My Christmas Carol, ’77 – ’89
Παρασκευή

23Δεκ

My Christmas Carol, ’77 – ’89

Δημοσιεύθηκε από:

23/12/2016

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

Ήρθε και μ’ επισκέφθηκε μετά από χρόνια, χτες, καθώς με είχε βάλει στα σχοινιά ο πρώτος επιθετικός ύπνος μετά το καλοκαίρι. Έμοιαζε σαν έναν από κείνους τους αγγέλους στο εξώφυλλο του “Heaven And Hell” των Sabbath. Με γαλάζια κελεμπία, ακούρευτα μαλλιά και λερωμένα φτερά. Κανονικό πνεύμα, όχι οινόπνευμα.
«Κλείσε το στόμα και κόψε αυτό το ροχαλητό, επιτέλους», το ακούω να λέει ήρεμα. «’Ελα να πάμε μια βόλτα μαζί, να θυμηθείς κάτι ωραία Χριστούγεννα». Ανακάθομαι στο κρεββάτι. Σαν να το περίμενα.
«Καλά, μόνο σβήσε κι εσύ το κωλοτσίγαρο», του λέω.
«Πού θες να πάμε πρώτα;»
«Ξέρω, γω; Μπορείς σίγουρα να μου δείξεις και πράγματα που δε θυμάμαι;»
«Πολλά ζητάς. Μήπως θες να σ’ αφήσω ήσυχο να σαπίσεις στον ύπνο ;» λέει το πνεύμα και ψάχνει τασάκι.
«Άντε, πάμε απ΄την αρχή, από κει που μπορώ να θυμηθώ», λέω συγκαταβατικά. «Κι αυτό», του λέω και του δείχνω το τσιγάρο, «…κάνε μια τζούρα και το πετάς μόλις βγούμε έξω».
 
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ. Σκοτάδι. Ακούω την αντίστροφη μέτρηση που τελειώνει μ’ ένα ρυθμικό «Κα-λή Χρονιαααά !!!» από καμιά εικοσαριά μεγάλους. Έξω από τη τζαμαρία ενός καθιστικού με μπαουλοντίβανο και καναπέδες ντυμένους με εκρού ύφασμα, μια φωτεινή επιγραφή με κόκκινα και κίτρινα λαμπιόνια που γράφει 1977. Το «7» αλλάζει σε «8». Βρίσκομαι στο σπίτι του Γκ., οικογενειακού φίλου. Έχουμε μαζευτεί όλοι οι εκεί οι δικοί μας συγγενείς κι οι δικοί του, για να αλλάξουμε το χρόνο. Το σπίτι είναι κάπου σε εξοχή, διώροφο με από κάτω πυλωτή. Ο κύριος Γκ. είναι μια μούρη βγαλμένη κατευθείαν τις ιστορίες του «ΤΑΝΚΣ» και του «ΚΡΑΝΟΣ» με τους γιαπωνέζους να πολεμάνε αμερικάνους πεζοναύτες στη ζούγκλα της Βιρμανίας, αυτές που καταβροχθίζω με τη σέσουλα. Έχει κάτι μακριές, βαθιές ρυτίδες στα μάτια που φτάνουνε μέχρι τον κρόταφο. Όταν μιλάει τα μάτια του γίνονται δύο σχισμές. Με το που βλέπει ότι εντυπωσιάζει τον περίγυρο των καλεσμένων με το τρικ της φωτεινής επιγραφής (την έχει ανάψει ο γιος του με διακόπτη, έχοντας βγει κρυφά στο κρύο μπαλκόνι όσο κρατάει η αντίστροφη μέτρηση) γελάει βροντερά και μοστράρει δύο σειρές μακρόστενα δόντια. Έχω πειστεί. Υπάρχουν άνθρωποι με γιαπωνέζους προγόνους στην Ελλάδα κι ένας απ’ αυτούς είναι ο κύριος Γκ. που μας φιλοξενεί. Το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς κυλιέμαι στα κρύα μαύρα μάρμαρα του σπιτιού, παίζοντας αφοσιωμένος με τα πλέϋ-μομπίλ. Τα παιδιά του κυρίου Γκ. είναι δύο-τρία χρόνια μικρότερα μου και δεν υπάρχει η παραμικρή ελπίδα να επικοινωνήσω, πόσο μάλλον να παίξω.
 
«Καλά, τώρα... Μήπως τα επόμενα χρόνια μπορούσες να επικοινωνήσεις;» ακούω το πνεύμα κάπως πιο σαρκαστικό απ΄όσο θά’ πρεπε. Είναι δίπλα μου και ανοίγει τη ζελατίνα από ένα πακέτο πράσινα “Mistral”, σαν αυτά που κάπνιζε ο παππούς μου, πριν το κόψει.  «Είσαι σκληρόπετσο για πνεύμα», του λέω, αλλά δεν το εννοώ. «Άρχισες τα παιχνίδια». «Παιχνίδια; Θες να θυμηθείς κάτι δικά σου παιχνίδια; Για έλα να πάμε λίγο πιο μετά».
 
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ. Ξαφνικά, κάνει κρύο. Η χειμωνιάτικη υγρασία της παραλιακής πόλης που σου τσακίζει τα κόκκαλα. Φοράω το αδιάβροχο μπουφάν με τη γούνινη επένδυση και την κουκούλα, που μού’ χει φέρει ο θείος από την Αμερική, με το αστέρι της μέσα σε κύκλο στο μπράτσο και την επιγραφή “USAF”, που συνέχεια τη στραβοκοιτάει ο πατέρας μου. Χριστούγεννα του ’80 είναι, ρε. Να, η θεία η Ειρήνη μας πάει με τα ξαδέρφια να μας πάρει δώρα για τα Χριστούγεννα. Έχει ανοίξει ένα μαγαζάκι – τρύπα, τρεις γωνίες παρακάτω, που πουλάει χίλια δύο παράξενα είδη, ρούχα, μπρελόκ, επιτραπέζια, κουκλάκια, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Και δεν τα βρίσκεις πουθενά αλλού στα παιχνιδάδικα του κέντρου. Τό΄ χει ένας σαραντάρης, με ξεπλυμένα μάτια, ευγενική φαλάκρα και μια ασήκωτη αμερικάνικη προφορά στα ελληνικά του. Έχει έρθει από τον Καναδά, έλληνας του εξωτερικού. Φοράει συνήθως κάτι πολύχρωμα καρώ πουλόβερ με φερμουάρ. Από Αμερική έχει φέρει όλα αυτά τα καλούδια που τον περιστοιχίζουν. Είναι η εποχή του «Μπακ Ρότζερς», του «Σταρ Τρεκ» και του «Γκαλάκτικα». «Διαστημόπλοιο Γκαλάκτικα», το αγαπημένο μου σήριαλ. Το παίζει τις Κυριακές το απόγευμα στις 7:00 και δεν το χάνω με τίποτα. Μέσα στο στενό μαγαζί, ανάμεσα από Μονόπολες, πλαστικά τόμυγκαν και μάσκες του Μπόζο, στριμωγμένες σε συσκευασίες με Αμερικάνικες ετικέττες, βρίσκονται όλες τα μικρά κουκλάκια. Είναι οι φιγούρες των ηρώων του Γκαλάκτικα. Διαλέγω τον Κάπταιν Απόλλο, τον πρωταγωνιστή. Η διαστημική του στολή είναι ό,τι πιο μοντέρνο έχω δει. Στενό παντελόνι, μπότες, μια κοντή μπέρτα – όλα σε αποχρώσεις του καφέ - και μαλλί μέχρι τον ώμο. Όλες τις διακοπές των Χριστουγέννων τον σκαρφαλώνω στα έπιπλα, τον κρύβω στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, τον βάζω να τρέχει και να σέρνεται. Είναι δύσκολο όμως να τον συνδυάσω με τα άλλα μου τα παιχνίδια. Δεν έχω ας πούμε τον Κομμάντερ Αντάμα ή τον Λιουτέναντ Ζακ. Δεν μπορούνε να τον κυνηγήσουνε τα συναρμολογούμενα αεροπλάνα μου, ούτε χωράει να μπει στα κόκκινα matchbox και να τρέξει σε αγώνες. Ο ήρωάς μου καταλήγει να περιφέρει την ατσαλάκωτη αυταρέσκειά του μόνος, ανάμεσα σε μπάλες από το δέντρο, Άγγλους στρατιώτες από την απόβαση της Νορμανδίας, Άφρικα Κορπς και πλαστικούς Αη-βασίληδες διακοσμητικούς, που έχουνε γεμίσει το σαλόνι.
 

 
«Πρέπει να το ομολογήσεις», ακούω το πνεύμα να φυσάει τον καπνό. «Είχες κάποιο ταλέντο να διαλέγεις αταίριαστα παιχνίδια».
«... Άστ’ αυτά, για πες μου εσύ. Δεν κρυώνεις να κυκλοφορείς έτσι νεγκλιζέ;». Πνεύμα – ξεπνεύμα, δε θα το αφήσω να μου λέει και μαλακίες. Ένα απόκοσμο μειδίαμά του με αφοπλίζει. «Εσύ είσαι αυτός με τις πυτζάμες, εγώ δεν έχω ανάγκη. Θες ένα;», κάνει και τείνει το πακέτο. «Άσε. Είμαι μικρός ακόμα».
 
«Πάντα κάτι τέτοια έλεγες. Όπως τότε που ανακάλυψες ότι είσαι πολύ μεγάλος για να βγεις να πεις τα κάλαντα». Τί να του πω, έχει δίκιο. Μέχρι την Πέμπτη Δημοτικού ντρέπομαι να βγω «να τα πω». Χρόνια με σπρώχνει η μάνα μου και ’γω κρύβομαι, γκρινιάζω, βρίσκω δικαιολογίες, πέφτω σε μυστικές καταθλίψεις που δε μπορώ να αποφασίσω να κάνω αυτό που κάνουν οι περισσότεροι συμμαθητές μου. Όταν το αποφασίζω για πρώτη φορά, είμαι λίγο πριν κλείσω τα δέκα. «Πρέπει πάντως να μου αναγνωρίσεις ότι όταν το αποφάσισα, του έδωσα και κατάλαβε», πετάω για να κοντράρω το πνεύμα. «Πήγα και Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά». «Μαλάκα», λέω μέσα απ’ τα δόντια μου, σίγουρος όμως ότι το άκουσε.
 
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ. Χριστούγεννα του ’81. Πάλι σκοτάδι. Ζέστη όμως αυτή τη φορά. Μυρωδιά από πατατάκια και παλιά ψευτοβελουτέ υφάσματα. Είναι προπαραμονή, 23 Δεκεμβρίου, έχουν κλείσει τα σχολεία και είμαστε με τον πατέρα και τον αδερφό  σινεμά. Στον εξώστη του σινεμά, λόγω ότι η πλατεία γεμάτη. «Θου – Βου, Ο Φαλακρός Μαθητής». Τα αστεία είναι αναμενόμενα, σχεδόν ίδια με τα μαυρόασπρα που έχουμε δει τόσες φορές τα μεσημέρια της Κυριακής στην τηλεόραση. Παραμονή Χριστουγέννων κανονίζω να πάω για κάλαντα με τον Λευτέρη. Ξυπνάμε πρωί, έρχεται και με παίρνει απ΄το σπίτι. Κινούμαστε μεταξύ γνωστών και συγγενών, άντε και σε μερικές πολυκατοικίες κεντρικά, κοντά στα μαγαζιά. Λέμε ότι κάναμε «καλή μπάζα»,  αλλά κάτι μου λείπει. Λέω στο Λευτέρη για παραμονή Πρωτοχρονιάς να μην με υπολογίζει, δεν ξαναπάω. Τις επόμενες μέρες όμως με πιάνω να κάνω πρόβες στα κάλαντα με τον ξάδερφό μου. «Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά» και τα ρέστα. Η φωνή μου ηχεί μέσες-άκρες στο σωστό τόνο, αλλά δεν είμαι και σίγουρος. Αυτή τη φορά το σχέδιο είναι να μη μείνουμε σε συγγενείς, αλλά να χτυπήσουμε κι από ξένες πόρτες όσες πιο πολλές μπορούμε. Ξεκινάμε την παραμονή, εφτάμισυ το πρωί. Κρατάμε κι οι δύο τρίγωνα κι αλωνίζουμε. Ανεβαίνουμε σε άγνωστες πολυκατοικίες, ξεκινάμε από τον τελευταίο όροφο και κατεβαίνουμε, πότε με τις σκάλες, πότε με τ’ ασανσέρ. Μυρωδιά από πετρέλαιο θέρμανσης, κάτι ψεύτικες νιφάδες ή κανας σκούφος κρεμασμένος έξω απ’ τις πόρτες των διαμερισμάτων. Μερικές νοικοκυρές μας κερνάνε κουραμπιέδες, αξύριστοι παπούδες μας βγάζουν μελομακάρονα. Το πιο καλό χαρτζιλίκι από άγνωστο (όχι συγγενή, ούτε οικογενειακό φίλο) είναι το ένα τάληρο. Γύρω στο μεσημέρι, χωρίς να έχουμε περάσει από τους συγγενείς έχουμε μαζέψει περίπου 3.000 δραχμές. Και θα πάνε σε καλή μεριά, καθώς αυτή τη φορά ζαχαρώνω τη σειρά από φιγούρες και σκάφη της σειράς που είναι η πώρωσή μου. Της «Μάχης των Πλανητών», την παίζει Δευτέρα με Σάββατο, έξι το απόγευμα. Μέχρι και περιοδικό «Ομάδα Τζι» βγαίνει, ένα κάθε μήνα. Με τα λεφτά από τα κάλαντα παίρνω ένα απ’ τα οχήματα εδάφους της «Ομάδας Τζι», κάτι μεταξύ τσοπεριάς και διαστημικού λεωφορείου. Οι δύο βασικοί ήρωες (από τους πέντε «Τζι») είναι ο Μαρκ και ο Τζέϊσον. Καθώς πάντα προκύπτει ένα θέμα ανάμεσα σ’ εμένα και τον ξάδερφο ποιός θα είναι ποιος όταν παίζουμε «Μάχη Των Πλανητών», προσπαθεί να με πείσει να μην πάρω κανένα από τα δύο. Τελικά επιμένω και παίρνω αυτό του Μαρκ και κείνος του Τζέϊσον. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάνει τόση βαβούρα, αφού όλο τη σνομπάρει τη λατρεία μου στην «Ομάδα Τζι». 
 

«Κάποια στιγμή έπρεπε να ξεμπερδεύεις μ’ αυτά», ακούω το πνεύμα.
«Με τις φιγούρες; Τελευταία φορά ήτανε εκείνη τη χρονιά».
«Με τα ξαδέρφια σου, εννοώ».
«Βιτριόλι σκέτο είσαι ρε πνεύμα. Αλλά στην ερίπτωση αυτή τουλάχιστον σου δίνω δίκιο εκατό τοις εκατό».
«Σου πήρε καιρό. Για θυμήσου τα Χριστούγεννα του ’82…».
 
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ. Εκείνη τη χρονιά την αναγνωρίζω. Γιατί ξέρω περισσότερο από ποτέ τί θέλω για Χριστούγεννα. Το Subbuteo. Το λιγουρεύομαι από τότε που το είδα στρωμένο σ’ ένα πάτωμα το καλοκαίρι. Φαντάζομαι πώς θά’ ναι, να’ χω στρωμένη στο σαλόνι την τσόχα, τα τέρματα, το σετάκι με τις τρεις μπάλες, τις ομάδες με τα πραγματικά τους χρώματα και να κάνω αγώνες, πρωταθλήματα, Μουντιάλ, Κύπελλα Εθνών. Πάω πάλι με τον ξάδερφο για τα κάλαντα και γυρίζουμε με μπάζα διπλάσια από την περσινή. Όμως, ενώ το απόγευμα τη μοιράζουμε δραχμή – δραχμή και συζητάμε τί θα αγοράσει ο καθένας, αρχίζει να παίζεται μια ολόκληρη ιστορία για «να μην το πάρω το Subbuteo», να το πάρει εκείνος. Πέφτουν απάνω μου και τα δύο μου τα ξαδέρφια να με πείσουνε να πάρω ένα αντιτορπιλικό, μοντέλο της matchbox. Για κάποιο λόγο δε θέλουνε με τίποτα να πάρω το Subbuteo. Από μέσα μου έχω στραβώσει απερίγραπτα. Λέω «όχι ρε, δεν θα μου αλλάξουν αυτοί μυαλά, χωρίς λόγο». Έτσι κι αλλιώς δεν ασχολούνται με μπάλα, τί τους νοιάζει; Αφού το ξέρουνε μήνες ότι την έχω δαγκώσει με την ιδέα. Έχω τη μεγαλύτερη συλλογή από χαρτάκια, ξέρω όλες τις συνθέσεις των μεγάλων ομάδων απ’ έξω. Κι όμως, θέλουνε να το πάρουνε πρώτοι, να το έχουν αυτοί. Μου την πέφτουνε τρομερά. Στην αρχή με επιχειρήματα, στο όνομα μιας ηλίθιας ιδέας, «να μην παίρνουμε όλοι τα ίδια παιχνίδια», να το κανονίζουμε να παίρνουμε διαφορετικά, για να «παίζουμε άλλα πράγματα στο σπίτι μας και άλλα στο δικό σου». Μετά με «όχι, δε θα το παίρεις, δεν κάνει για σένα». Σπάζομαι, κοντεύουμε να τσακωθούμε. Στο κάτω - κάτω, «πάρτε και σεις μια τσόχα και άλλες ομάδες, για νά’ χουμε να αλλάζουμε», τους πετάω. Στυλώνω πόδια και δεν με κουνάνε με τίποτα. «Δικά μου δεν είναι τα λεφτά; Θα κάνω ό,τι γουστάρω», λέω στο τέλος ταραγμένος, για να λήξει η κουβέντα.



Οι πρώτες ομάδες που παίρνω είναι η Boca Juniors και η Austria Vienna. Η τρίτη, λίγο μετά τα Χριστούγεννα, η Nottingham Forest, που έχει φοβερή λεπτομέρεια στη στολή, με λεπτές ρίγες πάνω στην κόκκινη φανέλα - την κάνεις άνετα και Ολυμπιακό. Λίγο μετά, παίρνω και τη σκωτσέζικη Hibernian, που μοιάζει με Παναθηναϊκό και την Γιουβέντους, που άνετα την κάνω ΠΑΟΚ, με τις μαύρες ρίγες στις άσπρες φανέλες. Για τα επόμενα χρόνια, τα παντελόνια λιώνουνε στα γόνατα από το γονάτισμα. Στρώνω την τσόχα και περνάω ώρες παίζοντας πρωταθλήματα, άλλοτε αυτοσχέδια, δικά μου, άλλοτε τουρνουά μ’ όποιο παιδί έρχεται σπίτι μου. Το ’84 παίρνω και τον κανονικό Ολυμπιακό. Την Ιταλία, την Δυτική Γερμανία, τη Νάπολι, τη Ρεάλ, την Αργεντινή, την Αγγλία, τη Λίβερπουλ, τη Μάντσεστερ. Αποκάλυψη όταν βγαίνουν τα αυτοκόλλητα νουμεράκια, που τα βάζεις στις πλάτες των παιχτών. Μετά έρχονται οι πίνακες για τα σκορ, οι διαιτητές, οι αραουτίστες (οι μόνοι που δεν αξίζανε). Subbuteo. Σ΄όλη την παιδική μας ηλικία, το πιο συμμετοχικό παιχνίδι στο πραγματικό ποδόσφαιρο, όπως το βλέπαμε στις αθλητικές εκπομπές και τις μεταδόσεις της ΕΡΤ.
 

«Μας κούρασες», ακούω κάπως δύσθυμο το πνεύμα. «Τριάντα έξι χρόνια κολλημένος με το τόπι και δεν έχεις πάρει πρέφα ότι είναι το πιο στημένο πανηγύρι από καταβολής κόσμου».
«Πνεύμα, με όλο το σεβασμό, προδόθηκες. Είσαι κρυφοβάζελος», τοπθετούμαι όσο πιο ευγενικά μπορώ. «Δεν μπορείς να καταλάβεις ότι κάτι τέτοιες αναμνήσεις και κάτι τέτοια παιχνίδια σε δένουνε με το ποδόσφαιρο και σ’ ακολουθούνε μια ζωή;»
«… Αυτά είναι δικά σας θέματα, εμείς δεν έχουμε ανάγκη τις αναμνήσεις», ακούστηκε σα θρόϊσμα από το επέκεινα. Πατάει με το γδαρμένο γαλάζιο πατούμενο τη γόπα, με ακουμπάει στον ώμο, τινάζει τα φτερά και το τοπίο αλλάζει.   
 
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ. Ένα μόλις Σαββατοκύριακο πριν τα Χριστούγεννα του ’83. Δίνω γραπτές εξετάσεις για το Lower του Michigan. Πάω Αθήνα, μένω τρεις μέρες στο σπίτι της αδερφής της θείας μου, στη Χέϋδεν. Παίζω σαν τρελός ένα μικρό ηλεκτρονικό ποδοσφαιράκι τσέπης, που το έχουν πάρει δώρο στο επτάχρονο ανιψάκι της θείας μου. Τι PS-3, Χ-ΒΟΧ, μιλάμε για την απόλυτη αποκάλυψη. Οι εξετάσεις του Lower γίνονται σε δύο δόσεις, Παρασκευή και Κυριακή. Το Σάββατο το βράδυ ο θείος Τ. με πάει βόλτα στην Πανεπιστημίου και με κερνάει λουκουμάδες στο «Αιγαίον». Σειρές από τα φώτα μέσα στη νύχτα και γω να κοιτάω σα χαμένος. Ρωτάω ξανά και ξανά ποιοί δρόμοι φεύγουν από την Ομόνοια και πού καταλήγουν. Αυτό θα είναι η Αθήνα για μένα, μέχρι να πάω εκεί, πέντε χρόνια μετά: τρεις φαρδιοί δρόμοι με τα φώτα πολλά, ψηλά και άπιαστα, παράλληλοι ο ένας με τον άλλο και στη μέση του ενός απ’ αυτούς, ένα φοβερό λουκουματζίδικο. Την επόμενη μέρα, οι εξετάσεις δεν είναι «στην Αμερικής», αλλά σε κάποιο άλλο σχολείο, στο Παγκράτι. Ξεχνάω την οδό και τελευταία στιγμή ο θείος οργώνει την Αθήνα για να με φτάσει στην ώρα  μου. Είμαι ο μικρώτερος απ’ όσους συμμετέχουν. Ξέρω ότι τα έχω πάει καλά. Ώρα να ασχοληθώ με τα πράγματα που πραγματικά μου κεντρίζουν το ενδιαφέρον, όπως η μουσική.


 
«Με παιδεύεις. Μεγάλωσέ με λίγο. Πάμε παρακάτω…»
«Μην είσαι ανυπόμονος. Δικές σου είναι οι μνήμες, δεν θα πάνε πουθενά. Και με το μαλακό. Κι εγώ το έργο μου επιτελώ. Και μάλιστα κατά ρητή εντολή».
«Εντολή ποιού;»
«Σιγά – σιγά θα μας πεις ότι δεν έχεις διαβάσει και θρησκευτικά. Έχεις γίνει τόσο θρασόμουτρο, που σε λίγο θα μας πεις ότι ο Τσαρλς Ντίκενς παίζει έξω αριστερά στη Γουέστ Χαμ». Το πνεύμα ξέρει πολλά.  
 
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ. Συννεφιά. Γρύλισμα Φορτηγών. Ψύχρα, αλλά αντέχεται. Με βλέπω. Φοράω το κυπαρισσί πουλόβερ πλεχτό απ’ τη μάνα μου και από πάνω το μπλε αδιάβροχό μου. Περιφέρομαι στη νησίδα της Βασιλέως Κωνσταντίνου. Παραμονές Πρωτοχρονιας του ’84. Βαριεστημένος, κατσούφης και με το μυαλό κολλημένο σ’ ένα κορίτσι που πίστευα αδύνατο να ξαναδω, έχω βγει το μεσημέρι μια βόλτα χωρίς σκοπό. Έχω ανεβεί την Αράτου και έχω στρίψει δεξιά προς το Γαλλικό Ινστιτούτο. Περπατάω στο στενό πεζοδρόμιο της νησίδας, λίγο μετά την κεντρική πλατεία. Στη γωνία, το περίπτερο του Σάμη του κουτσού. Αρχίζει να βρέχει. Από συνήθεια χρόνων, πάω κοντά στα σκουριασμένα σταντ κι αρχίζω να κοιτάω τα περιοδικά. Βρίσκω ένα που λέγεται «ΤΟΠ ΚΑΙ ΣΤΙΧΟΙ». Στο πρωτοσέλιδο ένα κολλάζ με τα μουσικά αστέρια του ’84. Την προσοχή μου αποσπάει το τσιτωμένο μπλουζάκι και τα ξεκούμπωτα χείλια της Tina Turner. Κάνει 15 δραχμές. Το τραβάω από τα σύρματα, το πληρώνω χώνοντας το χέρι μου στο γυάλινο τασάκι πού΄χει ο Σάμης για τα κέρματα, το διπλώνω και το βάζω κάτω απ’ το αδιάβροχο. Κατά σύμπτωση, λίγες μέρες πριν, έρχονται στα χέρια μου δύο 60άρες κασσέτες, γραμμένες από το ημιϋπόγειο δισκάδικο στην χαμηλά στην Κύπρου. Εκεί μέσα είναι όλα τα «hits». Είναι δύο από αυτές τις γκρι σκούρες Μaxell, με το «D60» γραμμένο κόκκινο στο πλάι. Η πρώτη έχει όλο το Top 85, το δίσκο «που διαφημίζεται και στην τηλεόραση», χωρίς να γράφει πουθενά απ’ έξω τίτλους τραγουδιών. Η δεύτερη είναι γραμμένη όλη με mix και ξεκινάει με “Big In Japan” και καπάκι “Lost In The Night”. Τις έχω ακόμα. Ανακαλύπτω ότι το «ΤΟΠ ΚΑΙ ΣΤΙΧΟΙ» έχει τους στίχους από τα περισσότερα κομμάτια που είναι μέσα στις κασσέτες. “What’s Love Got To Do With It”, “Pride (In the Name Of Love”), ”Missing You”. Από κείνα τα Χριστούγεννα η μουσική τρύπωσε στον εγκέφαλο για καλά.
«Δεν πιστεύω τώρα που μου άρχισες τις βόλτες ναα μου πεις τώρα ότι ο χρόνος μου τέλειωσε, όπως στην ιστορία με τον Σκρουτζ;»
«Είπαμε, έχουμε χρόνο…» με καθησυχάζει το πνεύμα. «Πάμε στα Χριστούγεννα του Λυκείου. Στη χρονιά του Live Aid».
«Και της γκολάρας του Νόρμαν Γουάιτσάιντ στον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας, Μάντσεστερ – Έβερτον», συμπληρώνω.
«Δεν αντέχεσαι με τις εμμονές σου με το τόπι. Αλλά πάμε».
 
 

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ. Ζεστασιά από χειμωνιάτικο ήλιο. Αέρας έρχεται με φόρα στο πρόσωπο. Είμαι πάνω στο κόκκινο Πεζώ μου και κατεβαίνω με το ποδήλατο την κατηφόρα του συνοικισμού. Στο ένα χέρι τα βιβλία, στο δεξί το φρένο, το μόνο από τα δύο που πιάνει. Ένας καινούριος κόσμος. Καινούριο σχολείο, καινούριο τμήμα, με καινούριους φίλους από το καλοκαίρι, με άπειρες καινούριες συμμαθήτριες γύρω - γύρω και με βαθμούς υπερβατικούς για το πρώτο τρίμηνο, είναι Δεκέμβριος και είμαι ανεβασμένος του κερατά. Έχω τρεις κολλητούς που τους ξέρω μήνες κι είναι σα να τους ξέρω χρόνια. Για να προλάβω το βαρύ πρόγραμμα των φροντιστηρίων (Μαθηματικά, Φυσική / Χημεία, Αρχαία, Γαλλικά), αλωνίζω κάθε μέρα με το ποδήλατο πάνω – κάτω στον συνοικισμό, στο κέντρο και πάλι πίσω. Έχουν αρχίσει και κάτι φοβερά πάρτυ (Αντρέα και Νίκου κυρίως). Στις 20 Δεκεμβρίου, Παρασκευή, γίνεται γιορτή στο Ινστιτούτο Γαλλικών. Καταφθάνω εννιάμισυ, κατεβαίνοντας από συνοικισμό, απ’ φροντιστήριο της Κικής. Δένω το Πεζώ στη σκάλα της εισόδου, όπως πάντα. Μουσική από πάνω. Τα τμήματα των πιο μικρών έχουνε στήσει μια καλούτσικη ηχητική εγκατάσταση. Στην πίσω αίθουσα, με την επένδυση από φορμάϊκα και τη τζαμαρία να βλέπει στην Εθνική οδό, βρίσκω πλαστικό ποτήρι και το γεμίζω με κόκα κόλα. Κανένας φίλος δεν είναι εκεί. Πιάνω κουβέντα με τον Κωστάκη τον Π. και τον ξαδερφό μου. Με το που βάζει το Rough Boy των ZZ TOP, τη βλέπω».
 
 

«Ξέρεις πολύ καλά ότι ιστορίες που μπορεί να αφορούν πρόσωπα γνωστά σε ζώντες και ακμάζοντες δεν μοιραζόμαστε» με κόβει το πνεύμα. «Εκεί μέσα δεν πέρασες και κάποιες άλλες στιγμές και την επόμενη χρονιά, απ’ αυτές που σ’ αρέσει να τις θυμάσαι σαν ’’αξέχαστες’’;»
«Και πάλι σεμνύνομαι, αλλά όταν σαρκάζεις, αξιότιμο πνεύμα, με κάνεις να μη γουστάρω μία. Ξέρεις, εδώ και χρόνια επειδή σαρκάζω κατ’ επάγγελμα, μπορώ και πληρώνω ένα κάρο λογαριασμούς. Οπότε να μην παραβγούμε. Εξάλλου, είναι unfair η κόντρα με άϋλα όντα χωρίς νομική ευθύνη και χωρίς προσωπική περιουσία. Για μαζέψου. Εσύ υποτίθεται, πνεύμα, είσαι ευγενικό».
«Αν συνεχίσεις, μπορώ να αποχωρήσω όπως ήρθα».
 
Έχει δίκιο. Μέσα σ’ αυτό το τριώροφο του Γαλλικού Ινστιτούτου έγιναν πολλά και ωραία τον Δεκέμβριο της Δευτέρας Λυκείου. Στην αρχή κάτι κλεφτές ματιές από απόσταση, μετά μια δήθεν τυχαία συνάντηση, η σύγχιση στα εσώψυχα, οι εξομολογήσεις και τα λοιπά και τα λοιπά. 5 Δεκεμβρίου που κάνουμε χορό στη Flash, νωρίτερα το απόγευμα, κατά την επικής διαχρονίας φράση της εποχής «τά’ χουμε φτιάξει».

 
ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ. Να, μετά, στις 28 Δεκεμβρίου, μας ξαναβλέπω. Είμαστε οι τέσσερις κολλητοί, γελάμε με την καρδιά μας, πάνω απ’ όνα τραπέζι στο «Παρκ», όλο ανασκοπήσεις και όρκους φιλίας. Δεν θ’ αντέξουν ούτε πέντε μήνες. Τέσσερις είμαστε πολλοί για σκληρό πυρήνα, κι αυτό αποδεικνύεται δεύτερη χρονιά στη σειρά, αφού ο ένας πάλι θα την κάνει για μια γκόμενα και θα μείνουμε τρεις. Χριστούγεννα με μια απόμακρη ζεστασιά, για τα καλύτερα που, δε μπορεί, έρχονται, με «HITS 5» και κυρίως, με «Νο Remorse», «Back In Black» και «Somewhere In Time» να παίζουν στο Πανασόνικ του δωματίου στο φουλ. Βλέπω την πιο βαρετή αλλαγή χρόνου σ’ ένα κρύο εξοχικό συγγενών, να έχω μπαφιάσει σε μια γωνιά, ενώ οι «μεγάλοι» χορεύουν νησιώτικα, ζεμπεκιές και μετά τανγκό. Κάνει βρωμόκρυο και η τηλεόραση έχει στην ΕΡΤ-1 αθλητική ανασκόπηση (που δεν καίγομαι να να δω, μετά από κείνον τον τελικό κυπέλλου και την τεσσάρα που φάγαμε από το βάζελο) και στην ΕΡΤ-2 σε κονσέρβα το Φεστιβάλ Σαν Ρέμο. Ξεπέφτω στο Σαν Ρέμο, σε μια μικρή τηλεόραση με παράσιτα, την ώρα που στο σαλόνι αρχίζουν οι Νταλάρες. Το καλύτερο του Σαν Ρέμο, ο Robert Palmer και το Addicted To Love.


«Δεν μπορείς να τά’χεις όλα. Εκείνα τα Χριστούγεννα, είχες το κορίτσι».
«Ναι, το καλύτερο δώρο... σαν από τον Αη-Βασίλη»
«Ο οποίος, σημειωτέον, δεν υπάρχει».
«Λυπάμαι που το λέω, αλλά ένα τόσο κωλοαντιδραστικό πνεύμα δεν το περίμενα. Δε χρειάζονται κυνισμοί με τους θνητούς, ληστεύεις εκκλησία».
Με κόβει μ’ ένα βλέμμα απ’ το υπερπέραν. Η ηρεμία του, εκνευριστική. «Κάτι μου λέει ότι και την επόμενη χρονιά που τα είχες όλα, και ξέρεις τί εννοώ, πάλι κάτι σού’λειπε».
«Μπορεί… όμως το ’86 δεν ξεχνιέται. Από τον Ντιέγκο Μαραντόνα μέχρι το “Walk Like An Egyptian” έσκαγα από χαρά και δεν μπορούσα να το μοιραστώ με κανέναν. Δεν είναι φρίκη; Και κάνε μου τη χάρη, πνεύμα, κάνει βρωμόκρυο σ΄αυτό το το εξοχικό».
«Μεγάλες κουβέντες. Δεν τις παίρνω στα σοβαρά. Θα τις θεωρήσω αυτοκριτική για την ανίερη γκρίνια που σε διακατείχε πολλές άλλες χρονιές, πριν και μετά». Πιο κυνικό και σκατόψυχο πνεύμα δεν θυμάμαι να υπάρχει, μα όλα τα στοιχειά που φαντάστηκε ο Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον μαζί.
 
ΣΚΗΝΗ ΕΝΑΤΗ.
«Πάμε ’87» ακούω το πνεύμα. Τσαλακώνει το πακέτο Mistral στα χέρια του. Μάλλον βιάζεται. Του τη βγαίνω. Άσε, ρε πνεύμα. Από κει και μετά θυμάμαι και θυμάμαι καλά. Αρχές Δεκεμβρίου πάμε εκδρομή με το σχολείο στην Αθήνα. Παίρνω από το Happening τα δύο πρώτα των Metallica. Έχω ήδη πάρει το Master Of Puppets και το Garage Days Re-revisited τον κάτι βδομάδες πριν. Πωρώνομαι, σε τέτοιο σημείο, που, ανήμερα τα Χριστούγεννα, μετά το παραδοσιακό φαγητό με τους συγγενείς, ζητάω στο ξαδερφάκι μου να μου γράψει μια ολόκληρη ενενηντάρα, με επιλογή από τους τέσσερις δίσκους. Τη σειρά την ετοιμάζω στο σχολείο από μέρες. Ανήμερα τα Χριστούγεννα απόγευμα, πάω στο φοβερό και τρομερό «Angel Heart», στον Απόλλωνα. Αν και το τέλος είναι τόσο ανατριχιαστικά αποκαλυπτικό που δεν προλαβαίνω να το καταλάβω ακριβώς, είναι το καλύτερο θρίλερ που έχω δει. Ανάμεσα σε δεκάωρα διαβάσματα, σπάω τη μονοτονία, ακούγοντας το «NATIN-FATIN» του Χάρρυ Κλυνν και τη διπλή κασσέτα «Hits 7». Tελευταία μέρα του χρόνου, τo μεσημέρι, κάνουμε βόλτα με τον Κώστα στο κέντρο της πόλης, σ’ έναν απολογισμό χρονιάς που θα γίνει για χρόνια η ετήσιά μας συνήθεια, περιφρουρούμενη με κάθε τρόπο. Με το που τελειώνει η βόλτα, παίρνω από τον Σπάϊρους τον Ζλεγιέρ την κασσέτα με το Hysteria των Def Leppard.



Το απογευματάκι, το ακούω καθώς με παίρνει ο ύπνος στα γουώκμαν και γουστάρω, αν και μου φαίνεται πολύ ελαφρύ για τα γούστα μου. Έχει τρομερή παραγωγή, ακούγονται μέσα διάφορες λεπτομέρειες. Το απόγευμα, σε κατάσταση γκανιάν, ζητάω από τον πατέρα να πιω ένα ουίσκυ με πάγο (κάγκελο η μάνα μου). Μου φέρνει ένα Ballantine’s με κάτι παγάκια τέλεια οκτάγωνα. Ήταν το πρώτο κανονικό μου. Το βράδυ, κάνουμε την αλλαγή του χρόνου, στα ξαδέρφια μου. Ξεγελάω την ασφυκτική πίεση των πανελλαδικών, με φοβερό γέλιο με τον Γ.Λ., άρτι αφιχθέντα από Αμερική. Αναμνήσεις από παλιές φάρσες που σκαρώνανε κι αυτοί στην ώρα του Σάκη του Κόλλια, γέλια μέχρι δακρύων και κουβέντα (στα διαλείμματα των δακρύων). Έχουν μαζευτεί πέντε – έξι οικογένειες, με παιδιά συνομήλικα. Η αποθέωση, μια παντομίμα με ταινίες που καταλήγουμε να παίζουμε για ώρες. Γνωρίζω τη (ας την πούμε) Μαρία, μια μαυροντυμένη οπτασία που μόλις έχει περάσει (ας πούμε) Φιλολογία. Ακούμε Fleetwood Mac, όλο το Tango In The Night. Το πρώτο κομμάτι που βάζω για το ’88 είναι το Fool For Your Lovin’ από το Live In The Heart Of The City. Φοβερή βραδιά εκείνη η αλλαγή του χρόνου. Σχεδόν ξέχασα ότι σε μερικούς μήνες έχω να δώσω πανελλήνιες.
 


ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ. «Είσαι σίγουρος ότι θες να δεις τα Χριστούγεννα του ’88;»
«Σου είπα, τα θυμάμαι όλα πολύ καλά...»
«Υπερφίαλε. Έλα να σου δείξω κάτι που έχεις ξεχάσει».
«Ωραία... αρχίσαμε τα μεταφυσικά».
Σκοτάδι. Νά’ μαι. Στο δωμάτιό μου, στο κρεββάτι ανάσκελα. Κλαίω;
«Είσαι ερωτευμένος μέχρι μαλακίας. Αυτά τα ξεχνάμε, έτσι;».
«Δεν ξέρω πού πρέπει να σου κάνω αναφορά, πνεύμα. Αλλά βάλε στοίχημα ότι αν το βρω, θα σε κυνηγήσω μέχρι τον αντίστοιχο ανώτατο συμβούλιο των Χερουβείμ».
«Αυτοί είναι όλοι δικοί μας. Θα δικαιωθώ. ’’Πανηγυρικά”, έτσι δεν λέτε;»
Είμαι στο να φτύσω την αέρινη οπτασία με την γαλάζια κελεμπία κάμουτρα, γαμώ την αγανάκτησή μου. Για μια στιγμή, όμως.
«Τί είναι αυτό που έχω δίπλα μου, πάνω στο κρεββάτι; Γουώκμαν;»
«...»
«Ε, βέβαια... Το κόκκινο το Sony. Και κασσέτες. Crimson Glory το “Transcendence”, Ozzy, το “No Rest For The Wicked” και Kiss, το “Smashes, Thrashes & Hits”. Είσαι κατίνα, πνεύμα, μια χαρά ήμουν το ’88. Φοιτητής στην Αθήνα και όλα στα τέτοια μου για πρώτη φορά. Δεν κλαίω. Απλώς έχω συγκινηθεί απ’ τη μουσική...».
 

«Εθελοτυφλία. Γνώριμη ποιότητα στους ανθρώπους του είδους σου. Η αλήθεια είναι ότι ήσουν κομμάτια. Λένε για τα βέλη αυτού του “έρωτα”, αλλά πάντοτε έβρισκα μετρίως παραστατική την αναλογία. Μάλλον καδρόνια καρφώνει στις καρδιές σας. Απλώς είναι αόρατα στο δικό σας μάτι».
«Το παραδέχομαι.
«Θά’ ταν ηλίθιο, μετά τόσα χρόνια. Τα πρώτα σου φοιτητικά Χριστούγεννα τα πέρασες τιμωρημένος απ’ τον εαυτό σου. Γι’ αυτό και είχες κολλήσει με το Αncient Dreams των Candlemass. Κλασσική περίπτωση σύγχισης. Όλοι ξέρουν ότι το Nightfall είναι αξεπέραστο και μετά δεν αξίζει τίποτε απ’ ό,τι έχουν βγάλει. Ούτε το όνομά σου δε θυμόσουν από την καψούρα, ταλαίπωρε θνητέ. Όσο για τους Crimson Glory, το ξέρεις, πια και δεν μπορείς να κάνεις το κορόϊδο. Όλο το άλμπουμ είναι ηχογραφημένο με drum machine».
Ούτε ο Απόλλο Κρηντ τέτοια άπερκατ.
«Το έμαθα, πνεύμα, αλλά το ξεπέρασα. Νομίζω δηλαδή», ψελλίζω.
«Πολύ μετά το ξεπέρασες, αφού πρώτα χάσατε εκείνο το Πρωτάθλημα από το Γιδόπουλο. Μη με αναγκάσεις να σου θυμίσω σε τί κατάσταση είδες το 0-1 απ΄την ΑΕΚ με τον Καραγκιοζόπουλο...».
«Ε, καλά, τώρα το τερμάτισες. Είμαι σίγουρος ότι είσαι βαζέλα. Κάτω απ’ την ενάρετη νυχτικιά σου φοράς φανέλα Άρνε Ντόκεν. Ξεκόλλα, τα τραύματά μου δε σε αφορούν...».
«Δεν είναι νυχτικιά, ανάγωγο γαύριον...».
«Θέλω ’89, προχώρα...»
 
ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ. «Χαμογελάς. Αναμενόμενο».
«Ρε πνεύμα, αφού ξέρεις. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το αρχέγονο ρητό ‘’Rock N’ Roll All Night And Party Every Day”. Αυτό είναι που περιγράφει τα δικά μου Χριστούγεννα του ’89». Έχω πάρει τα πανω μου και ούτε που το προσέχω το πνεύμα. Βρίσκομαι στο φοιτητικό μου δωμάτιο, καθομαι στην άκρη του κρεβατιού και  μπροστά μου η φορητή JVC είναι ανοιχτή και παίζει ΜΤV.


 
Λίγες μέρες πριν έχει πέσει το τείχος. Κι όχι μόνο του Βερολίνου. Έχω αρχίσει να μένω σαββατοκύριακα στην Αθήνα. Αρχίζω πια να ζω σαν φοιτητής κανονικός. Πάω σε πάρτυ και σε club κατά κόρον, έχω πάει από Rich στα Πατήσια, Volcano στον Πειραιά, Paranoid στη Γλυφάδα. Βλέπω τις ταινίες την μία μετά την άλλη στο καπάκι, παίρνω κασσέτες συνέχεια (από Whitesnake μέχρι Overkill και Nuclear Assault) κάθε δεύτερη μέρα σε άλλη συνοικία σε φοιτητικό πάρτυ, κάθε τρίτη ξυπνάω και σε άλλο σπίτι. Μία εκδρομή πολύ κοντά στην πενταήμερη, Πήλιο με τη Νομική. Κρασιά, ούζα, μπύρες και σφηνάκια όλη μέρα και την επόμενη σα να μην τρέχει μία, μουσικές, συναπαντήματα, τρακαρίσματα και φιλίες που κρατάνε μέχρι και σήμερα. Όταν γυρίζω στα πάτρια εδάφη, όλοι οι κολλητοί είναι εκεί και βρισκόμαστε, πάντα με κανόνα να τα κάνουμε όλα ίσωμα. Δεν υπάρχει πλέον σχολείο για να πρέπει να σηκωθείς το πρωί. Ανήμερα Χριστούγεννα βλέπω το «Batman». Βράδυ Πρωτοχρονιάς στο Λουτράκι με Κώστα στο Jimmy’s Place. Στο Harlem Shuffle, γίνεται χαμός. Ποτό μας το Black Russian, μία δεκαετία πριν το καθιερώσει στον κάθε ξενέρωτο ο Big Lebowski. Το ξενεροhit της εποχής είναι το Lambada και η τηλεόραση παίζει «Τρεις Χάριτες», σε θριαμβευτική επανάληψη. Τελευταίος Δίσκος της χρονιάς : Hot In The Shade – Kiss, ειδικά το Hide Your Heart, το λιώνω. Αλλά άλλο είναι το κομμάτι που σταμπάρει την εποχή. Άκου, μαλάκα πνεύμα, να μαθαίνεις...».

«Δε με χρειάζεσαι. Θέλω και τσιγάρα. Την κάνω. Και το νου σου. Τα Χριστούγεννα να τα γιορτάζεις. Κάθε φορά. Υπάρχει λόγος».
Πάω να του ζητήσω συγγνώμη για την αλαζονεία μου. Θέλω να κάτσει λίγο ακόμη.
«Γιατί να σου θυμίσω τα Χριστούγεννα του ’90; Αυτά μπορείς να τα πεις μετά από 30 χρόνια στον εξομολόγο σου, τρισάθλιε γαύρε».
Επ. Πού είσαι, πνεύμα;
Μου έχει ξανασυμβεί να ξεραθώ στην πολυθρόνα του σαλονιού, κάτω .
ΜΕ ΤΙΣ ΥΓΕΙΕΣ ΜΑΣ. ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ.

Παναγιώτης
Παπαϊωάννου