Μάρτη του 1985. Αποχώρησαν επειδή αποφάσισαν ότι δεν μπορούσαν να αφοσιωθούν στο γκρουπ πλήρως και αντικαταστάθηκαν από τον Joerg Deisigner, που ήταν πριν μέλος των Rascal και Dynasty, στο μπάσο, ενώ ο Dominik Huelshorst από τους Darxon έγινε ο νέος τους ντράμερ. Αμέσως μετά, εκσυγχρόνισαν την εμφάνισή τους, υιοθετώντας το κλασικό λουκ ενός hard rock γκρουπ των 80’s.
 


Τελικά, η εταιρεία τους ζήτησε να κάνουν αλλαγή ονόματος γιατί πίστευαν ότι ήταν δύσκολο να προφέρει ο μέσος άνθρωπος το Cacumen και επίσης δεν ήταν και πολύ εμπορεύσιμο. Μετά από μια περίοδο προβληματισμού, το νέο όνομα που επιλέχθηκε ήταν Bonfire και άρχισε να ισχύει το Μάιο του 1986.
Το πρώτο παγκόσμιας κυκλοφορίας άλμπουμ τους ήταν το εκπληκτικό «Don’t Touch the Light» που μάλιστα έκανε και σχετική επιτυχία στην χώρα μας με την ατμοσφαιρική μπαλάντα "You Make Me Feel".
Ενώ ηχογραφούσαν λοιπόν το επόμενο άλμπουμ, απολύθηκε ο Dominik το Μάιο του 1987 λόγω μουσικών διαφωνιών και οι Bonfire προχώρησαν στην κυκλοφορία του δεύτερου και χρυσού σε πωλήσεις άλμπουμ τους το τρομερό, "Fireworks", σαν τετράδα, με τον Ken Mary των Fifth Angel στην ηχογράφηση των ντραμς. Υπάρχουν δύο κυκλοφορίες αυτού του άλμπουμ, η παγκόσμια έκδοση και η Αμερικάνικη (το εξώφυλλο δείχνει τα τέσσερα μέλη, όπως επίσης και το αντιπροσωπευτικό τραγούδι "You Make Me Feel" από το πρώτο άλμπουμ).
Η παραγωγή του Michael Wagener είναι απίστευτη και τραγούδια όπως τα "Ready 4 Reaction", "Never Mind", "Sweet Obsession" και η εκπληκτική μπαλάντα "Give It a Try" έχουν γράψει την δική τους ιστορία στο χώρο του μελωδικού hard rock.
Μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου άλμπουμ, οι Bonfire δέχτηκαν πολλές αλλαγές. Τον Ιούλιο του 1988, κατά τη διάρκεια της περιοδείας Fireworks, ο Horst έπρεπε να αποχωρήσει γιατί δεν μπορούσε να παίξει κιθάρα λόγω των ρευματισμών του. Τον Αύγουστο πήρε τη θέση του ο Angel Schleifer των Doc Savage, RedAlert, Sinner, MadMax, Pretty Maids και Helter Skelter. Η περιοδεία συνεχίστηκε και όταν ολοκληρώθηκε η μπάντα στρώθηκε στη δουλειά για ένα νέο άλμπουμ. Τότε ήταν που ο Hans είχε προβλήματα με τη δισκογραφική εταιρεία και τη διοίκηση της μπάντας, που οφείλονταν εν μέρει στις οικογενειακές δεσμεύσεις που είχε τότε. Παρόλο που δεν ήταν και η καλύτερη απόφαση, τον έδιωξαν από το γκρουπ επειδή δεν επικεντρωνόταν στη μπάντα τον Ιούνιο του 1989 και οι Bonfire συνέχισαν σαν κουαρτέτο.
Στη συνέχεια κυκλοφορούν το καταπληκτικό τρίτο άλμπουμ τους το περίφημο "Point Blank" που περιλαμβάνει φοβερά τραγούδια όπως τα "Waste No Time", "Hard on Me",την μπαλάντα "Who's Foolin' Who" και τη σύνθεση του σπουδαίου Desmond Child με τίτλο “The Price of Loving You”.
Στα κομμάτια που έμειναν έξω από τον δίσκο είναι και το εκπληκτικό "Sword and Stone" που ευτυχώς συμπεριλήφθηκε στο soundtrack της ταινίας "Shocker" γραμμένο από τον Paul Stanley και Bruce Kulick των KISS.
Παρά την επαγγελματική απόφαση, οι Claus και Hans διατήρησαν σπουδαία φιλία. Όταν ο Hans έφτιαξε το δικό του γκρουπ, ζήτησε από τον Claus να γράφει τραγούδια αλλά και να κάνει φωνητικά. Σκληρή μοίρα επενέβη και η δισκογραφική εταιρεία δεν του επέτρεψε να το κάνει, έτσι ο Hans έπρεπε να βρει αντικαταστάτη τραγουδιστή για τη νέα του μπάντα, EZ Livin’.
H απόφαση του να εκδιωχθεί ο Hans είχε αρχίσει να επηρεάζει τον Claus, παρόλο που είχε παραμείνει στους Bonfire. Μετά από πολλές προσπάθειες για επιτυχία στη Αμερικάνικη σκηνή το τέταρτο άλμπουμ το συμπαθητικό "Knock Out", το οποίο όμως απέτυχε εμπορικά, ο Claus άφησε τη μπάντα στις 25 Σεπτεμβρίου 1992.
Στο συγκεκριμένο δίσκο υπάρχει και η συμπαθητική διασκευή στο περίφημο κομμάτι "The Stroke" του καναδού μουσικού Billy Squire.
Η ανακοίνωσή του δεν εξέπληξε τους υπόλοιπους, αλλά τους άφησε με το δίλημμα του ποιος να πάρει τη θέση του. Ένας τραγουδιστής που τράβηξε την προσοχή του γκρουπ ήταν ο Michael Bormann, που τραγουδούσε για τους Letter X και είχε και το δικό του γκρουπ παράλληλα, τους Jaded Heart. (πριν ήταν στους High Voltage και τους J.R. BlackmoreGroup)
Παρόλο που ήταν πρόθυμος να τραγουδήσει για τους Bonfire, ήταν δεσμευμένος με τα άλλα δύο σχέδια του και έτσι το γκρουπ συνέχισε να ψάχνει. Η αποτυχημένη προσπάθεια να βρουν τραγουδιστή πλήρους απασχόλησης οδήγησε τον Michael να γίνει ο νέος εκπρόσωπος των Bonfire τον Μάρτιο του 1993. Παρόλο που άφησε τους Letter X, διατήρησε το δικό του γκρουπ τους Jaded Heart.
Παρ’ ότι είχαν νέο τραγουδιστή, οι Bonfire ήταν σε μπλεξίματα τώρα. Η δισκογραφική τους εταιρεία αρνήθηκε να κυκλοφορήσει νέο υλικό, χωρίς τον Claus στο τραγούδι και τα χρόνια του grunge κυριαρχούσαν πλέον στην παγκόσμια μουσική σκηνή. Η μπάντα ένοιωθε ότι το τέλος ήταν κοντά, έτσι κυκλοφόρησαν ένα live άλμπουμ, με ηχογραφήσεις από συναυλίες από την περιοδεία "Point Black" με τον Claus στα φωνητικά. Το άλμπουμ για το οποίο τραγούδησε ο Michael μπήκε στο ράφι και οι Bonfire έπαιξαν για τελευταία φορά στις 29 Ιουλίου 1994, χωρίς ποτέ να χωρίσουν επισήμως.
Εν τω μεταξύ, ο Claus είχε επανενωθεί με τον Hans, αφού είχε φύγει από τους Bonfire και μαζί έκαναν τους Lessmann/Ziller το 1992 (ο Hans διέλυσε τους EZLivin’ γι’ αυτή τη δουλειά).
Το 1993 κυκλοφόρησαν ένα EP, το Glaub Dran, που ήταν όλο στα Γερμανικά. Αυτό συνεχίστηκε με μερικά σίνγκλ τραγουδιών που δεν ήταν στην αρχική ηχογράφηση. Οι θαυμαστές του γκρουπ αυξάνονταν, αλλά δεν ήταν όσοι αναμένονταν αρχικά. Το 1995, οι Lessmann/Ziller εξελίχθηκαν σε ένα γκρουπ ονόματι Ex και το Μάιο πήραν τον Joerg Deisinger στο μπάσο και τον Dominik Huelshorst στα ντραμς, σχεδόν μια επανένωση της σύνθεσης των Bonfire του 1986.
Η σύνθεσή τους ήταν μια χαρά, αλλά ο Claus και ο Hans συνειδητοποίησαν ότι το μόνο μέσο να αποκτήσουν την ομάδα των θαυμαστών τους πάλι ήταν να γίνουν ξανά οι Bonfire. Το 1996, αποφάσισαν να ξεκινήσουν δικαστικές διαδικασίες, ώστε να επανακτήσουν τα δικαιώματα του ονόματος Bonfire, όπως επίσης και της μουσικής από το 1986 ως το 1992.



Στις 3 Ιουλίου 1994 ο Claus και ο Hans μετονόμασαν το γκρουπ τους σε Bonfire και η επάνοδος ξεκίνησε με το "Feels Like Comin' Home" (βγήκε και σε γερμανική έκδοση με τον τίτλο “Freudenfeuer”) με άλλα τραγούδια στα Αγγλικά το 1996.
Το 1997 προσέλαβαν τον Chris Lausmann για κιθάρα και πλήκτρα, ο οποίος έπαιζε με τους Affair και τους Frontline, τον Uwe Köhler στο μπάσο, πρώην μέλος των Black Tears, Paradise Leaf, Big Apple, Lipstikk, Blitzkrieg και British Steel και τέλος τον Jürgen Wiehlerστα ντραμς, ο οποίος έπαιζε με τους Backdoor Affair, Heaven Sent, Chain Reaction, Loud & Proud, EZLivin’, Parish Garden, Wet Paint και 88 Crash.
Επίσης, το 1997, ο Michael και ο Angel ξανασυνεργάστηκαν και ήθελαν να κυκλοφορήσουν το άλμπουμ που είχαν ηχογραφήσει το 1993 και είχε μπει στο ράφι.
Ο Joerg δεν είχε κανένα ενδιαφέρον να αναμιχθεί και ο Edgar είχε άλλες υποχρεώσεις, έτσι η επανένωση ήταν ντουέτο και για νομικούς λόγους ο Michael και ο Angel χρησιμοποίησαν το όνομα Charade. Το άλμπουμ αυτό κυκλοφόρησε το 1998 στην Ιαπωνία και έγινε περιζήτητο ως CD. Το ντουέτο συνέχισε να συνεργάζεται.
To 1998 κυκλοφόρησαν το όγδoο άλμπουμ τους με τίτλο “Rebel Soul” και ακολούθησε την επόμενη χρονιά το μέτριο "Fuel to the Flames" που περιέχει την διασκευή "Sweet Home Alabama" των Lynyrd Skynyrd ενώ το 2001 κυκλοφορούν το αξιοπρεπές "Strike Ten".
Το 2004 και αφού κατάφεραν να κερδίσουν τα δικαιώματα για περισσότερο υλικό, η μπάντα κυκλοφόρησε ένα CD με 5 μέρη, το The Early Days. Τα μέρη 1, 2 και 3 ήταν επανέκδοση των άλμπουμ των Cacumen, το μέρος 4 ήταν το άλμπουμ των EZ Livin’ και το μέρος 5 το άλμπουμ των Lessmann/Ziller, το κάθε ένα με επιπλέον υλικό.
Το 2006, οι Bonfire γιόρτασαν την 20η επέτειό τους με το άλμπουμ "Double X" και τότε ο Chris Limburg (Vice, Wet Paint και Lustfinger) έχει πάρει τη θέση του δεύτερου κιθαρίστα της μπάντας.
Το 2008 κυκλοφόρησε μία ροκ όπερα, το The Rauber. Ένα ειδικό DVD με την παράσταση της όπερας, καθώς και μία κανονική συναυλία, κυκλοφόρησαν αμέσως μετά, τα οποία περιείχαν ένα ρεμίξ του κλασσικού τραγουδιού "You Make Me Feel", σαν μουσικό βίντεο, το πρώτο νέο μουσικό βίντεο από το 2001 με το τραγούδι "Under Blue Skies". H νέα βερσιόν του τραγουδιού παρουσιάζεται στο παιχνίδι του Playstation, "Sing Star".



Τον Ιανουάριο του 2011 oι BONFIRE κυκλοφορούν το αξιόλογο δωδέκατο άλμπουμ τους, με τίτλο "Branded" και στα τύμπανα βρίσκεται ο αρχικός τους ντράμερ Dominik Huelshorst ενώ σε ένα κομμάτι πάιζει πιάνο και η κόρη του Hans, η Chiara Ziller.
Το 2015 η μπάντα επιστρέφει με νέο δίσκο αλλά με μία σημαντική αλλαγή στη σύνθεση  της.
Συγκεκριμένα ο τραγουδιστής Claus Lessmann που βρισκόταν τριάντα χρόνια στο μικρόφωνο του γκρουπ αποτελεί παρελθόν και την θέση του αναλαμβάνει ο πολύπειρος David Reece (Αccept, Bangalore Choir) τραγουδά στο καινούργιο μέτριο άλμπουμ με τίτλο "Glorious".
Ευχόμαστε η συνέχεια των Bonfire για τα επόμενα χρόνια να παραμείνει δυνατή και ενεργή όπως είναι και οι ζωντανές τους εμφανίσεις!

 

Studio albums

  • 1986: Don't Touch the Light
  • 1987: Fireworks
  • 1989: Point Blank
  • 1991: Knock Out
  • 1996: Feels Like Comin' Home
  • 1996: Freudenfeuer (German version of Feels Like Comin' Home)
  • 1998: Rebel Soul
  • 1999: Fuel to the Flames
  • 2001: Strike Ten
  • 2003: Free
  • 2006: Double X
  • 2008: The Räuber
  • 2011: Branded
  • 2015: Glörious

Live albums

  • 1993: Live...The Best
  • 2002: Live Over Europe!
  • 2005: One Acoustic Night
  • 2007: Double Vision
  • 2011: Fireworks Still Alive
  • 2013: Live in Wacken
 
 
  Eπιμέλεια: Νίκος Καπίρης

// Live Favorites

// Rocktime Songs