Momentum of glory: Οι Scorpions στο Σ.Ε.Φ., 29.11.1990
Κυριακή

29Νοέ

Momentum of glory: Οι Scorpions στο Σ.Ε.Φ., 29.11.1990

Δημοσιεύθηκε από:

29/11/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1086
Η ολοσέλιδη διαφήμιση στο Heavy Metal & Metal Hammer του Νοεμβρίου επικύρωνε ότι μια χρόνια συλλογική επιθυμία, ένα όνειρο, το πιο παλιό ίσως, όσων μεγαλώσαμε με τις ζωηφόρες hard rock και heavy metal αναθυμιάσεις, επρόκειτο να πάρει σε μερικές μέρες σάρκα και οστά.
Έχει φτάσει, επιτέλους, η ώρα να δούμε τους Scorpions στην Ελλάδα. Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 1990 Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, ο ιερός τόπος όπου σηκώσαμε το Ευρωπαϊκό του ’87.  Τους φέρνει το «ΝΕΟ ΡΕΥΜΑ», μια επιχείρηση που λέγεται ότι, παρά το μέχρι πρότινος ιδεολογικοπολιτικό ασύμβατο, είναι συμφερόντων του Συνασπισμού και της Αριστεράς και της Προόδου. «Γωνία», όπως προσέθετε ο Τζίμης Πανούσης.  
 
Η πρώτη χρονιά της νέας δεκαετίας πλησιάζει στο τέλος της και έχουμε πλέον γίνει συναυλιακό επίκεντρο: Motorhead, Saxon, Alice Cooper, Sacred Reich, Sanctuary μαζί με Fates Warning, Steppenwolf έχουνε τσακίσει όλο το κομπόδεμά μας, ενώ στις 7 Δεκεμβρίου, πάλι στο Σ.Ε.Φ., έρχεται ο μέγας Robert Plant και στις 8 στο ΡΟΔΟΝ ο Jack Bruce με την μπάντα του.  
 
Οι Scorpions μας είχαν αφήσει δυόμισυ χρόνια χωρίς καινούριο υλικό, αν εξαιρέσεις δηλαδή την αδιάφορη διασκευή στο “I Can’t Explain” των Who που μπήκε για να ψηθούμε ν’ αγοράσουμε το “Best Of Rockers And Ballads” στην αρχή της χρονιάς. Το “Savage Amusement” δεν είχε αφήσει καμιά αξέχαστη κληρονομιά, να πούμε την αλήθεια. Παίξανε στη Μόσχα τον Αύγουστο του ’89, θριαμβευτές στο πανηγύρι δήθεν κατά των ναρκωτικών του Doc McGee, δηλώσανε «εμείς ήρθαμε με κιθάρες, ενώ οι πατεράδες μας με όπλα» - κάπως χοντροκομμένο το αστείο, αλλά εντάξει. Τί άλλο έπρεπε να περιμένουμε απ’ αυτούς; 
Από τις αρχές Οκτωβρίου έχει ξεκινήσει να παίζει στο MTV το καινούριο single. Η νεαρά scantily clad γκόμενα αποχαιρετά τον με γκριζαρισμένους κροτάφους γραββατωμένο σύζυγο της που φεύγει με την κόκκινη μερσέντα για τη δουλειά, την ώρα που ο μοντελοσφίχτης –μπαντάνα, σκισμένο τζην, κοτσίδα και αμάνικο φανελλάκι Scorpions, να φαίνεται το λαδωμένο μπρατσικό - μπαίνει στο γκαράζ του σπιτού για να πάρει τα σύνεργά του.
Είναι ο επιστάτης της έπαυλης όπου η νεαρά διαμένει. Στήνει την τέντα, καθαρίζει την πισίνα, τέτοιες εργασίες, καθημερινές –οικείες για όσους πιάνουνε τα βράδια πειρατικά τσοντοκάναλα. Στο ηλιόλουστο γκαράζ και με φλου φωτογραφία που τους βγάζει χρόνια, οι Scorpions ξεκινάνε το “Tease Me Please Me”. Μπην αράουντ δε γοουέεερλντ, μητ  ε λοτ οφ γκελζ” – στις πόσες παγκόσμιες περιοδείες θα σπάσει γερμανίλα στα αγγλικά του Meine άγνωστο. Κάπως παραπάνω σιτεμένοι απ’ όσο τους έχουμε στο μυαλό, ντυμένοι με σκισμένα τζην λες και ο πισινοκαθαριστής έφερε και τους κωλόγερες θείους του μαζί, παίζουν κάτι που είναι λες κι έμεινε έξω από δίσκο  των Warrant. Στο μεταξύ, στο κλιπ ο σφίχτης καταβρέχει τη νεαρή οικοδέσποινα και υποτίθεται ότι πέφτει φυστίκωμα, όμως αυτή ούτε το μπλε μαγιώ, ούτε το δαντελένιο λευκό εσώρουχο κάνει να βγάλει. Ρε, μας δουλεύετε;  
 

 
Αρχές Νοεμβρίου έχουν κυκλοφορήσει τον καινούριο τους δίσκο, με τίτλο το “Crazy World”. Στο ασημογκρι εξώφυλλο ένα γυναικείο αριστερό χέρι πάει να ξεκλειδώσει μια πόρτα που από την άλλη πλευρά, όπως μας δείχει η κάθετη διατομή, υπάρχει μια επίσης γκρίζα πεδιάδα με πόρτες φυτεμένες τη μία δίπλα στην άλλη, όλες μισάνοιχτες, με έγχρωμους κόσμους να φαίνονται από μέσα τους. Μάλιστα. Κάτι που θα είχαν οι Floyd για πέταμα καμιά εικοσαετία πριν. Καθώς η ημερομηνία της συναυλίας πλησιάζει, οι συνεντεύξεις του Metal Hammer βρίθουν της προσεκτικής κολακείας που βρωμάει διαφήμιση.  
 
Γιατί δεν είναι πια παραγωγός ο Dieter Dierks μετά από 15 χρόνια;  
 «Ήμασταν δεσμευμένοι με συμβόλαιο μαζί του πολλά χρόνια, όμως όταν τέλειωσε δε θελήσαμε να το ανανeώσαμε. Μας είχε μετατρέψει σε μηχανές παραγωγής μουσικής. Και το συμβόλαιό μας έλεγε ότι η μουσική δεν ήταν έτοιμη για κυκλοφορία αν δεν έδινε εκείνος την συναίνεσή του. Έτσι καθυστερούσαμε, εκείνος έψαχνε για τον τέλειο ήχο που είχε μέσα στο κεφάλι του και τα τραγούσια έχαναν κάθε σπίθα και αυθορμητισμό». Μάλιστα.  
 
«Πάντα βοηθούσαμε στην παραγωγή, όμως ο Dieter δεν επέτρεπε να αναφέρονται τα ονόματά μας στο εξώφυλλο σαν συμπαραγωγοί. Επίσης το συμβόλαιο απαγόρευε το να συνεργαστούμε με οποιονδήποτε άλλον, μουσικό ή συνθέτη». Μάλιστα.  
 
Το μάτι μου μένει περισσότερο στο στεγνή, μονοκόμματη, δήλωση του μπασίστα Francis Bucholtz: «Όταν τελείωσε το συμβόλαιο με την ΕΜΙ, κάτσαμε στο τραπέζι να δούμε τί μας προσφέρει. Πάντα χρειαζόμαστε κάποια χρήματα πριν μπούμε στο στούντιο για όλα τα λειτουργικά έξοδα που το γκρουπ θα έχει κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης. Ο γενικός διευθυντής της Ευρωπαϊκής ΕΜΙ, που είχε την εδρα της στο Λονδίνο, δεν ενέκρινε σε καμία περίπτωση το budget που ζητήσαμε. Η προσφορά της Polygram ήταν πολύ καλύτερη, γι’ αυτό άλλωστε τη δεχτήκαμε». Μάαααλιστα.  
 
Θα προτιμούσαν, λέει, για παραγωγό τον Bruce Fairbairn, όμως εκείνος καθώς θα ήταν απασχολημένος μέχρι το Σεπτέμβριο του 1990 με τον δίσκο των AC/DC, τους συνέστησε τον Keith Olsen. Και μόνο αυτό λέει αρκετά για τον ήχο που ήθελαν να πετύχουν.
Η πρώτη φάση της ηχογράφησης έγινε στο Βανκούβερ του Καναδά, όπου συνάντησαν τον συνθέτη Jim Vallance, μόνιμο συνεργάτη του Bryan Adams. Άλλη μια ένδειξη.  Ηχογράφησαν, λέει για μικρό διάστημα στο L.A. και στη συνέχεια στο Wisselroord Studios του Άμστερνταμ, όπου ο 45χρονος Keith Olsen, με την τεράστια εμπειρία –από Fleetwood Mac Foreigner, Santana και Pat Benatar, μέχρι το θωρηκτό “1987” των Whitesnake- λούστραρε το αποτέλεσμα έτσι ώστε να αναπνέει. Αυτό το συμπαγές πράγμα που μοήκε στο μαυλό μας, έχει προσεκτικά αραιώσει. Οι κιθάρες ακούγονται πιο χαλαρές ζωντανές, τα τύμπανα φυσικά, χωρίς την ηλεκτρονική υπερφόρτωση του “Savage Amusement”, ήχος εκμοντερνισμένα αλαφροτραχύς, απολύτως ενταγμένος στο hard rock που περικυκλώνει από παντού.  
 

 
Το ρεφραίν του “Don’t Believe Her” έχει το εθιστικό στοιχείο κάθε ΜπονΤζόνβειου σίνγκλ, στοιχείο που με ξενερώνει από μόνο του, το “Lust Or Love” θα μπορούσε να είναι γέμισμα στο “Love At First Sting”, το “To Be With You In Heaven” με τα σταμάτα – ξεκίνα δίνει χρώμα και το “Kick After Six” κι αυτό αμερικανιά και μάλιστα όχι πρωτοκλασσάτη. Όταν πάνε να βαρύνουν τον ήχο, στα “Money And Fame” και “Crazy World”, το πόσο πεζοί ακούγονται δε λέγεται. Μόνο σε τέσσερα από τα έντεκα δεν υπάρχει το όνομα του Jim Vallance στα credits, όμως τουλάχιστον υπάρχουν δύο μπαλάντες που πάνε κατευθείαν για best of. To “Send Me An Angel”, με κάπως μελοδραματικά πλήκτρα, αλλά και με τον Meine να το σφραγίζει με μια από τις δικές του ένρινες υψιφωνίες στο ρεφραίν. Και βέβαια, αυτό το κομμάτι με το σφύριγμα. Το “Wind Of Change”, γραμμένο από τον Meine, καθώς περπατούσε στην Κόκκινη Πλατεία, σε κείνες τις περιβόητες βόλτες των γερμανών «χωρίς όπλα» του ’88 και του ’89 . Με το σφύριγμα να δημιουργεί ένα ακαριαία αναγνωρίσιμο ηχόχρωμα κι ένα σόλο, όπως συνηθίζεται στις μπαλάντες, από τον Schenker, ακριβώς στο κατάλληλο σημείο για να τονίσει το συναίσθημα, είναι κάτι σαν εθνικός ύμνος –όμως καμιάς γνωστής χώρας. Μάλλον σαν κομμάτι από το σάουντρακ μιας καινούριας εποχής, που έχει ξεκινήσει, με ενωμένες γερμανίες και πεσμενα τείχη προς ανατολάς, που ηλίθιο θα’ τανε να πούμε ότι ξέραμε πού θα μας βγάλει.  
 
Τρίτη 27 Νοεμβρίου στην εκπομπή «Στο Ρυθμό της Νεολαίας» της ΕΤ-2, που τρέχει ενάμισυ χρόνο και κατά κανόνα παρουσιάζει άγνωστα ελληνικά συγκροτήματα και γίνονταν διαγωνισμοί στους οποίους το κοινό ψηφίζει το καλύτερο, με άπαθλο ένα δισκογραφικό συμβόλαιο, εμφανίζονται οι Scorpions, μέσα σε πανζουρλισμό. Ενώπιον του έμπλεου αγαλλίασης Γιάννη Κουτουβού, συμπαρουσιαστή με μια λεπτή γκόμενα πολύ μπάνικη, ο Meine ανακοινώνει ότι θα είναι η 3η μόλις συναυλία της παγκόσμιας περιοδείας τους που έχει μόλις ξεκινήσει. Τον ευχαριστεί μάλιστα δημόσια, γιατί «έχει δουλέψει πολλά χρόνια για να τους φέρει στην Ελλάδα».  
 
Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου απόγευμα, οι συρμοί του ηλεκτρικού οδηγούν τσούρμα τζηνοφορεμένων προς το Σ.Ε.Φ.. Μαζί τους η Έλενα και ο γκόμενός της, ένας λιγομίλητος Κέρρυ Κινγκ -σπουδαστής της ΑΚΤΟ και δε φάκτο άμπαλος από χέβυ μέταλ ιστορία, αφού επιμένει ότι αυτή η πρόσφατη φλόμπα των Maiden, το “No Prayer For The Dying” είναι «φανταστικό». Έχω επιβιβαστεί από  Βικτώρια και πέφτω πάνω τους με το που βγαίνουμε Σ.Ε.Φ.. Οι κερκίδες αχνίζουνε από κόσμο-18.000 χιλιάδες γράψανε την άλλη μέρα οι εφημερίδες – ποικιλία από ηλικίες στο κοινό, και ιδίως στην στη δεξιά κερκίδα όπως κοιτάμε στη σκηνή που σταθήκαμε, πολλή πιτσιρικαρία. Χωρίς να μπορώ να καταλάβω τί βρίσκει η Έλενα σ’ αυτό μουντρούχο κριάρι που κοπιάρει και σκόπιμα – πάω στοίχημα- τον κιθαρίστα των Slayer ακόμη και στο ζοχαδιασμένο, παγερό βλέμμα, βλέπω τους Winger να βγαίνουν στις οχτώμισυ φουριόζοι με το “Seventeen”.
Ο αρχηγός τους, Kip Winger, φοράει μικρόφωνο φορητό στο αυτί και παίζει και μπάσο –αν θέλουμε το πιστεύουμε, με τα χορευτικά σαλτιμπάγκου στα οποία επιδίδεται επί 45 λεπτά αδιάκοπα. Κλασσικός ΜπόνΤζόβι κοκοβιός, με αξύριστο λουκ και περμανάντ – ραψωδία, δρέπει σαφώς το θαυμασμό ως και της Έλενας που μέχρι το τρίτο κομμάτι “You’re The Saint, I’m The Sinner” κάνει όλο θαμπζ απ και αφήνει τον βισηγότθο Κέρρυ Κινγκ να περάσει το χέρι του στη μέση της. Η αλήθεια είναι ότι οι δύο τους μπαλλάντες, το “Heading For  A Heartbreak” και το “Miles Away” απ’ το καινούριο τους είναι απαστράπτοντες γκομενομαγνήτες.  
 

Ώσπου, μετά από ένα σύνομο διάλειμμα, έρχεται η ώρα που τόσα χρόνια περιμένουμμε. Λίγα λεπτά μετά τις εννιάμισυ, τα φώτα χαμηλώνουν, η δισύλλαβη ιαχή «Σκορ-πιονς!» κρατάει δυνατά και συνεχόμενα για τουλάχιστον ένα λεπτό και το Σ.Ε.Φ. ακούει δυνατά και καθαρά τo εναρκτήριο ακκόρντο του “Tease Me Please Me”. Ο Klaus με κόκκινο τζόκεϋ, πιο μικρόσωμος από κοντά, ο Jabs με λαχουράτο πουκάμισο, γιλέκο, τη λευκή Gibson Epiphone με τις τρεις ρίγες λες κι είναι παπούτσι της αντίντας, με τζόκεϋ κι αυτός – σα να μας επισκέπτονται κατευθείαν από το γκαράζ του βίντεο κλιπ.
Ο Schenker με μια διάφανη flying V και από το πρώτο λεπτό με τις γνωστές μούτες με το στόμα ανοιχτό, o Bucholtz με το γαλάζιο–μαύρο πέτσινο με βάτα τσιμεντόλιθο και ο βαρυκόκκαλος Rarebell, ανεβασμένος πάνω στο μεταλλικό βάθρο, ίσα – ίσα να φαίνεται πίσω από τα τύμπανα, να τa χτυπάει με μικρές, εκδικητικές κινήσεις.  
 
Μπορώ να αποκρυπτογραφήσω τον ενθουσιασμό περισσότερο από τη συνειδητοποίηση ότι είναι αυτοί, αυτοί που τόσα χρόνια περιμέναμε, παρά από την ορμή της εμφάνισης ή τη δυναμική των τραγουδιών την ίδια. Σα να βλέπεις το “World Wide Live” μόνο που η μπάντα είναι ντυμένη με χειρώτερα ρούχα και σερβίρει λίγα διαφορετικά κομμάτια. Το “Bad Boys Running Wild” κλώτσάει ωραία την πακτωμένη αρένα, στο παρατεταμένο “The Zoo” ολόκληρο το Σ.Ε.Φ. συμμετέχει, στο “Coast To Coast” ο Klaus βουτάει κι αυτός τη μεγάλη Gibson και γρατζουνάει, στο τέλος κάνουν και την πυραμίδα, με τον Klaus στα γόνατα Schenker και Jabs.  


Εκπληκτική στιγμή με διαφορά το “Holiday”. Λες κι αυτό το τρίλεπτο που καταλήγει σε τεράστια χορωδία να περίμενε η δεκαετής και βάλε σχέση μας με τους Scorpions για να πετάξει σπίθες. Μια θάλασσα από αναπτήρες να γιορτάζει, υψωμένα χέρια, φωνές να ξελαρυγγιάζονται υπό τη μπαγκέτα του Klaus, καλοκαίρια, κασσετόφωνα, βινύλια, σλόου στα πάρτυ, ποτά και ηλιοβασιλέματα, οι συλλογικές μας μνήμες, να στροβιλίζονται αόρατα πάνω απ’ τα ιδρωμένα μας κεφάλια στον αχνιστό θόλο της αίθουσας.
Το “Wind Of Change”, αν και νεαρό, δεν περνάει απαρατήρητο. Το «Αγκάπη μο – αγκάπη μο – εγκώ μονάκα σαγκαπώωω» του Klaus κανείς μας δεν ξέρει ποιός έλληνας τραγουδιστής το λέει και τέλος πάντων ποιός στο διάολο τον συμβούλεψε να πει αυτό το τραγούδι για να νιώσουνε οι χιλιάδες ντόπιοι ροκάδες οικειότητα με τη μπάντα πυο χρόνια αγαπάνε; Ήτανε τόσο άτοπο όσο το να τραγουδάς το Smoke On The Water σε Αυγουστάτικο πανηγύρι στα Βίλια για να φέρεις τους γιδολάβερζ σε τρελλό κέφι. Όπως και να’χει, κουβαλώντας τη ματιά περισσότερο παρατηρητή και λιγώτερο συμμετέχοντα, ώσπου να φτάσει η κορύφωση με τa “Big City Nights”, “Rock You Like A Hurricane” και “Still Loving You”, 110 και κάτι λεπτά μετά την έναρξη, όλοι – ακόμη κι εγώ – έχω ζεσταθεί. Νά’ταν κι άλλο, αλλά νά’ ρχιζε τώρα.  
 
Ήταν ένα προσεκτικό ζέσταμα για τους Scorpions, με ποδοσφαιρικούς όρους ένα φιλικό προετοιμασίας πριν την έναρξη της κανονικής σαιζόν. Χωρίς εξτραβαγκάντζες, χωρίς απρόβλεπτα, με τις χαιρετούρες και τις ευχαριστίες κοπιαρισμένες από το “World Wide Live”, για να λειτουργούν το ίδιο στην Αθήνα, στο Τόκυο και στην Μπογκοτά. Ασφαλή, δοκιμασμένα και επαγγελματικά πράγματα. Γερμανικά.  
 

 
Στον ηλεκτρικό προς Ομόνοια, είμαι με τον 28χρονο παλαιομέταλλο Σάββα – γνωριμία απ’ τα βράδυα στο ΡΟΔΟΝ, U.F.O., Uriah Heep, «ήμουνα μέσα στο Γκάλλαχερ» και τα ρέστα- καθ’ οδόν για μακαρονάδα στην 24ωρα ανοιχτή εστιατόρικη υπόγα ανάμεσα σε Σταδίου και Αθηνάς, στη μέση απ’ τα δυό περίπτερα, αφού έχω χαιρετίσει το μουράχαυλο ζεύγος που επιστρέφει στα Πατήσια. Αρχίζω σιγά - σιγά να το συνειδητοποιώ.
Η συναυλία των Scorpions δεν μπορεί παρά να μείνει ιστορική, όμως είναι ντυμένη με κάτι παραπάνω, κάτι περιττό, έχει μια ποιότητα που με κρατάει σε απόσταση.  Σα μια γκόμενα που την ήθελες πολύ και για καιρό και που πάντα υποσχόταν ότι θά’ρθει, όμως όταν κάλιασε να σου κάνει τα γλυκά μάτια, τότε, για πρώτη φορά, απροσδόκητα και για σένα τον ίδιο, αποσπούν την προσοχή σου περισσότερο τα κρυμμένα ρυτίδια, μια επιτήδευση που ποτέ δεν είχες προσέξει. Μπορεί να φοράει τα σωστά ρούχα, να παραμένει θελκτική, να σε κοιτάει ίσια στα μάτια και να σου θυμίζει όνειρα και προσδοκίες με μακρύ μέσα σου παρελθόν, όμως τώρα, τώρα που είναι δική σου, απλώς δεν είναι το ίδιο.  
«Μην ανησυχείς, ρε», λέει ο Σάββας. «Είναι αυτό που λένε οι διαβαζμένοι “το momentum”. Τη δεύτερη φορά που θα’ ρθούνε, θα καταλάβεις πόσο καλοί ήτανε. Θέλει ο οργανιζμός σου λίγη νοσταλγία για να πάρει μπρος. Κι ο δικός μου, φαί».  
Σηκώνει το χέρι στο γκαρσόν -μαύρη στενή γραββάτα με λαστιχάκι, πουκάμισο υποκίτρινο, μάτι γλαρό και συγκαλυμμένο χασμουρητό- και παραγγέλνει:  
 «Παίδαρε, πιάσε δυό ναπολιταίν».  

Παναγιώτης Παπαϊωάννου