Steve Winwood: All the way to the high life.Again
Τετάρτη

1Ιαν

Steve Winwood: All the way to the high life.Again

Δημοσιεύθηκε από:

01/01/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

6849
Καμία επιτυχία δεν έρχεται τυχαία. Ή, τουλάχιστον, έτσι ήταν ο κανόνας κάποτε. Τότε που οι μουσικοί δεν ήταν μόνον οπτικά βοηθήματα για να βιώνουν τα εκατομμύρια των καταναλωτών τις φαντασιώσεις τους. Ούτε ήταν τίποτε χωρίς παρελθόν προκαστασκευασμένες ρέπλικες, στοιχισμένες με το μουσικό I.Q. μιας δεδομένης εποχής. Να πώς έφτασε, ας πούμε, ο Steve Winwood στο “Back In The High Life”. Τον προγούμενο αιώνα.
Γεννημένος σε προάστιο του βορειοδυτικού Birmingham στις 12 Μαίου του 1948, μεγάλωσε σ΄ένα περιβάλλον που υπήρχε αγάπη για τη μουσική και ενθουσιασμός για την προσβασιμότητα και τη λειτουργικότητα των οργάνων της.
Ο πατέρας του, Lawrence, έπαιζε ερασιτεχνικά κλαρινέτο και τενόρο σαξόφωνο. Μπάσο, μαντολίνο και φλογέρα υπήρχαν συνεχώς στο πατρικό σπίτι, ανοιχτές προσκλήσεις για ν΄αναπτύξουν, ο μικρός Steven και ο μεγαλύτερος αδελφός του, Muff, τις δυνατότητές τους για μουσική έκφραση.
Τα σαββατοκύριακα ακολουθούσαν τον πατέρα σε γάμους και τοπικούς χορούς, όπου έπαιζε στις τοπικές ορχήστρες. Παρ΄ότι δεν υπήρχε πικ-απ στο σπίτι, τα δύο αγόρια βίωσαν σαν κάτι φυσικό το πώς είναι να δημιουργεί κανείς μουσική στο οικείο του περιβάλλον κι ανέπτυξαν, απ΄τα ακούσματα του πατέρα, μια έντονη συμπάθεια για τις
big bands του παρελθόντος. Ταυτόχρονα, άφησαν να διεισδύσει μέσα τους ο ήχος της φωνής του Elvis, το νεύρο του Little Richard και το πάθος του Ray Charles, καθώς άκουγαν με τις ώρες τα βράδια στο Radio Luxembourg εκπομπές όπως το “Voice Of America Jazz Hour”.

Ο Steve παρακολούθησε μουσικό σχολείο, σπουδάζοντας κλασσική κιθάρα και πιάνο κι έγινε κανονικό μέλος της μπάντας του αδελφού του (Muff Woody Jazz Band) από τα 13 του.
Πριν καλά – καλά μπει στην εφηβεία, ήταν ένας γεννημένος μουσικός. Γι΄αυτό και δεν ήταν τόσο απρόσμενο που ένας 24χρονος, ο Spencer Davis, εντυπωσιασμένος από τη δεξιότητα και την άνεση του μικρού, πήρε αυτόν και τον αδερφό του μαζί του, κι έφτιαξε μια μπάντα που σε λίγο καιρό θα γινόταν διάσημη. Τη διετία ’65-’67, μεταξύ πρώτου και δεύτερου κύματος της «βρεττανικής εισβολής» των κοστουμαρισμένων ροκαρόλερς στα αμερικανικά μουσικά ήθη, ο Winwood ήταν το παιδί - θαύμα που τραγουδούσε με -εντυπωσιακό για λευκό της ηλικίας του- τα hits των Spencer Davis Group (“Keep On Runnin”, “Gimme Some Lovin’”, “I’ m A Man”).


Mεταξύ ’67 και ’73 υπήρξε η ψυχή 7 άλμπουμ που έφτιαξαν οι Traffic, το πρώτο «δικό του» συγκρότημα, στο οποίο έπαιζε ο ίδιος μια σειρά από όργανα.
Δίπλα του είχε τον τον τέσσερα χρόνια μεγαλύτερό του Jim Capaldi, με τον οποίο έφτιαξαν ένα σπάνιο συνθετικό δίδυμο που συνδύαζε τον πειραματισμό στη φόρμα (jazz, folk, blues, r&b, ψυχεδέλεια) με μια σπάνια μελωδική αμεσότητα. Η επιτυχία των Traffic και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού υπήρξε άμεση. Τα live τους περιπετειώδη και απρόβλεπτα, τα εύρισκαν αρκετά θελτικά για ν΄ανέβουν στη σκηνή και να τζαμάρουν μαζί τους μουσικοί όπως ο Gerry Garcia, o Buddy Miles και ο Carlos Santana. Ήταν η εποχή που η μουσική έπειθε ότι δεν θα γνώριζε όρια και που πρόσωπα εμπνευσμένα και παραγωγικά όπως ο νεαρός Winwood ζούσαν στην εποχή τους, έχοντας το προνόμιο να γράφουν και να ηχογραφούν συγχρόνως την εντελώς ξεχωριστή ηχητική της επένδυση (“Paper Sun”, “Dear Mr. Fantasy”, “Glad”, “Freedom Rider”, “Low Spark Of High-Heeled Boys” εντελώς ενδεικτικά παραδείγματα).
Μόλις στα 21, ο Winwood είχε προλάβει να ηχογραφήσει και το ένα και μοναδικό άλμπουμ με το πρώτο “supergroup” του καιρού του, τους Blind Faith (μαζί με κάποιους Eric Clapton, Ginger Baker και Ric Grech). Ένα άλμπουμ το οποίο άφησε πίσω του μερικά από τα πιο πολυδιασκευασμένα κομμάτια στα ροκ χρονικά (“Can’t Find My Way Home”, “Presence Of The Lord”).



Πάντα ακολουθώντας τη μούσα του μέσα από συνεργασίες και πειραματισμό (λ.χ. η συνύπαρξή του με Michael Schrieve και Al Di Meola στο εκπληκτικό άλμπουμ του Ιάπωνα περκασσιονίστα Stomu Yamash’ta με τίτλο “Go” του ’76), ο Winwood πέρασε δύο χρόνια μετά τη διάλυση των Traffic παίζοντας σε project άλλων και συνθέτοντας υλικό στο στούντιο του σπιτιού του, στο Gloucestershire. Το ’77 ήτανη ώρα να ξεκινήσει την δική του σόλο καρριέρα.
Όλη αυτή η αναντίγραπτη περιήγηση στη μουσική, τον είχε οδηγήσει πλέον προς πιο εύληπτες, κατασταλαγμένες φόρμες. Τα “Vacant Chair” και “Hold On” απ΄το lp με τίτλο το όνομά του, έδιναν μια πρώτη ιδέα.
Η επόμενη προσπάθεια ήρθε μετά από σχεδόν τρία χρόνια «οικιακών» πειραματισμών. Αρχές του ’81 το lp “Arc Of A Diver” έβαλε τους τριαντάρηδες καλλιτέχνες στο παιχνίδι της νέας δεκαετίας. Ένα αμάλγαμα soul και ηλεκτρονικής pop με ανεπαίσθητους χρωματισμούς, κερδισμένους από την εμπειρία κάποιου που εισέπνεε blues, jazz, ψυχεδέλεια και rock σε όλη του την πορεία κι απέπνεε progressive μενταλιτέ από έφηβος.
Το “While You See A Chance” έγινε το πρώτο hit single του στην Αμερική, το “Night Train” είχε τον ήχο του ραδιοφώνου που θα κυριαρχούσε σε όλη σχεδόν την δεκαετία, ενώ το “Spanish Dancer”, το ομώνυμο και το “Dust” άφηναν τον αέρα της ύστερης φάσης των Traffic να πνέει σε σύγχρονο τοπίο.
Όλα τα όργανα (πλήκτρα, μπάσο, κιθάρες, ντραμς, φωνητικά, συνθεσάϊζερ) και οι ενορχηστρώσεις ανήκαν στον Winwood, ενώ ο Will Jennings, ο 36χρονος τεξανός στιχουργός που αποτέλεσε το συνθετικό alter ego του Winwood, δένοντας για πρώτη φορά μετά τον Jim Capaldi τόσο αρμονικά στις συνθέσεις του.

Στο επόμενο άλμπουμ (“Talking Back To The Night” – Aύγουστος ’82), η συνταγή ήταν η ίδια, μόνο πιο στοχευμένη. Μάστορας των πλήκτρων ο Winwood, προσέδωσε στο ομώνυμο ένα άρτιο ηλεκτρονυκτόβιο συναίσθημα, στο “Valerie” την ποπ ευαισθησία που χρειαζόταν η βιομηχανία και στα “Still In The Game”, “There’s A River” τη σκεπτόμενη ποιότητα της πραγματικής ηλικίας του δημιουργού τους. Οι μέρες των 15λεπτών live και των πειραματισμών ήταν άγνωστες για το νέο του κοινό. Ο Winwood ήταν πλέον μια αναγνωρίσιμη και υπολογίσιμη εμπορική δύναμη, που όμως καλείτο να αναμετρηθεί με τις ιδιαιτερότητες μιας τρίτης στη σειρά δεκαετίας.
Τον Μάϊο του 1986 έκλεινε τα 38. Είχε ήδη συμπληρώσει 22 χρόνια στη δισκογραφία, τα 9 σαν σόλο καλλιτέχνης. Στα μέσα του ’80, η ώρα της κεφαλαιοποίησης της μουσικής αθωότητας του πρώτου μισού των ‘60s, είχε φθάσει. Πρώην progressive ταγοί όπως o Peter Gabriel, o Phil Collins και ο Donald Fagen ένιωσαν ότι δεν τους εμπόδιζε τίποτε (αντίθετα τους ωθούσε) να γράψουν και να παίξουν όσα τους είχαν εμπνεύσει οι άπειρες ώρες ακρόασης των δίσκων της Motown.

Μόνο που ο Winwood ήταν εκεί πιο πριν και πιο «μέσα» απ΄όλους, μουσικός απ΄τα γεννοφάσκια του. Σπάζοντας την υπερσυγκεντρωτική λογική των δύο προηγούμενων δίσκων του, φέρνει στο περίφημο Power Station Studio της Νέας Υόρκης τις δομές αρκετών τραγουδιών, αλλά ζητά τη συνδρομή των καλύτερων.
Εξακολουθεί να ελέγχει και να παίζει ο ίδιος ό,τι έχει να κάνει με πλήκτρα, προσθέτοντας μαντολίνο, κιθάρα και μπάσο εδώ κι εκεί, αλλά θέλει να μην έχει και πάλι ο ίδιος το βάρος της εκτέλεσης όλων των συνθέσεων. Θέλει ένα εξωστρεφές, επικοινωνιακό άλμπουμ. Τί σύμπτωση. Είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται και η πανοραμική ποπ των καιρών.


 
Το “Back In The High Life” κυκλοφορεί τον Ιούνιο του 1986, μετά από περίπου 3 χρόνια αναμονής. Όλο το soul πάθος της φωνής του ξεσπά σε κείνο το πρώτο κομμάτι, ενισχυμένο από την μεγάλη Chaka Khan, σ΄ένα ανεπανάληπτο ντουέτο πρώτης – δεύτερης φωνής (όπου δεν μπορείς να καταλήξεις ποιές είναι οι πιο εθιστικές κορυφώσεις, αυτές που ανήκουν στην πρώτη ή εκείνες στις οποίες κυριαρχεί η δεύτερη φωνή, βλ. μ.α. "I could light the night up with my soul on fire/ I could make the sun shine from pure desire". Είναι το κομμάτι Higher Love, ένας state-of-the-art φανκ ύμνος που εφαρμόζει τόσο σε spiritual όσο και σε pop διαθέσεις και που οδηγούμενος από τα αφρικάνικα κρουστά της Carole Steele, έχει εκείνο το drive που απεγκλωβίζει τον ακροατή από κάθε λογής ψυχοσυναισθηματική ατραπό, κάνοντάς τον να σηκωθεί και να χορέψει. Ο Will Jennings θα πει αργότερα ότι πηγή για την ενορχήστρωση του αξεπέραστο hook του κομματιού ήταν οι gospel μνήμες του ίδιου και της οικογένειάς του, από τις λειτουργίες της εκκλησίας των μεθοδιστών, στις οποίες ο πατέρας του ήταν κήρυκας (“… cause theres got to be some kind of higher love”).


Ο Winwood, με το cool στυλ στο βίντεο (γκρι πουκάμισο, πορτοκαλί στενή γραββάτα, κυπαρισσί σακκάκι με βάτα- τσιμεντόλιθο), περιστοιχιζόμενος από απενοχοποιημένες μοντελο-χορεύτριες καθίσταται σε μηδενικό χρόνο status symbol και πρότυπο. Ένα «όταν θα μεγαλώσω θέλω να γίνω σαν κι αυτόν».
Αυτή τη φορά ο Winwood επέλεξε συνειδητά το να πετύχει στο άλμπουμ του τον λεπτομερή και υπολογισμένο ήχο που ένιωθε ότι του άξιζε. Ο 42χρονος παραγωγός Russ Titelman είχε ήδη δουλέψει με ισχυρογνώμονες και μουσικά νοήμονες καλλιτέχνες που έγραφαν τα δικά τους τραγούδια (από τον Randy Newman μέχρι τον George Harrison), διαθέτοντας όμως συγχρόνως το αυτί της γενιάς του Winwood. Χάρις σ΄αυτό, καταρχήν επιδίωξε να αποσπάσει μια άρτια ηχογράφηση. Και στη συνέχεια συνδύασε την νεόκοπη τάση της στιγμής (μέχρι κι ο Pete Townshend είχε ενδώσει), το να κυριαρχούν τα πνευστά στον τόνο και το ύφος των κομματιών, με το γεννημένο ευέλικτο phrasing των φωνητικών του Winwood.
Είχε, δε, στη διάθεσή του τον καλύτερο μαέστρο πνευστών που υπήρχε (David Frank), τον 33χρονο αμερικάνο που λίγο αργότερα απέκτησε το προσωνύμιο ο «πατέρας του ηλεκτρονικού r&b», φρέσκο απ΄τις επιτυχίες του με την Chaka Khan (“I Feel For You”) κι απ΄την τελευταία επιτυχία του ντουέτου Ashford & Simpson (“Solid”). Δε θα έβλαπτε κανέναν ακροατή μεταξύ 16 και 40 χρόνων να νιώθει ότι μπορεί να χορέψει στο σκοπό που άκουγε απ΄το ραδιόφωνο.   
Στο τελικό αποτέλεσμα έπαιξε καταλυτικό ρόλο και η «μικτή κόσμου» των σέσσιον μουσικών που είχε στη διάθεσή της η Island Records (ο Muff, o πρεσβύτερος αδελφός Winwood, ήταν στέλεχος της δισκογραφικής ήδη από τα τέλη των ‘60s).
John Robinson και Mickey Currie στα ντραμς, Nile Rodgers (των Chic) και Eddie Martinez στις κιθάρες και ένα απολύτως αστεράτο κουιντέτο στα πνευστά, στο οποίο οι πιο γνωστοί συμμέτοχοι ήταν ο Tom Malone (Blues Brothers και say no more) στο τρομπόνι, o τιτάνας Bob Mintzer (Tito Puente, Art Blakey’s Jazz Messengers και Jaco Pastorius) στο τενόρο σαξόφωνο και ο Randy Brecker (από συμπαίκτης των Billy Cobham και Gato Barbieri μέχρι και μαέστρος των Brecker Brothers σε σειρά προσωπικών άλμπουμ) στην τρομπέτα.
Το αποτέλεσμα είναι ό,τι κοντινώτερο σε μια big band με ηγέτη, συνθέτη και καθοδηγητή έναν από τα πιο «ψημένα» μουσικά μυαλά του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα.


Το καλοκαίρι του 1986 το “Higher Love” ακούγεται κυριολεκτικά παντού, φθάνοντας αρχικά στο τοπ-20 της Βρεττανίας (UK#13), χτυπώντας όμως σύντομα την κορυφή των single στην Αμερική (30/8/1986). Το άλμπουμ φθάνει στο Νο 8 της Αγγλίας και στο Νο 3 των charts της Αμερικής το Σεπτέμβριο του ’86, στο απόγειο της ποπ έκρηξης της δεκαετίας. To έντονα φανκίζον single Freedom Overspill φθάνει αρχικά στο 69 της Βρεττανίας, κάτι που δεν το εμποδίζει να πάει πολύ ψηλώτερα στην Αμερική (US#20, 22/11/1986), βοηθούμενο από ένα βίντεο με κόκκινες Ferrari, κουμπωμένα μέχρι πάνω ριγέ πουκάμισα, μια απατηλή (για άντρα) φιλλαριστή κόμμωση και –βέβαια- απροσδιορίστου αριθμού μοντέλες να χορεύουν άσκοπα (again).  

Ένα απροσδόκητο guest από τον Joe Walsh των Eagles, έρχεται να δώσει το δικό του χρώμα. Ο κιθαρίστας συνυπογράφει μαζί με τον Winwood το Split Decision, το οποίο διανθίζει με μια καταδική του παρουσία στη slide κιθάρα.

Το Φεβρουάριο του ’87 ο Winwood παίρνει τρία Grammy: «Δίσκος της Χρονιάς» (κερδίζοντας τον Peter Gabriel και τον Robert Palmer), «Καλύτερη Ανδρική Φωνητική Ερμηνεία» (και τα δύο με το single “Higher Love”) και αυτό της «Καλύτερης Ηχοληψίας Αλμπουμ -εκτός κλασσικής μουσικής», για το δίσκο στο σύνολό του. Η απήχηση του compact, χορευτικού ήχου του άλμπουμ εξακολουθεί να κυριαρχεί στα μουσικά πράγματα, ενισχυμένη από το  MTV. Στις 18 Απριλίου του 1987 το σκεπτόμενα αισιόδοξο The Finer Thingsφθάνει στο US#8, διαγκωνιζόμενο μεταξύ άλλων με Madonna και Huey Lewis & The News.

H εποχή των γιάπις στο απόγειο, η πανοπτική μουσική (ιδίως όταν έχει καλλιτεχνικό άλλοθι και credits αυθεντικότητας) πουλάει απενοχοποιημένα, γι΄αυτό και πουλάει περισσότερο : Στις 15/8/1987 το single Back In The High Life, με το μαντολίνο του ίδιου του Winwood να θυμίζει το “John Barleycorn” του ’70 από Traffic, καταφέρνει να φθάσει στο Νο 13 των single στις H.Π.Α..


Ήταν τέτοιος ο συγχρονισμός της ανάγκης της εποχής για square χορευτική μουσική, ώστε η σχολαστικά επεξεργασμένη και με απόηχο 20 χρόνων παραγωγή του Winwood ήταν στην ουσία αδύνατο να μην αφήσει το στίγμα της στα charts. Η Island, γνωρίζοντας ότι έχει κυκλοφορήσει το τελευταίο άλμπουμ που προέβλεπε το συμβόλαιό της με τον Winwood, βιάστηκε να βγάλει στην αγορά μια συλλογή (“Chronicles”, τον Νοέμβριο του ’87), με «κράχτη» ένα remix του Valerie απ΄το ’82. Κι αυτό ακόμη εκτοξεύτηκε στο τοπ-10 (US#9, 19/12/1987).
O δίσκος που δήλωνε ότι έτσι πρέπει ν' ακούγεται όταν «επιστρέφεις στη μεγάλη ζωή», μέτρησε πάνω από τρία εκατομμύρια αντίτυπα σε ενάμισυ χρόνο κυκλοφορίας.
Η εξήγηση της επιτυχίας έχει, αν την απλοποιήσει κανείς, συγκεκριμένη πατρότητα: Ο
Winwood ήταν ένα ταλαντούχο παιδί που η βιομηχανία το έκανε δικό της χωρίς ποτέ εκείνος να την έχει προδώσει. Πάνω απ΄όλα music freak ο ίδιος, προσέφερε πάντα υλικό με το παραπάνω, με όποιον κι αν έπαιζε, όποιος κι αν ήταν βάσει συμβολαίου ο εργοδότης του.
Γι΄αυτό και ο ήχος που εμπνεύστηκε, απόσταξε και ηχογράφησε το 1986 (με τη βοήθεια όλων αυτών των κορυφαίων συντελεστών), ενώ είχε ήδη 20 χρόνια καρριέρας,  ήταν τόσο ευρύς, αβίαστος και εύστοχος, ενορχηστρωμένος με μαεστρία ώστε να δείχνει ότι ρέει φυσικά, που η ίδια η υπερκαλουπωμένη εποχή των ‘80
s δεν κατάφερε να του αντισταθεί. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να τον υιοθετήσει, απ΄άκρο σ΄άκρο.
Ολόκληρο τo άλμπουμ και ειδικά το κομμάτι
Higher Love έγιναν, σχεδόν αυτόματα, συνώνυμα μιας ευφορικής ανάγνωσης για την εποχή, την ηλικιακή συγκυρία, το μέλλον και την πορεία των ακροατών.
Όσο κι αν τη θεωρήσει κανείς επίπλαστη, επιφανειακή ή αγοραία, το βέβαιαο είναι ότι είχε ως ιθύνοντα νου έναν μουσικό με πλούσιο παρελθόν που έβλεπε να έρχονται ακόμη τα καλύτερά του.



Παναγιώτης Παπαϊωάνου