“We’ ve got to hold on to what we’ ve got” - 14.2.87.
Δευτέρα

13Φεβ

“We’ ve got to hold on to what we’ ve got” - 14.2.87.

Δημοσιεύθηκε από:

13/02/2017

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

Την είχε πρωτοδεί το Νοέμβριο στο φροντιστήριο, δυό μέρες μετά από κείνο το πλασσεδάκι του Άνετου στο 1-0 την ΑΕΚ μεσ’ το Ολυμπιακό Στάδιο, τα θυμόταν καλά κάτι τέτοια. Την τύλιγε ένας αέρας από αλλού, κανένας δεν την είχε δει να σουλατσάρει στην αυλή των γειτονικών Λυκείων.
Έσκαγε μύτη περπατώντας αγέρωχη, σα να πατάει στις μύτες ψάχνοντας για κάποιον μέσα στο πλήθος, κρατώντας τετράδια Άλγεβρας και βιβλία Γεωμετρίας όρθια αγκαλιά μπροστά στο στήθος της. Φόραγε πέτσινα – είχε κι ένα κόκκινο σαν της Τζόαν Τζεττ- από κάτω τζην παντελόνια ξεβαμμένα σε ποικίλες αποχρώσεις που τέλειωναν πάντα μέσα σε κάτι μοντέλα Κονβέρς, όλα ελαφρώς ταλαιπωρημένα. Λιγομίλητη και κάπως μπλαζέ, μαλλί καστανό ίσιο – κουρτίνα κανονική- να κρύβει τα μάτια άμφω, χείλη αυθαδέστατα. Ίδια η Κρίσσυ Άμφλεττ των Ντιβάϊνυλς.



Ένα απόγευμα Τετάρτης –το πρωί το επαναληπτικό διαγώνισμα Αρχαίων είχε από κάποια ιδιότροπη χρονική αντικατάσταση ανωμάλου ρήματος πάει αύτανδρο- την είδε να κάθεται όπως πάντα στο θρανίο της τρίτης σειράς, σταυροπόδι. Σαν από σπάσιμο στο ζόρι της ημέρας, κάπου ανάμεσα απ’ τα μηνίγγια ξεπήδησε απρόσκλητος ο Bon Scott – το πάθαινε αυτό κάτι φορές- με το “Can I Sit Next To You Girl?”. Το ρεφραίν όλο και δυνάμωνε, μέχρι που έπιασε τον εαυτό του να πλησιάζει από θέση έξω αριστερά και με το που έφτασε φάτσα στο τέρμα να της πετάει ένα «να κάτσω;» και να θρονιάζεται στην άδεια θέση δίπλα της. Η κουρτίνα αναδεύτηκε ελαφρά από τις βλεφαρίδες, αλλά η Κρίσσυ δεν έδειξε να τρέχει μία. Το διπλάρωμα ξανάκατσε και σιωπηρά παγιώθηκε. Έπεσε την επόμενη βδομάδα κι ένα τεστάκι, αντάλλαξαν με νοήματα και στα μουλωχτά κόλλες, οπότε θα μέναν αχρείαστες οι ατάκες γνωριμίας οι πατενταρισμένες από Ψάλτη και Φίνου. Σε δυό-τρεις βδομάδες άρχισαν τις κοπάνες και με το που ξεκίνησε η καινούρια χρονιά πήγαν στην «Αποστολή» με τον Ντενίρο και τον Τζέρεμυ Άϊρονς. 

Παρά τα μετρημένα της λόγια, η Τζίνα –το πραγματικό όνομα της τύπισσας- έδειχνε ξηγημένη. Μιλούσε με παύσεις που τις τέλειωνε με μια υποψία χαμόγελου «δεν ξέρω αν τό’ πα ακριβώς, αλλά κάπως έτσι τό’ χω στο μυαλό μου και μου φτάνει». Έπαιζε βόλλεϋ στην ομάδα του Λυκείου της, είχε μικρώτερη αδελφή, μαμά καθηγήτρια και αυστηρό μπαμπά που μετρούσε τις ώρες πού’ λειπε απ’ το σπίτι κάθε φορά - τα γνωστά. Υπήρχε όμως ένα μικρό πρόβλημα.
«Από μουσική, ακούω τα πάντα, ό,τι παίζει το ράδιο».
«Δηλαδή;»

Με μια συνοπτική ματιά στις κονκάρδες στο τζην του, εκείνη ζύγισε την απάντηση κάπως περιπαικτικά : «Όλα. Από Πασχάλη και Σαντέ κι από Σπαντάου Μπαλλέ μέχρι Νταλάρα. Μόνο χέβυ μέταλ δεν ακούω. Άντε, το πολύ Μπον Τζόβι». Την κοίταξε συγκαταβατικά, προσπαθώντας να μη δείξει ότι τού ’ρθε να χοροπηδήσει σαν τον Dee Dee Ramone που μόλις πέρασε πάνω απ’ το δεξί του Ωλστάρ τριαξονικό Σκάνια.
Απαξιούσε ν’ ασχοληθεί από την πρώτη στιγμή με το συγκεκριμένο γκρουπ. Από τότε που άκουσε για πρώτη φορά το “You Give Love A Bad Name”:  Ήταν το “If You Were A Woman and I Was A Man” της Μπόνι της Τάϋλερ, μασκαρεμένο με κιθάρες, λαμέ και απενοχοποιημένο σαν τραβεστί. «Ντροπή ρε μ@λ#κες που το λένε χαρντ ροκ αυτό!», είχε αποφανθεί στη συνέλευση της εκτελεστικής επιτροπής ανιάτων μεταλλοπαθών της Δευτέρας Λυκείου, κρατώντας μια σκισμένη σελίδα από το «Heavy Metal», του τεύχους Ιανουαρίου ‘87, με τη φάτσα του Jon Bon Jovi πάνω. Μια φορά τη βδομάδα, κάθε Παρασκευή, μαζεύονταν μετά την τελευταία ώρα, βγάζαν απ΄τις σάκκες περιοδικά κι αφίσσες, μοιράζονταν μουσικά νέα πού’ χανε κυκλοφορήσει στόμα με στόμα κι αλλάζανε κασσέττες, γραμμένες και εταιρίας, από Venom μέχρι Van Den Graf Generator.
«Πάνε να το ξεφτιλίσουνε το μέταλλο, ρε μ@λ#κες, τί ’ν’ αυτές οι φλωργιές;». Οι Bon Jovi είχαν με συνοπτικές διαδικασίες επικηρυχθεί.


Η χαμογελαστή φάτσα του Jon είχε όμως αρχίσει να ξεμυτίζει από παντού. Σα μοντέλο σε διαφήμιση οδοντόπαστας, με περμανάντ – λεοντή και σε διάφορες curious poses (πού’ λεγε κι ο Prince). Πάνω στη σκηνή, δίπλα σε μοτοσυκλέτα, να σηκώνει τους γιακάδες, να σουφρώνει χείλι, οι πόζες του τύπου κατάφεραν σε μερικούς μήνες αυτό που δεν είχαν μπορέσει όλα τα άλλα συγκροτήματα μαζί: το «χαρντ ροκ» άρχισε ν’ αρέσει σε όλα, αλλά μιλάμε για όλα, τα κορίτσια.
Οι Bon Jovi η μπάντα ερχόταν, λέει, από το New Jersey, σα να λέμε από την πίσω αυλή που είχε η Νέα Υόρκη για τα αποφάγια της. Ο εξοργιστικά φωτογενής Jon ήταν στα 24, πρώην παιδί για όλες τις δουλειές στα θρυλικά στούντιο Powerstation του ξαδέρφου του, Tony Bongiovi. Είχε, λέει, δει από κοντά πολλούς σταρ, απ’ τους οποίους, όταν δεν άδειαζε τα τασάκια τους και δε μάζευε τα μπουκάλια μπύρας που άφηναν μισοάδεια σε κάθε απίθανο σημείο του στούντιο, προσπαθούσε να κοπιάρει όποιο τρυκ τους μπορούσε. Στο τί φορούσαν, πώς κρατούσαν το μικρόφωνο, πώς μισόκλειναν τα μάτια και άνοιγαν τα χερια προς το πλήθος στο ρεφραίν.
Στα πλήκτρα κάποιος
David Bryan, συνομήλικος του Jon, με κάτι ψεύτικα χαϊμαλιά να κρέμονται απ΄την αφάνα του. Ο κιθαρίστας, ονόματι Ritchie Sambora, 3 χρόνια μεγαλύτερος και πιο ψηλός από τον Jon, έμοιαζε ένα καλοσιδερωμένο ξαδερφάκι του, φρεσκοξυρισμένες χαμογελάρες, μαλλί φουσκωμένο με Βιντάλ Σασσούν και τα τοιαύτα. Μπασίστας ένας μελαχρινός 10 χρόνια μεγαλύτερος από τον Jon, με μια λεπτή γραμμή υπομουσίου που χώριζε το σαγώνι στα δύο, ο Alex Jon Sutch. Για τον ντράμερ, 9 χρόνια μεγαλύτερο του τραγουδιστή, με την κοκκοροχαίτη και το βλέμμα «πλησίασε ευλαβικά μωρό μου να σου ξηγήσω τ’ όνειρο», τά’ λεγε σχεδόν όλα το καταφανώς ορμώμενο λατινόφωνη συνοικία όνομά του: Tico Torres.
 Η κασσέτα με το άλμπουμ “Slippery When Wet” δεν άργησε να βρεθεί και στο τμήμα του, αντιγραμμένη σε μια 45άρα “DENON” της πλάκας, με τα κομμάτια από πίσω γραμμένα στα γρήγορα μαύρο μαρκαδόρο. Χωρίς να το κάνει θέμα στους άλλους, τη δανείστηκε για μια – δυό μέρες. «Έτσι, για να ξέρω γιατί τον βρίζω». Το περιεχόμενο του φάνηκε περίπου όσο πεζό είχε στο μυαλό του. Το Let It Rock”, ακόμη και απ΄τα ηχεία του φορητού JVC, τον έβαλε στην πρώτη σειρά μιας φανταστικής συναυλίας, μ΄αυτά τα ομαδόν φωνητικά που χτυπάνε κατευθείαν υποσυνείδητο συλλογικότητας, αλλά ήταν αυτό αρκετό;
Το
Social Disease ξεκίναγε με αγκομαχητά ηδονής δύο τουλάχιστον όχι και τόσο καθωσπρέπει κοριτσιών, αλλά οι υποσχέσεις του ανεκπλήρωτες, άσε που κάτι που θα ήθελε ν΄ακούγεται σα σαξόφωνο, έκανε μπαμ ότι είναι συνθεσάϊζερ. ΤοRaise Your Hands” ένα ροκάκι κάπως αφελές, το “Without Loveπήγαινε να πει και του άρεσε, αλλά η προσωπικότητα έλειπε – θα μπορούσε να το έχει πει ο οποιοσδήποτε από τον John Waite ως τους Nightranger. Το “I’ D Die For You” έμπαινε με κάποια ορμή, αλλά το ρεφραίν, ίχνος φαντασίας. Η μπαλάντα “Never Say Goodbye”, είχε μια γερή φράση στο στίχο που ακουγόταν καθαρά κι έβαζε τις ιδέες τις σωστές (“Remember when we lost the keys and you lost more than that in my backseat), αλλά του ακουγόταν λιγωμένη σε μια νοσταλγία αχρείαστη. Το “Wild In The Streets”, ίσως νά’ ταν κι η ιδέα του, πήγαινε χωρίς να καρφωθεί να κλέψει λίγο ύφος “Born To Run” (αυτό του Μεγάλου). Η φωνή του Jon τελικά δεν ήταν κι άσχημη, αλλά οι μελωδίες –όλες τραγουδισμένες με χίλια δεύτερα φωνητικά από πίσω- παραήτανε ελαφριές για τα γούστα του. Δύο κομμάτια κολλάγαν με την πρώτη σαν πατημένη babaloo σε τρακτερωτό Sea And City αλλά, πράγματι, κανένα απ’ τα δύο δεν μπορούσε να το πει «χαρντ ροκ», ούτε με σφαίρες :
Το ένα, τελευταίο στην πρώτη πλευρά, ήταν μια μπαλάντα, το
Wanted Dead Or Alive” (“Υou’ re a cowboy” που τύφλα νάχει ο Clint Eastwood”, κάγχασε). Το άλλο, που το είχε σίγουρα μέχρι τότε κάπου πάρει τ’ αυτί του, αλλά το προσπέρασε επιδεικτικά ως φλωριά, ήταν το Livin’ On A Prayer”, που έκανε, λέει, θραύση, ανεβαίνοντας ολοταχώς στα τσαρτ Αγγλίας και Αμερικής. Ξεκινούσε με κάτι κουφά φωνητικά, σαν ο Peter Frampton να τραγουδάει για να διώξει τη δυσπεψία. Δεν ακουγόταν σχεδόν καθόλου ριφ από ρυθμική κιθάρα, ήταν όλο κι όλο δύο στροφές κι ένα ουρανομήκες ρεφραίν φωναχτό («ουωωωωωωω – ωωωόου»), που έσπαγε μόνο από ένα μάγκικο σκάσιμο ντραμς κι ένα σόλο του Sambora γεμάτο wah-wah του, κάπως ξέμπαρκο για τόσο ελαφρύ κομμάτι. Πάνω που περίμενες ν’ αρχίσει το fade out, το κλειδί ανέβαινε και ξαναρχόταν το ρεφραίν, ενισχυμένο πάντα από μια μεραρχία backing vocals.


Στο μεταξύ έμπαινε ο Φεβρουάριος, κι η αναπόφευκτη μετωπική με την Κρίσσυ Άμφλεττ που τη λέγαν Τζίνα, είχε συντελεστεί. Παγκάκια πάρκων, απομονωμένα τραπέζια καφετέριας, έρημες αίθουσες φιλαρμονικής του δήμου, μώλοι και βότσαλα παραλίας είχαν παραστεί μάρτυρες σε αρκετά περισσότερα απ΄όσα περιείχαν οι softcore βιντεοκασσέτες τελευταίας εσοδείας.


Ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, που έπεφτε Σάββατο και είχε προσχεδιάσει το δώρο. Της είχε γράψει μια 60άρα TDK κόκκινη, απ’ τις διάφανες, με κόπο, αφού από το μυαλό του δεν έφευγε κείνο το «εκτός από χέβυ μέταλ», με το οποίο τον είχε καρφώσει τις πρώτες μέρες της ομιλούσας γνωριμίας τους. Πρώτη πλευρά Berlin, Joe Cocker, Heart, Pat Benatar, Genesis και Stevie Nicks (το “Edge Of Seventeen” με το ζόρι χώρεσε ολόκληρο) και στη δεύτερη Journey, Rod Stewart, Tina Turner, Peter Cetera, Toto και Queen. Εννοείται ότι το εξώφυλλο είχε όλες τις περιττές για την πλειοψηφία λεπτομέρειες (χρονική διάρκεια τραγουδιού, χρονιά κυκλοφορίας, συνθέτες και τα λοιπά). Όταν όμως βρέθηκαν στο πάρκο, εκείνη τον αιφνιδίασε πρώτη. Τού’ βαλε στο χέρι ένα φακελλάκι απ’ αυτούς που είχε δει να χωράνε μέσα τους μόνο φωτογραφίες ταυτότητας. Μέσα ήταν μια λεπτή αλυσίδα που κρατούσε, μια πλαστική καρδιά χρώματος χρυσού και διπλωμένο στα οκτώ ένα σημειωματάκι με στίχους από ’να τραγούδι. Το’χε αντιγράψει εκείνη με το χέρι της, βάζοντας εισαγωγικά στο άνοιγμα και το κλείσιμο, χωρίζοντας τους στίχους με ίσες αποστάσεις και τέτοια. Ήταν ένα απόγευμα που δεν έμοιαζε με τ’ άλλα.
Την επόμενη, απόγευμα Κυριακής, άκουσε ολόκληρο το ντέρμπυ με τον αιώνιο με το αυτί κολλημένο στο καρούλι ραδιοφωνάκι του σε σπηκάρισμα Αντώνη Πυλιαρού, κρατώντας, όμως, τη μικροσκοπική αλυσίδα με την πλαστική καρδιά στα χέρια του είχε φανερά λιγώτερη αγωνία απ’ ό,τι συνήθως. Έληξε 2-1 από 0-1, με τα γκολ των Αλεξίου και Παπαχρήστου να γυρίζουν εκείνο του Ζάετς και το Ολυμπιακό Στάδιο να ζει το δεύτερο ημίχρονο στο πόδι. Ξεδίπλωσε το χαρτί με τους στίχους και διάβασε την γραμμένη με κόκκινο παχύ bic στροφή, που την προηγούμενη κάτω απ’ τα φώτα του πάρκου δεν είχε καλοδεί τί έγραφε:
“We’ve got to hold on to what we’ve got
’Cause it doesn’t make a difference if we make it or not
We’ ve got each other and that’s a lot for love
We’ll give it a shot”.


Υ.Γ.: Το “Livin’ On A Prayer κυκλοφόρησε στις 31 Οκτωβρίου του ’86 και από τις 14 Φεβρουαρίου έως και τις 14 Μαρτίου του ’87 σκαρφάλωσε και παρέμεινε στην κορυφή των σινγκλ της Αμερικής. Το άλμπουμ “Slippery When Wet”, με τέσσερα κομμάτια γραμμένα στην ουσία από τον μετέπειτα διάσημο "τραγουδογιατρό" Desmond Child, με 8 εβδομάδες στην κορυφή των album charts έγινε το Νο 1 άλμπουμ σε πωλήσεις ολόκληρου το 1987 στις Η.Π.Α. και ένα από corporate rock ορόσημα όλων των εποχών (πάνω από 12 εκατομμύρια πωλήσεις μέχρι σήμερα). Η μπάντα είχε προειδοποιηθεί από το μάνατζμεντ (με προϊστάμενο τον διάσημο διακινητή ... ιδέων Doc McGee) και την εταιρία ότι θα ακολουθούσε τις οδηγίες για το πώς θα ακουγόταν και τί ακριβώς τραγούδια θα περιείχε, αλλιώς θα γινόταν άλλη μια υποσημείωση στη glam rock σκηνή της Ανατολικής Ακτής. Υπό τη σχολαστική καθοδήγηση του παραγωγού Bruce Fairbairn και με ηχολήπτη τον Bob Rock (που στα τύμπανα και τη συμπίεση του ήχου της κιθάρας έκανε θαύματα) οι Bon Jovi ηχογράφησαν το άλμπουμ στο Βανκούβερ, τεστάροντας τα demo στα στριπτιζάδικα της ευρύτερης περιοχής. Και είχαν περάσει τόσο «άσχημα», που είχαν την ιδέα ένα από τα κορίτσια να το βάλουν στο εξώφυλλο, προφανώς για να βλέπουν όλοι τί σου είναι η π@#τάνα η έμπνευση. Τελικά επικράτησε η «λογική», ακριβέστερα η εταιρική λογική. Θα έπρεπε το εξώφυλλο «να μην προσβάλλει», για να μπορεί να πουληθεί σε κάθε ηλικιακή κατηγορία μεταξύ 9 και 89 ετών.  Έτσι, την τελευταία στιγμή κι ενώ πλησίαζε το τέλος της προθεσμίας για την κυκλοφορία, ο Jon ψέκασε μια πλαστική σακκούλα με νερό και έγραψε με το δάχτυλο τον τίτλο του άλμπουμ. Έμεινε όμως στο εσώφυλλο η φωτογραφία με το γκρουπ να πλένει δύο muscle cars και μια μηχανή, περιστοιχισμένο από απόφοιτες αυστηρού κολλεγίου θηλέων που, τί να κάνουν, να βοηθήσουν ήθελαν τα κορίτσια.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου