Van Halen: Ο εχθρός νικήθηκε στο στούντιο "5150"
Friday

13May

Van Halen: Ο εχθρός νικήθηκε στο στούντιο "5150"

Δημοσιεύθηκε από:

13/05/2022

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

10098
Κρυμμένο στους λόφους της Santa Monica, ελάχιστα μόνο μίλια μακριά απ΄την πολύ πιο προβεβλημένη γειτονιά του Laurel Canyon, βρίσκεται ο οικισμός του Coldwater Canyon. Φτιαγμένος σ' ένα φαράγγι του Λος Άντζελες, είναι μια κρυψώνα για τις σιτεμένες υπερδιασημότητες, σε απόσταση ασφαλείας από τη βοή του Hollywood και του Beverly Hills.
Σε αντίθεση με τον Neil Young και τον Frank Zappa που προτιμούσαν ανέκαθεν το Laurel Canyon, τα μεγέθη που άραζαν στο Coldwater ήταν ο Marlon Brando και ο Charlton Heston. Καθώς ο δρόμος ξεδιπλώνετaι με φιδίσιες στροφές από την Mulholland Drive προς την Studio City, ακόμη κι ο πιο αετομάτης οδηγός εύκολα θα χάσει το μικρό μονοπάτι στη γωνία μιας πολύ κλειστής στροφής που ξεγλυστράει προς τα δεξιά και χάνεται μέσα σε πυκνά φυλλώματα φίκων κι ευκαλύπτων.


Εκεί, ενωμένο με ένα ταπεινό εξοχικό δύο υπνοδωματίων, βρισκόταν το στούντιο "5150". Το όνομά του, δανεικό από τον κωδικό της αστυνομίας της Καλιφόρνια για την ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία. Ιδιοκτήτης του, ο Eddie Van Halen. Και μάλιστα, το καλοκαίρι του '85, είχε κλειστεί εκεί μέσα σε διανοητική κατάσταση, κατά τραγική ειρωνεία, ταιριαστή.

Η σκηνή από την ταινία είναι γνωστή : ο αφιχθείς από το μέλλον Marty McFly μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα του γέρου του (που το '55 είναι ακόμη τηνέϊτζερ) ενώ εκείνος κοιμάται. Για να του υπαγορεύσει με υποβλητικό τρόπο πώς - επιτέλους- θα καταφέρει να ρίξει τη μέλλουσα μητέρα του, του βάζει στ' αυτιά ακουστικά γουώκμαν. Ανοίγει το πορτάκι και βάζει μέσα μια κασσέτα «εγγραφής», που στο πλάϊ της έχει αυτοκόλλητο με πάνω του γραμμένο με μαρκαδόρο το όνομα του καλλιτέχνη: "EDWARD VAN HALEN". Πατάει το "play" και ο γέρος του τινάζεται στον αέρα από ένα «διαστημικά» παραμορφωμένο ριφ. Αυτός ήταν ο Eddie Van Halen το 1985. Το παγκοσμίως συνώνυμο της «εξωγήϊνης»  ηλεκτρικής κιθάρας. Κι όμως, δεν είχε καταφέρει να είναι ο μεγαλύτερος σταρ ούτε μέσα στην ίδια του την μπάντα. 
Από τα 22 ψηφιζόταν χωρίς αντίπαλο ο «καλύτερος κιθαρίστας στον κόσμο» από τον μουσικό τύπο. Και τώρα, στα 30, πολυεκατομμυριούχος και με την πιο ακριβοπληρωμένη ροκ μπάντα στον κόσμο να φέρει το όνομά του, είχε ν΄αντιμετωπίσει τη φυγή του David Lee Roth.
Ο φρόντμαν με το υπερφυσικό εγώ, το αιλουροειδές παράστημα και την ατέλειωτη συλλογή από θανατηφόρες ατάκες για κάθε ενδιαφερόμενο, είχε μεταβληθεί σε έναν μηντιακό ροκ θεό.
Μετά τα 8 εκατομμύρια αντίτυπα του άλμπουμ με το μωρό που κάπνιζε στο εξώφυλλο ("1984", με το πασίγνωστο "Jump"), ήταν βέβαιος ότι η μπάντα Van Halen ήταν ο ίδιος και αντιμετώπιζε το υπόλοιπο γκρουπ σαν πληβείους. Εκείνος μιλούσε στις κάμερες, εκείνον «ήθελαν» τα media, σ' εκείνον έπεφταν βροχή οι προτάσεις για σόλο άλμπουμ, εκπομπές σε tv, κινηματογράφο, show στο Λας Βέγκας. Τί στο διάολο χρειαζόταν τα δύο αδέλφια και τον κοντόχοντρο μπασίστα; Σε απόλυτη μυστικότητα, είχε ήδη αρχίσει να προβάρει με μια μπάντα στο πρότυπο των Van Halen: ο μάγος της κιθάρας Steve Vai, οι βιρτουόζοι Billy Sheehan και Gregg Bissonette σε μπάσο και τύμπανα αντίστοιχα. Η σόλο καρριέρα του θα ήταν μια ακόμη αποθέωση.

Η ανακοίνωση για το ότι οι δρόμοι του Roth και των Van Halen χωρίζουν είχαν έρθει ανήμερα της πρωταπριλιάς του 1985. Δεν ήταν όμως πρωταπριλιάτικο αστείο. Η διασημότερη ροκ μπάντα έμενε ακέφαλη πάνω στο καλύτερο. Όλα τα στοιχήματα με το μέρος του Roth. Το μέλλον του «διαστημικού κιθαρίστα» αβέβαιο.
Ο Sammy Hagar βρήκε το δρόμο προς το "5150" σχετικά εύκολα, μια ζεστή μέρα στα τέλη του καλοκαιριού του '85. Γέννημα - θρέμμα Καλιφορνέζος, ο επονομαζόμενος και "Red Rocker" βρισκόταν, στα 38 του, στην καλύτερη στιγμή της καρριέρας του. Τα τελευταία του 3 άλμπουμ είχαν γίνει πλατινένια και με το σινγκλ "I Can't Drive 55" είχε ενταχθεί στην κλίκα με τους ετοιμοπαράδοτα ρέμπελους ρόκερ, αυτούς που λάτρευαν περίπου όλα τα highschool brats στα χρόνια της πρώτης θητείας του Ρήγκαν.
Μανιακός με την ταχύτητα και τα σπορ αυτοκίνητα, ο Hagar ήξερε ότι δεν ήταν μουσική ιδιοφυία. Ότι δεν ήταν πλασμένος για poster-boy, ούτε για να μπει ποτέ πρωτοσέλιδο στο "Guitar World". Ότι σε σύγκριση με το βαρύ κιθαριστικό πυροβολικό της προηγούμενης δεκαετίας (Ted Nugent, Pat Travers, Frank Marino) υπολειπόταν φανερά. Ήξερε όμως ότι είχε στη διάθεσή του ένα ικανότατο λαρύγγι και μια ανεξίτηλη αμερικάνικη αξία : την αξιοπιστία.
Σε πάνω από 15 χρόνια καρριέρας, ξεκινώντας απ' το γκρουπ του Ronnie Montrose, είχε κυκλοφορήσει 9 άλμπουμ και η what you see is what you get σταθερότητά του έδειχνε επί τέλους να αποδίδει. Όταν πήρε τ΄αυτί του από τον μηχανικό της μαύρης Ferrari του, Claudio Zampoli, ότι οι Van Halen έχουν μείνει χωρίς τραγουδιστή, του άφησε ένα σημείωμα με το τηλέφωνό του. Ο πολυλογάς ιταλιάνος φρόντιζε στο συνεργείο του και την κόκκινη Lamborghini του Eddie Van Halen.



Ο Hagar δεν έψαχνε για δουλειά. Ήταν μια κίνηση απ' αυτές που γίνονται μόνο από άκρατη αυτοπεποίθηση. «Καλά, πες στον μικρό ότι εδώ θα μπορεί να με βρει».

Έτσι απερίσκεπτα, το σημείωμα με τον αριθμό τηλεφώνου άλλαξε χέρια. Σε αντίθεση όμως μ' εκείνον που το άφησε χωρίς καν να το σκεφτεί, αυτός που το πήρε στα χέρια του βρισκόταν στην πιο κρίσιμη καμπή της ζωής του. Γι' αυτό και το τηλεφώνημα έγινε.
Εκείνο το απομεσήμερο του καλοκαιριού του '85, ο Sammy Hagar άνοιξε την βαριά ηχομονωμένη πόρτα του 5150 με την πεποίθηση ότι, η μπάντα εκείνη, παρ΄ότι εμπορικά υπερπολλαπλάσια ολόκληρης της δικής του πορείας, αν ήθελε να μην την αφήσουν πίσω οι καιροί, τον χρειαζόταν.
Στο στούντιο βρίσκονταν ο Eddie, o αδελφός του Alex (τύμπανα, 32), o Michael Anthony (μπάσο, 31) και ο ηχολήπτης Don Landee, ο άνθρωπος που είχε σχεδιάσει και χτίσει κομμάτι - κομμάτι το στούντιο, φέρνοντας κατ' αρχήν εκεί μια παλιά κονσόλα στην οποία είχαν γράψει τα hits τους οι Mamas & Papas και οι Beach Boys.  Μέχρι τότε, ο Landee βοηθούσε τον παραγωγό Ted Templeman στο να ηχογραφήσει όλα τα άλμπουμ τους. Μόνο που τώρα και ο Templeman έλειπε. Τον είχε «αγοράσει» το στρατόπεδο του Roth.

Αυτό που είδε ο Hagar μπαίνοντας στο στούντιο δεν είχε καμία σχέση μ' αυτό που φανταζόταν. Ανάμεσα από τα δεκάδες πολύχρωμα καλώδια και βύσματα που σέρνονταν στο πάτωμα του στούντιο, βρίσκονταν σπαρμένα τουλάχιστον 300 μπουκάλια και τενεκεδάκια κάθε μάρκας μπύρας. Τα μισά είχαν μεταμορφωθεί σε αυτοσχέδια σταχτοδοχεία, καθώς τα κανονικά ήταν καλυμμένα από βουνά γόπες. Δεκάδες κιθάρες και μπάσα ακουμπούσαν στους τοίχους, σε καρέκλες ή ήταν πεταμένα πάνω στην παχιά μοκέτα.

Έπιασαν κατευθείαν την κουβέντα. Η μπάντα ήξερε ότι ο Hagar είχε τις οκτάβες που ο Roth δε θα μπορούσε να δει ούτε στον ύπνο του. Αυτό που ήθελαν ήταν να δουν ήταν αν ο βετεράνος μπορούσε να ταιριάξει μαζί τους σαν προσωπικότητα. Ο Eddie ήταν από μικρός φανατικός των πρώτων δύο άλμπουμ των Montrose και ο σεβασμός του ήταν δεδομένος. Οι τρεις όμως είχαν πλέον ενστικτώδη απέχθεια για  τραγουδιστές με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. 11 χρόνια υπέφεραν απ' αυτόν με την πλέον διογκωμένη σ΄ολόκληρο τον πλανήτη. Ο Hagar δεν έκρυψε τα λόγια του. Ρώτησε να μάθει αν η μπάντα γνώριζε πόσα είχαν βγάλει στην τελευταία τους sold-out περιοδεία. Με έκπληξη διαπίστωσε ότι ο ίδιος έβαζε στον τραπεζικό του λογαριασμό πολύ περισσότερα. Οι οικονομικές του ανησυχίες όμως πέρασαν σε δεύτερη μοίρα, όταν άρχισε το τζαμάρισμα.
Ο Eddie είχε ένα μεσαίας ταχύτητας ριφ, πάνω στο οποίο ο Hagar άρχισε να αυτοσχεδιάζει: "Summer Nights and my radio, that's all I need baby, don't you know.". Ήταν το πρώτο κομμάτι που έγραψαν μαζί. Σύντομα θα γινόταν ένας all american ύμνος στα καλοκαίρια της Καλιφόρνια, με τα '60s δεύτερα φωνητικά, την ενστικτώδη, ανοιχτόκαρδη ερμηνεία του Hagar και ένα mid tempo ιδανικό για ν' απλώσει ο Eddie μερικά από κείνα τα ετοιμόρροπα σόλο του.

Το σέσσιον κράτησε από το απόγευμα μέχρι τα μεσάνυχτα. Η εμπειρία του Hagar, η δεκτικότητά του να δοκιμάσει υλικό που δεν ήταν δικό του, ο ανιδιοτελής θαυμασμός του για τη δεξιοτεχνία του Eddie και η πεποίθηση ότι οι τρεις «μικροί» τον άκουγαν, ήταν τα υλικά που συνέθεσαν την πολυθρύλητη χημεία. Για τους τρεις Van Halen η ανακούφιση από το «δέσιμο» ήταν από μόνη της ένα high. Είχαν έναν πονόδοντο για κάτι παραπάνω από μια δεκαετία. Στο πρόσωπο του ηλιοκαμένου και ελαφρώς σιτεμένου Hagar είχαν βρει όχι μόνο τον γιατρό για τον πόνο, αλλά έναν μουσικό. Με όρεξη, ιδέες, ενέργεια και μια ομαδική μενταλιτέ που είχαν ξεχάσει ότι υπήρχε.
«Είμαι μέσα. I wanna do it», συνόψισε ο Hagar με χαμόγελο διαφήμισης οδοντόκρεμας, σαν να έδιναν οι άλλοι οντισιόν σ΄αυτόν. Άρχισαν τα high five. Κι άλλα καπάκια μπύρας έπεσαν στη μοκέτα.
Υπήρχε βέβαια ένα όχι και τόσο μικρό πρόβλημα. Ο Hagar δεσμευόταν με συμβόλαιο στην δισκογραφική Geffen, όπου μάλιστα ήταν από τα ονόματα με τις μεγαλύτερες πωλήσεις. Χοντρά πακέτα θα έπρεπε να αλλάξουν χέρια μεταξύ της Warner Brothers και της Geffen, αν ήταν να υλοποιηθεί το ο,τιδήποτε με τα ονόματα όλων των εμπλεκομένων μέσα σε παρένθεση κάτω από καινούρια τραγούδια.
Το παιχνίδι των μάνατζερ ήταν σκληρό, όμως αυτό δεν εμπόδισε την μπάντα να γιορτάσει την κοινή της απόφαση για συνεργασία καταβροχθίζοντας tacos και κατεβάζοντας margaritas σ΄ένα από τα πιο καυτά μεξικάνικα στέκια του Hollywood.  Στις 22 Σεπτεμβρίου 1985 το νέο ανακοινώθηκε και επίσημα : ο Sammy Hagar θα ήταν ο νέος τραγουδιστής των Van Halen.

Οι πρόβες ήταν από την αρχή εντατικές. Απαλλαγμένοι από τη δικτατορία του Roth, που απεχθανόταν τη δουλειά στις λεπτομέρειες και προτιμούσε διασκευές σε παλιά στάνταρ για να απλώνει με άνεση ο ίδιος τα ιδιότυπα talk show του επί σκηνής, οι πειραματισμοί του Eddie με τα πλήκτρα είχαν όλο το χώρο για να ανθίσουν. Η ανάγκη του να ξεκρεμάσει απ' το λαιμό του το άλμπατρος του guitar hero ήταν μεγάλη. Ήθελε ασχολούμενος με τα πλήκτρα να πατήσει καινούριο έδαφος. Ήταν μουσικός, όπως κι ο αδελφός του και ο πατέρας τους ο Jan που τους είχε μάθει πιάνο, φλάουτο και τρομπέτα. Το σημαντικό γι' αυτόν ήταν η μουσική. Το πάθος του για τη σύνθεση έδειξε σύντομα ότι είχε μάλλον χτυπήσει και φλέβα χρυσού.
Όταν, προχωρημένο φθινόπωρο του '85, έπαιξαν ένα μισοτελειωμένο κομμάτι στον ιδιοκτήτη της
Warner, Mo Austin, εκείνος άρχισε να σφίγγει χέρια και να χτυπάει φιλικά πλάτες : "All right, guys ! I smell money !!!". Ήταν το πρωτόλειο "Why Can't This Be Love".


Και δεν ήταν μόνον αυτό. Στο "Love Walks In", μια μπαλάντα γραμμένη στο συνθεσάϊζερ, ο Eddie φανέρωσε μια, άγνωστη μέχρι τότε, συναισθηματική πλευρά. Όταν το έπαιξε στον Hagar ένα βράδυ προς το τέλος του Νοεμβρίου, εκείνος συνεπαρμένος άρπαξε ένα μικρόφωνο και σε λίγα λεπτά έγραψε τα λόγια σ' ένα κομμάτι χαρτί. Η πρώτη δοκιμαστική ηχογράφηση, γεμάτη από τη ζέση της στιγμής, ήταν αυτή που τελικά επιλέχθηκε να μπει και στο δίσκο.

Η ανάγκη να δώσουν σε όλα τα επίπεδα μια απάντηση στον «εχθρό», που ήταν ο Roth και όσα εκείνος αντιπροσώπευε, η αλαζονεία της ελαφρότητάς του και η επιφάνεια της showbiz με την οποία τους έλουζε τόσο καιρό, ενίσχυσε τα σέσσιον με επιπρόσθετη ώθηση. Παιδιάστικο, αλλά ειλικρινές. Οι τρεις σωματοφύλακες είχαν βρει έναν τέταρτο που μαζί του θα έδειχναν στον «αποστάτη» Ντ' Αρτανιάν (Roth) και τον καθοδηγητή του (Templeman) γιατί το μυθιστόρημα ήταν γραμμένο πριν μπει εκείνος στο σκηνικό και θα συνεχιζόταν, το ίδιο δυνατό και επιτυχημένο και χωρίς αυτόν.
Καθώς το 1985 πήγαινε προς το τέλος του, ο Hagar, νιώθοντας ως πιο έμπειρος ότι έπρεπε να προστατέψει το υλικό κάνοντάς το όσο πιο ανταγωνιστικό, έπεισε τη μπάντα ότι το τελικό φινίρισμα έπρεπε να ανατεθεί σ΄έναν μεγάλο παραγωγό. Η «προδοσία» του Ted Templeman είχε αφήσει μόνο φυσικό υπεύθυνο για ό,τι είχαν ηχογραφήσει μέχρι τότε τον Don Landee. Έριξε μάλιστα στο τραπέζι το όνομα του Mick Jones, του κιθαρίστα των Foreigner που τον γνώριζε από τη δεκαετία του '70.
Ο Hagar παρέλαβε τον Jones από το αεροδρόμιο του L.A. και τον οδήγησε στο στούντιο "5150" ένα ηλιόλουστο πρωί του Δεκεμβρίου του 1985. Στο δρόμο, ο Jones διατύπωσε στον Hagαr τις αμφιβολίες του.
«Άκου, Mick. Εσύ κι εγώ είμαστε πια αρκετά χρόνια στη δουλειά. Άκου με που σου λέω. Δεν έχεις ξαναδεί κάτι τέτοιο».
Ο Jones δεν εντυπωσιάστηκε μόνο από την σχεδόν έτοιμη δουλειά που του παρουσίασαν. Αλλά και από το ακατάβλητο work ethic τους, το πηγαίο ταλέντο του Eddie, που είχε μονίμως μια κιθάρα κρεμασμένη στο λαιμό και από τα χέρια του ανέβλυζε μουσική διαρκώς και την ακατάπαυστη κατανάλωση μπύρας που συνόδευε όλες τις δραστηριότητες των τριών, πλην του πιο εγκρατούς Hagar που προτιμούσε την τεκίλα.
Ο Jones ένιωσε ότι δεν μπορούσε να «πειράξει» ιδιαίτερα το υλικό, καθώς ήταν κατασταλαγμένο και σωστά ηχογραφημένο. Συνέστησε όμως να περιοριστεί σε διάρκεια το  "Why Can't This Be Love?", που στην αρχή ήταν ένα μακρύ jam και να βγουν ακόμη πιο μπροστά τα πλήκτρα  στο "Dreams", ένα φευγάτο uptempo τρακ που σηματοδοτούσε το ύφος του νέου υλικού. Μάλιστα σ΄αυτό το τελευταίο παίδεψε ιδιαίτερα τον Hagar, αποσπώντας του μια ιδιαίτερα δύσκολη ερμηνεία στις ψηλές. Ο ίδιος ο Hagar είπε ότι έφθασε σε σημείο λιποθυμίας.

Κάποιος όμως δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με την παρουσία «παραγωγού» μέσα στα πόδια του. O Don Landee ήταν σίγουρος ότι αυτή τη φορά θα έβλεπε το όνομά του να αναπαύεται δίπλα σ΄αυτό της μπάντας μετά τις μαγικές λέξεις "produced by" του οπισθόφυλλου. Η πρόσληψη του Jones ισοδυναμούσε με άδειασμα ολκής γι' αυτόν. Στα μάτια του, ο Jones δεν έκανε τίποτα, κορόϊδευε. Τον έφεραν την τελευταία στιγμή λόγω των δημοσίων σχέσεων που είχε με τους executives της Warners και τους διαφημιστές, ίσα για να υφαρπάξει όσα χτίζονταν με τον ιδρώτα του, μέσα στο στούντιο που ο ίδιος είχε σχεδιάσει από το μηδέν.
Το βρετανικό φλέγμα του Jones στην καθημερινή τους επαφή έκανε τα πράγματα χειρότερα. Δεν ήταν ένας «ποντικός των κουμπιών και των καλωδίων», όπως ο Landee, ήταν ο ροκ σταρ που είχε γράψει το "Jukebox Hero". Ήταν η ταπεινότητά του απέναντι στην αίγλη ενός διάσημου και ήταν φανερό ποιός θά 'κλεβε όλη τη δόξα. Ώσπου, στις αρχές Ιανουαρίου του '86, με το υλικό του δίσκου σχεδόν έτοιμο, ο Don Landee φλιπάρισε. Κλειδώθηκε ένα πρωί μέσα στο "5150" και απειλούσε να κάψει όλα τα master με ό,τι είχε ηχογραφηθεί. Οργή, πανικός, ασυνεννοησία. Η ιδιότυπη πολιορκία κράτησε μια ολόκληρη μέρα. Μετά από μακροσκελείς τηλεφωνικές συζητήσεις, ο Landee κατευνάστηκε. Τα ακριβή ποσά δεν έγιναν γνωστά, αλλά τελικά οι πόρτες ξεκλειδώθηκαν και ο Landee κάθησε δίπλα στον Jones και μαζί φινίρισαν την τελική μίξη του άλμπουμ.
Οι οιωνοί έδειχναν θετικοί. Μέσα στο Μάρτιο, το "Why Can't This Be Love?", το πρώτο κομμάτι των Van Halen χωρίς σόλο κιθάρα, με κινητήρια δύναμη ένα παλλόμενο κήμπορντ και τη χαρακτηριστική ερμηνεία του Hagar πάνω στη μελωδία της γέφυρας, έφθασε μέχρι το νούμερο 3 του Billboard. Το κοινό του Phil Collins, του Prince και της Madonna έδειχνε έτοιμο να αναμίξει στο πατσουλί του λίγο ροκ ν' ρολ.
Στις 24 Μαρτίου του 1986, το καινούριο άλμπουμ είδε επί τέλους το φως της ημέρας.
Ο τίτλος του, "5150", καθώς περιείχε στα αυλάκια του όλα όσα είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες μέσα σ' εκείνο το χωμένο στους φίκους δεύτερο σπίτι του Eddie Van Halen. Στο εξώφυλλό του, ο διάσημος μποντυμπιλνετράς Rick Valente, ως άλλος Άτλας, να σηκώνει με κόπο στους ώμους του μια τεράστια ασημένια σφαίρα, με γύρω της διπλωμένο φουτουριστικά το logo των Van Halen. Και στο οπισθόφυλλο, ο Άτλας να έχει καταρρεύσει, η σφαίρα να τον έχει καταπλακώσει και από μέσα της, σ' ένα άτσαλο κολλάζ ν΄αναδύονται οι τέσσερις φιγούρες των «νέων» Van Halen.
Στο κάτω μέρος του δίσκου η επιγραφή που έσωσε τα
master από την καταστροφή: "produced by Mick Jones, Edward Van Halen and Don Landee".
Γύρω στο Πάσχα του '86, σε μια Αθήνα που περίμενε πυρετωδώς τους Saxon στη μεγάλη συναυλία της Ριζούπολης, το άλμπουμ έκανε αισθητή την παρουσία του στις προθήκες των κεντρικών δισκάδικων «σε δίσκους και κασσέτες WEA». Αν και για τους θύλακες της "Rainbow", της "OMΠΡΕ" και της "Victoria" οι Van Halen ήταν ένα χλιαρό ανέκδοτο, μια περιττή «αμερικανιά», ο ερχομός του βετεράνου και αντιτουριστικού Sammy Hagar έγινε αποδεκτός ως μια «σοβαρή» rock στροφή. Αντί για τον Roth που γούσταρε να τον προσκυνάνε για το πόσες ξανθιές τρελλαμένες με το λιονταρίσιο στήθος του μπορούσε να χωρέσει σ' ένα βίντεο, ερχόταν ένας τύπος με σουβλερή μύτη, που φορούσε μπάγκυ - βράκες (που τις έβαζε μάλιστα μέσα σε αθλητική κάλτσα) και μόστραρε το χειρότερο κούρεμα μετά του John Deacon των Queen.
Όμως, τουλάχιστον, κάτι μούρες που ξέρανε από τα παλιά των Montrose διαβεβαίωναν ότι δεν παιζότανε σε κραυγές αλά Plant και την ήξερε την εξάχορδη. Το εξώφυλλο βοήθησε να τσιμπήσει το άλμπουμ μερικά αντίτυπα παραπάνω, καθ' ότι στο πηκ τους τότε τα βαριτζίδικα και τα τουμπανιζέ σπορ, με πρώτο στη βιτρίνα τον «δικό μας» μποντιμπιλντερά, Σπύρο Μπουρνάζο, για τον οποίο ο πιο πρόχειρος δείκτης δημοφιλίας ήταν το ανέκδοτο της εποχής, ότι  το άγαλμα του Κολοκοτρώνη μπροστά απ' την παλιά Βουλή έδειχνε προς το γυμναστήριό του, στη μέση της Σταδίου.
Από τις 27 Μαρτίου η περιοδεία των Van Halen απ' άκρη σ' άκρη των Η.Π.Α. βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Θα κρατούσε επτά ολόκληρους μήνες. Στην αρχή υπήρχαν τα αναμενόμενα πλακάτ "Where's Dave?", με τη δυσπιστία του κοινού φαρδιά πλατιά απέναντι στον καινούριο «γέρο» που δεν είχε ούτε κατά διάνοια το σεξ απήλ και το παράστημα του Roth. Στην πορεία όμως, καθώς η μπάντα έδειχνε δεμένη, ακάθεκτη και να το ευχαριστιέται, τα πλακάτ άρχισαν να αραιώνουν. Σιγά - σιγά, ολοένα και περισσότερο άρχισαν να ξεφυτρώνουν κάποια άλλα, που έγραφαν "Who the fuck needs Dave?".

Μ' ένα σετ να βασίζεται στον καινούριο δίσκο, σε 2-3 πασίγνωστα κομμάτια της σόλο καρριέρας του Hagar ("There's Only One Way To Rock", "I Can't Drive 55"), ελάχιστα κομμάτια της μέχρι τότε δισκογραφίας τους ("Ain't Talking 'Bout Love", "Panama"- ελάχιστες φορές έπαιξαν το "Jump", με τον Hagar να αρνείται να τραγουδήσει και να αφήνει τους στίχους στο κοινό) και σε 1-2 διασκευές ("Rock N' Roll" των Zeppelin ή "Wild Thing" των Troggs για encore), ήταν φανερό σε όλους : ενώπιόν τους στεκόταν ένα νέο συγκρότημα.
Η έκταση της φωνής του Hagar έδινε πράγματι απεριόριστες δυνατότητες στο σφιχτοδεμένο σχήμα να τζαμάρει, να απλώνεται, να διασκευάζει. Κανείς δεν έμεινε παραπονεμένος ούτε από πλευράς θεάματος. To ασύρματο μικρόφωνο που φορούσε ο Hagar (πρώτη φορά που  βλέπαμε κάτι τέτοιο εμείς του υπόλοιπου κόσμου σε βίντεο) του επέτρεπε διαρκή κίνηση (μέχρι και στην οροφή της αίθουσας σκαρφάλωνε και κρεμιόταν), την ώρα που με τη ρυθμική του έκανε τη μπάντα ν' ακούγεται πιο κιθαριστική.
Τα πληθωρικά σετ από τύμπανα του
Alex Van Halen ποτέ δεν ήταν για ομορφιά, όμως ο ίδιος τους επιτίθετο αυτή τη φορά με ανανεωμένο μένος κάθε βράδυ, καθώς ο Michael Anthony με το σε σχήμα μποτίλιας Jack Daniels βρωμόηχο μπάσο και τα πολύ δυνατά και ακριβή δεύτερα φωνητικά έδενε τον ήχο και τον εκτόξευε, κάνονμπολ κανονικό. Όσο για τον Eddie, ήταν φανερό ότι έπλεε σε πελάγη ευτυχίας παίζοντας ακατάπαυστα, χαμογελώντας σαν παιδί του νηπιαγωγείου ξεχασμένο σε παιχνιδάδικο και σφηνώνοντας το τσιγάρο στα κλειδιά της κιθάρας για τα δύσκολα σόλο. Διασκέδαζαν κάθε δευτερόλεπτο και αυτό είχε μια ακαταμάχητα μεταδοτική δύναμη.

Λίγες βδομάδες μετά την έναρξη της περιοδείας, οι σαμπάνιες άνοιξαν στα παρασκήνια. Το "5150", ο δίσκος, ήταν στο Νο 1 του Billboard. To πρώτο τους, η πρώτη φορά. Στα μέσα του καλοκαιριού του '86 είχε γίνει τέσσερις φορές πλατινένιος.
Τον ίδιο Ιούλιο, ο «εχθρός» David Lee Roth κυκλοφόρησε το πολυσυζητημένο ντεμπούτο του "Eat 'Em And Smile", συγκεντρώνοντας κοπιωδώς μόλις το ένα τέταρτο των πωλήσεων. Οι περιοδείες τους από τον Αύγουστο και μετά συνέπεσαν. Και εκεί, ο κόσμος αποδείχθηκε ότι είχε αποφασίσει. Καλός ο διασκεδαστής, αλλά η καρδιά ήταν με τη μουσική, με τον θεσμό.
Η αλαζονεία του εχθρού είχε συντριβεί στο μέρος όπου οι αισθήσεις και οι εκκρίσεις των μουσικών γέννησαν τη μουσική. Στο στούντιο "5150".



Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Live Favorites