Για τον Randy Rhoads (1956-1982)
Τρίτη

21Μάρ

Για τον Randy Rhoads (1956-1982)

Δημοσιεύθηκε από: Rocktime

21/03/2017

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

4281
Μια λεπτεπίλεπτη φιγούρα με ύψος βία 1,70. Ένα παιδί ασθενικό, που συνέχεια κρυολογούσε και υπέφερε από πυρετούς. Ο βενιαμίν μιας πενταμελούς οικογένειας που σύντομα έγινε τετραμελής, που λάτρευε να παίζει με τα τραινάκια του και ήθελε, όταν μεγαλώσει, να γίνει δάσκαλος μουσικής.
Ένα νευρώδες μακρυμάλλικο τυπάκι που άφησε την πόλη του για να δοκιμάσει να γνωρίσει την ευρεία αποδοχή που είχαν οι ήρωές του, να ζήσει σε μια βδομάδα όσα άλλοι πιθανόν να γνώριζαν μέσα σε χρόνια ή και ποτέ.
Ένας μουσικός με χαμηλά το βλέμμα από ταπεινότητα – όχι από αδυναμία - την ώρα που γύρω του άλλοι μουσικοί κατακλέβονταν, απολύονταν ή βυθίζονταν στην κατάχρηση. Ένας σταρ που αποφάσισε να αποχωρήσει όταν κατάλαβε ότι η στενοκέφαλη και στείρα παρακμή του ροκ ν’ ρολ δεν ήταν φτιαγμένη γι΄αυτόν.
Ένας νεαρός τον οποίο οικογένεια και παιδικοί φίλοι περιγράφουν –λες κι είναι συνεννοημένοι- ως ένα πρόσωπο με «αγγελική ψυχή». Ένα ευγενικό και συνεσταλμένο παιδί που εκκλησιαζόταν τακτικά και που με τον δοτικό και ειλικρινή χαρακτήρα του μαλάκωνε ακόμη και τις πιο σκληρόπετσες προσωπικότητες.



Ο ξανθός κιθαρίστας με το πέτσινο γιλέκο και την Flying V με τις άσπρες βούλες που μέσα σε τόσο λίγο χρόνο πρόλαβε να δώσει στην αντίληψη για τη ροκ κιθάρα μια σπάνια ώθηση. Όλα αυτά μαζί υπήρξε ο Randy Rhoads.
Γεννήθηκε με το όνομα Randall William Rhoads στη Santa Monica της Καλιφόρνια στις 6 Δεκεμβρίου του 1956 και μεγάλωσε στο Burbank, μερικά μίλια βορειοδυτικά του Hollywood και ήταν τρίτο και τελευταίο παιδί του William και της Delores Rhoads, μιας οικογένειας μουσικών. Ο πατέρας, δάσκαλος μουσικής, έπαιζε κλαρινέτο και σαξόφωνο, η μητέρα είχε σπουδάσει μουσική στο UCLA, με δάσκαλο τον Arnold Shoenberg (οι μελέτες του οποίου πάνω στην ατονικότητα άλλαξαν την κλασσική μουσική του 20ου αιώνα) και είχε συστήσει μαζί με τον σύζυγό της την Musonia, μια ιδιωτική μουσική σχολή. Ο παππούς από την πλευρά της μητέρας ήταν γιατρός που όμως του άρεσε να γρατζουνά μια Gibson Army-Navy Special, μοντέλο του 1918.
Αυτή ήταν και η κιθάρα που έπιασε για πρώτη φορα στα χέρια του ο Randy, λίγο μετά τα 6 του χρόνια.
Ήταν μόλις 2 ετών όταν ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια. Η 38χρονη Delores επέβαλε κανόνες αυστηρής πειθαρχίας για να μπορέσει να τα φέρει βόλτα μόνη της με τρία παιδιά (τον 7χρονο Kelle, την 3χρονη Kathy και τον Randy). Εντατικές μουσικές σπουδές και εκκλησιασμός στη Λουθηρανική εκκλησία του Burbank ήταν οι δύο βασικοί πυλώνες αυτής της πειθαρχίας.
H Delores, προσωπικότητα χειριστική και ανασφαλής, δε δίσταζε να βγάζει και ζώνη για να γίνει πιο πειστική. Ζητούσε από τα παιδιά της απαρέγκλιτη συνέπεια και υπακοή και δεν τα επιβράβευε ποτέ «γιατί αυτή ήταν η δουλειά τους, να την ακούν». Γι’ αυτό και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια θυμούνται με δέος εκείνη τη μέρα που η μητέρα τους, αφού υπέβαλε τον 12χρονο τότε Randy σε μια εξαντλητική μουσική εξέταση, σηκώθηκε από την καρέκλα, τον κοίταξε και είπε, με έναν πρωτάκουστο στη φωνή θαυμασμό: «Θεέ μου, έχεις τέτοιο ταλέντο!».
Ο Randy στεκόταν προσοχή. «Ευχαριστώ μαμά» αποκρίθηκε ήσυχα. Δάκρυα άρχισαν να  κυλούν από τα μάτια του. Το είχε πει εκείνη, που δεν έλεγε ποτέ καλή κουβέντα σε κανένα της παιδί.
Ο Randy μαζεύει εκπτωτικά κουπόνια και αγοράζει το πρώτο του πικ-απ στα 15. Λίγους μήνες αργότερα ο μεγάλος αδελφός του τον συνοδεύει στην πρώτη του συναυλία: Alice Cooper στην περιοδεία του “Love It To Death”. Εμπειρία καταλυτική. Δίσκοι Zeppelin, Jeff Beck και Mountain περνούν διαρκώς από το πλατώ του πικ-απ του και κείνος προσπαθεί με μια κιθάρα στα χέρια να πιάσει τον τόνο, συχνά παίζοντας παράλληλα με τον ήχο που βγαίνει απ’ τα ηχεία. Την βρίσκει με την αμεσότητα του Glenn Buxton, του κιθαρίστα του Alice Cooper και θαυμάζει την δεξιοτεχνία του Bill Nelson των Be Bop Deluxe.
Αλλά η μεγάλη του ταύτιση έρχεται με τον Mick Ronson. Όταν τον Οτώβριο του ’72 βλέπει πάνω στη σκηνή τους Spiders From Mars στο Santa Monica Civic Auditorium παραμιλά για μέρες, για το πώς ο Ronson κρατούσε την ταστιέρα με το ένα δάχτυλο και περπατούσε με τις 20ποντες πλατφόρμες του στη σκηνή κατά τη διάρκεια του “Moonage Daydream”. Δεν ήταν μόνο ο ήχος του. Ήταν και το πώς ήταν ντυμένος, το πώς στηνόταν πάνω στη σκηνή.



Ο Randy αρχίζει να φτιάχνει το μαλλί του σαν του Ronson, να επιλέγει ο ίδιος τα ρούχα του, μαζεύοντας μεταχειρισμένα αποφόρια από τα παλιατζίδικα του Burbank και να αποταμιεύει για να αγοράσει και κείνος μια απομίμηση Les Paul όπως αυτή του ήρωά του. Παρείσακτος στο γυμνάσιο, όπου τον κοροϊδεύουν για το «περίεργο» ντύσιμό του και όχι σπάνια τον τραμπουκίζουν για το εύθραυστο παρουσιαστικό του, εκείνος γνωρίζει ότι ο προορισμός του έχει πια χαραχτεί. Μελετά και εξασκείται καθημερινά πέντε με έξι ώρες στην κιθάρα. Όταν φτιάχνει την πρώτη του μπάντα, με τον αδελφικό του φίλο Kelly Garni στο μπάσο, τα μάτια όλο και περισσότερων συμμαθητών στρέφονται προς το μέρος του. Αυτή τη φορά, για τους σωστούς λόγους.
Στα 17 του μένει ακόμη στο πατρικό του και όσο δεν ασχολείται με τη μπάντα παραδίδει μαθήματα κιθάρας. Το μαλλί έχει μακρύνει αρκετά ώστε να δείχνει κι από μακριά ακόμη ότι κατέχει δικαιωματικά το ρόλο του εκκολαπτόμενου ροκ κιθαρίστα.
Αλητεύει, δοκιμάζει μαριχουάνα και φτηνή κόκα όπως κάθε «επαναστατημένο» νιάτο στην teenage wasteland της Καλιφόρνια του πρώτου μισού της δεκαετίας ’70, συνειδητά όμως δεν ξεφεύγει σε ηλίθιες συμπεριφορές που μπορούν να τον εκθέσουν. Συναντά μάλιστα έναν φωνακλά, επίμονο, ενοχλητικό τύπο που έχει κάτι απ’ αυτό του Rod Stewart στη φωνή. Τον λένε Kevin DuBrow, είναι ένα χρόνο μεγαλύτερος και μαζί θα προσπαθήσουν να φτιάξουν μια κανονική μπάντα. Μέσα στα επόμενα 5 χρόνια, οι Quiet Riot (έτσι θα ονομαστούν) θα παίξουν σε δεκάδες μπαρ του L.A., θα κυκλοφορήσουν δυο άλμπουμ και θα αποκτήσουν σημαντική φήμη στη σκηνή της ευρύτερης περιοχής. Στα 22 του ο Randy έχει γίνει ήδη ο ένας από τους δύο δημοφιλέστερους νέους κιθαρίστες της τοπικής σκηνής. Τον άλλο, έναν χρόνο μεγαλύτερό του, τον λένε Eddie Van Halen.

Στα τέλη του ’78, γνωρίζεται με τον 20χρονο Dana Strum, μπασίστα και γνώριμη φιγούρα στα κλαμπ του Sunset Strip. Εκείνος του λέει πόσο καλός είναι, αλλά τα λόγια αυτά, που τα έχει ξανακούσει πολλές φορές, τα αντιμετωπίζει με απορία, στην καλύτερη περίπτωση με την αμφιβολία ενός προεφήβου για τις ικανότητές του. «Λες, ε;». «Μα ναι ! Εσύ πρέπει κάτι να κάνεις, man. Δε μπορεί, κάτι καλύτερο σε περιμένει εκεί έξω». Όπως συχνά συμβαίνει, η μοίρα είχε τη δική της ατζέντα. Και χτύπησε η πόρτα όχι του Randy, αλλά του Strum.
Την Άνοιξη του ’79, ο Ozzy Osbourne, με κλεισμένα τα 30, έχει μόλις απολυθεί από τους Black Sabbath. Έχει προηγηθεί μια αμερικάνικη περιοδεία στην οποία το σαπόρτ, κάτι αφιονισμένα μειράκια με κιθαρίστα εκείνον τον Van Halen, έκαναν τους τέσσερις βρετανούς να δείχνουν σα μαστουρωμένοι βροντόσαυροι. Αποφασίζει λοιπόν να κλειστεί στο Le Parc Hotel του δυτικού Hollywood και να ανοίγει την πόρτα του μόνο σε πιτσαδόρους, ντήλερ κόκας και πότε – πότε σε τίποτα πουτάνες. Όμως, επειδή έχει υπογράψει συμβόλαιο με την Jet Records ως σόλο καλλιτέχνης και τον πιέζουν να φτιάξει μπάντα και να κυκλοφορήσει δίσκο, ξεκινά – όσες ώρες τις ημέρας κατορθώνει να στέκεται όρθιος - να οργανώνει κάτι σαν οντισιόν. Ένας από τους μπασίστες που βλέπει μέσα στους επόμενους μήνες είναι και ο Strum.
«Το ραντεβού είχε κλειστεί στο στούντιο του Zappa, στη Sunset Boulevard. Με έβαλε να παίξω με έναν κιθαρίστα που δεν ήξερα. Ήταν φοβερός, αλλά, ήμουν φαν των Sabbath και ήξερα ότι το στυλ του δεν ταίριαζε με του Ozzy. Έμαθα μετά ότι τον έλεγαν Gary Moore. Με την άγνοια κινδύνου εκείνης της ηλικίας, στο τέλος της πρόβας πλησίασα τον Οzzy και του είπα:
“Είναι πολύ καλός, αλλά δεν κάνει για σένα. Ξέρω όμως κάποιον που έχει ακριβώς αυτό που ζητάς”.
Το τηλέφωνο στον Randy γίνεται σε χρόνο μηδέν, αλλά ο Strum μένει με το ακουστικό στο χέρι όταν τον ακούει από την άλλη άκρη του σύρματος να λέει : «Black Sabbath; Μα αυτοί είναι ανέκδοτο. Δε μου αρέσουν καθόλου, ποτέ δεν τους άκουγα». O Strum είδε κι έπαθε να τον πείσει να κατέβει στα Dalton Studios της Santa Monica («...Τουλάχιστον θα μου δώσουν καμιά δεκαριά δολλάρια για τη βενζίνη, για να φtάσω μέχρι εκεί κάτω;». «Έλα και θα σου τα δώσω εγώ!»).
Χρησιμοποιώντας μάλιστα τις γνωριμίες του, κλείνει χρόνο στο στούντιο χωρίς να πληρώσει, για να μπορέσει να ακούσει ο Ozzy τον άνθρωπο που του προτείνει. Τό’χε φέρει όσο πιο καλά γίνεται, για να πάρουν τη δουλειά και οι δύο μαζί.
Κόντευε να νυχτώσει εκείνο το απόγευμα του Σεπτεμβρίου στα Dalton Studios. Το ευχαριστώ του Ozzy στον υπεροργανωτικό Strum, καθώς περίμεναν τον Randy να φανεί, είναι μια ακολουθία από κυνικά σχόλια, ενώ αδειάζει τη μία Heineken μετά την άλλη.
«Για να δούμε κι αυτόν τον Ιησού Χριστό της κιθάρας. Θα πρέπει να είναι ο γαμο-Μεσσίας αυτός ο δικός σου, έτσι;».
Με το που φτάνει ο προσκεκλημένος, ο Ozzy έχει ήδη πέσει αναίσθητος στο πάτωμα του control room. Ο Strum χρειάζεται να τον συνεφέρει τον μ’ έναν κουβά νερό.

«…Με που με καθίζει στην καρέκλα, μπροστά απ’ την κονσόλα, βλέπω μέσα από το τζάμι του στούντιο έναν μικροκαμωμένο ξανθό τύπο. “Tί θα θέλατε να παίξω;”, τον ακούω να λέει από το μόνιτορ, με φωνή ίσα που ακουγόταν. «Ε, για να σε δούμε…», του λέω. Βλέπω τον ενισχυτή του, μια μικροσκοπική μαλακία.
“Έχεις κανά δικό σου σόλο;”. “Ναι… κάτι έχω νομίζω”, μου λέει. “Έλα, λοιπόν, παίξε κάτι, ο,τιδήποτε” του λέω ανυπομονώντας. Αρχίζει να παίζει. Ο
Dana
είχε κρατήσει το φως χαμηλά, γιατί μου είπε ότι ήθελε να συγκεντρωθώ στο τί θα άκουγα. Μέσα στη θολούρα μου, θυμάμαι να μονολογώ “Δε γίνεται, μάλλον τ’ ακούω στον ύπνο μου”. Δεν είχα ξανακούσει άλλον να παίζει έτσι σαν και κείνον τον τύπο. Ήταν δυνατός σαν την κόλαση. Νότες ξεπηδούσαν από παντού».
Καθώς ο Randy συνέχισε να παίζει ριφ και σόλο, ο Ozzy λιποθύμησε και ο Strum τον έσυρε σηκωτό έξω απ’ το booth. Ξαφνικά σαλεύει τα μάτια του και ψελλίζει στον Strum: «Πες στο μικρό… πες στο μικρό… εντάξει. Την πήρε τη δουλειά. Τράβα με τώρα σπίτι».
Αργά την επόμενη, ξανασυναντήθηκαν στο ξενοδοχείο του Ozzy. Η Diet Coke του Randy, το μακρύ φουλάρι και το φιλλαριστό μαλλί γεννούν στο ταραγμένο μυαλό του Ozzy τεθλασμένες σκέψεις.
Δε μου λες; Μήπως είσαι gay;”. “Όχι. Είμαι της Αγγλικανικής Εκκλησίας”, απαντάει ο Randy με ελεγχόμενη ειρωνεία, δείχνοντας ότι τα χωρατά ενός χοντρού πρώην σταρ απ’ το Birmigham δεν μπορούν να πιάσουν τόπο. Ο Strum δαγκώνεται.
«Ο Οzzy βιαζόταν να γυρίσει στην Αγγλία και ο Randy δε γούσταρε τους Black Sabbath. Είχα μετανιώσει που άνοιξα το στόμα μου».



Οι άνθρωποι της Jet Records θέλουν να προλάβουν να αποσπάσουν από τον Ozzy τουλάχιστον ένα άλμπουμ μην τυχόν και τον βρουν ένα πρωί νεκρό από υπερβολική δόση. Προσπαθούν να του τακτοποιήσουν τα πράγματα με τη γυναίκα του Θέλμα, που μένει ακόμη στην Αγγλία και αρχίζουν να ψάχνουν για μουσικούς. Επιδίωξή τους να φτιάξουν γύρω απ’ τον Ozzy μια βρετανική μπάντα, βάζουν αγγελίες, όμως κανείς δεν ενδιαφέρεται. Ειδικά κιθαρίστας.
O Οzzy, σε κάποιο από τα αραιά φωτεινά του διαλείμματα θυμάται τον νεαρό του L.A. και επιμένει ότι θέλει εκείνον. Στην απελπισία του, ο David Arden, γιος του αρχιμάνατζερ Don Arden και αδελφός της Sharon, ο άνθρωπος με την ευθύνη των γραφείων της Jet Records στο Λονδίνο, τέλη Σεπτεμβρίου του ’79 συμφωνεί με μισή καρδιά να κάνει τα εισιτήρια γι’ αυτόν τον άγνωστο νεαρό από το L.A.. Θα τον φέρει στο Λονδίνο και, αν αξίζει τον κόπο, η μπάντα θα ξεκινήσει απ’ αυτόν.
Ο Randy παραλαμβάνει το τηλεγράφημα χωρίς ενθουσιασμό. Ήδη διδάσκει στη σχολή της μητέρας του. Είναι αρραβωνιασμένος με την Jodi και δεν έχει καμιά διάθεση να κάνει ένα άλμα στο άγνωστο, να μπει στην μπάντα ενός ξοφλημένου ναρκομανή, που η προηγούμενη δισκογραφική του παρουσία στα μάτια του ήταν μια παρωδία. Όμως η Delores δεν θα αφήσει τον ταλαντούχο της γιο να πετάξει στα σκουπίδια αυτή την ευκαιρία.
«Το χρωστάς στον εαυτό σου. Πρέπει αυτή τη φορά να εκτεθείς παραέξω, να δείξεις τί αξίζεις». «Μα, πώς να ταξιδέψω μέχρι εκεί, δεν έχω ούτε ένα τζάκετ της προκοπής…». «Μη σε νοιάζει, θα σου πάρω εγώ».
Τον πρώτο καιρό, στέλνει σε καθημερινή βάση καρτ – ποστάλ και γράμματα πίσω στο L.A., λέγοντας πόσο του λείπει το σπίτι, πόσο μόνος αισθάνεται, ότι σκέφτεται διαρκώς να τα βροντήξει και να επιστρέψει. Δεν έχει φύγει ποτέ πριν από τα γεωγραφικά όρια της Καλιφόρνια.

Όταν όμως συναντά τον 29χρονο Αυστραλό Bob Daisley, μπασίστα, στιχουργό και ενορχηστρωτή που είχε στο μεταξύ επιλεγεί για να βοηθήσει με το καινούριο υλικό, ο Randy νιώθει ότι επιτέλους ότι έχει βρει κάποιον για να δουλέψει σοβαρά. Οι δυό τους γράφουν σχεδόν ολόκληρη τη μουσική για αυτό που – όπως τους διαβεβαιώνουν από την Jet- θα είναι ένα project με τίτλο “Blizzard Of Ozz”. O Lee Kerslake στα τύμπανα –ο πρώην των Uriah Heep- έχει την ίδια ενημέρωση, ενώ ο έμπειρος Don Airey προσθέτει τα πλήκτρα.
Ο Ozzy – τις περισσότερες ημέρες μαστουρωμένος ή λιπόθυμος στις πρόβες – εισφέρει στα κομμάτια τις παρανοϊκά μονοτονικές του μελωδικές γραμμές. Κάποιες φορές ο Randy ταιριάζει πάνω σ’ αυτές ένα ριφ. Άλλες φορές του παίζει κάποια ακκόρντα και κείνος του υποδεικνύει: «αυτό είναι καλό, κράτα το κάπου να το θυμηθείς». Τελικά προκύπτουν οκτώ κομμάτια που ηχογραφούνται μεταξύ Μαρτίου και Μαίου του 1980 στα Ridge Studio του Surrey με παραγωγό τον Max Norman.
Προστίθεται την τελευταία στιγμή κι ένα ακόμη, ένα μονόλεπτο instrumental του Randy με ακουστική κιθάρα. Έχει τον τίτλο “Dee” κι είναι αφιερωμένο στην μητέρα του Delores, τη γυναίκα που παρά τη σκληράδα της ήταν αυτή που τον έστειλε εκεί.
Το αιχμηρό, παθιασμένο, με κλασσικίζοντα αυτοέλεγχο παίξιμο του Randy κυριαρχεί απ’ άκρη σ’ άκρη στο άλμπουμ, ιδίως στα θυελλώδη “I Don’t Know” και “Crazy Train”, ενώ στα ημισυμφωνικά “Mr. Crowley” και “Revelation (Mother Earth)”, η αντίστιξη με την μονοκόμματα θρηνητική φωνή του Ozzy αποδίδει ένα ιδιαίτερο heavy άκουσμα, μακριά από τη μονολιθικότητα των Sabbath. Ο δίσκος μπαίνει ανέλπιστα στο βρετανικό top-10.
Όταν όμως ο Randy βλέπει το τεράστιο logo στο εξώφυλλο, συνειδητοποιεί ότι συμμετείχε στον πρώτο σόλο δίσκο του Ozzy και όχι σε ένα, όπως τους έλεγαν, ισότιμο project. Από τον Σεπτέβριο του ’80 και με επουσιώδη διαλείμματα θα βρεθεί για πρώτη φορά στις μεγαλύτερες σκηνές Αγγλίας, Ευρώπης και Αμερικής. Μια εμπειρία αποκαλυπτικών διαστάσεων, που θα τον αλλάξει ριζικά.

«Πριν γνωρίσω τον Ozzy ήμουν πολύ ανασφαλής πάνω στη σκηνή. Αν τυχόν οι ενισχυτές μου έβγαζαν βαβούρα ή το ηχοσύστημα δεν ήταν καλό, το παίξιμό μου επηρεαζόταν. Το να βρίσκομαι δίπλα στον Ozzy μου έδωσε αυτοπεποίθηση. Με παρότρυνε να δοκιμάσω πράγματα που μόνος μου δεν θα έκανα ποτέ».

 
Και ο Ozzy όμως, μέσα σε μια αέναη κραιπάλη αλκοόλ και ουσιών, δοκίμαζε πράγματα κανείς δεν θα τολμούσε να δοκιμάσει ποτέ. Όπως τη γεύση από δύο ζωντανά περιστέρια, τα οποία αποκεφάλισε δαγκώνοντάς τα κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης τύπου με ανθρώπους της δισκογραφικής στο L.A., που έπαθαν την αναμενόμενη υστερία. Η αηδία και η κατακραυγή εκτοξεύουν τις πωλήσεις του “Blizzard” στα ύψη. Ο Οzzy γίνεται μέσα σε μερικές εβδομάδες από ανεπιθύμητο αλειφάδι των δεινόσαυρων ‘70s, ο ανελέητος «σατανικός» τρελλός του ροκ ν’ ρολ, ένας «κακός» ετοιμοπαράδοτος για το ανελέητο κοινό της νέας δεκαετίας.
Οι νεαροί αμερικάνοι φανς άλλο που δεν θέλουν. Μπάζουν μέσα στις συναυλίες κομμάτια ωμό κρέας ή συκώτι και τα πετούν στη σκηνή με την ελπίδα ο τρελλός να χώσει τα δόντια του μέσα τους για να αρχίσουν να ουρλιάζουν σα σεληνιασμένοι. Σε μια συναυλία στην Iowa, πάνω στη σκηνή προσγειώνεται ένα ολόκληρο κεφάλι αγελάδας. Τα πράγματα δεν θα μοιάζουν ποτέ ξανά «φυσιολογικά» στα μάτια του Randy.

Το Μάρτη του ΄81 η εξακολουθητική μουρμούρα των Daisley και Kerslake για τα απλήρωτα συνθετικά και εκτελεστικά τους δικαιώματα σήμανε την απόλυσή τους με συνοπτικές διαδικασίες. O Rudy Sarzo, παλιός γνώριμος του Randy από τους Quiet Riot, στο μπάσο και το ινδιάνικης καταγωγής «χταπόδι», ο Tommy Aldridge (πρώην Black Oak Arkansas, μεταξύ άλλων) στα τύμπανα, καταφθάνουν για να συνεχίσουν την περιοδεία και να ολοκληρώσουν το επόμενο στουντιακό album.
Η Sharon Arden έχει πλέον πάρει τα ηνία του μάνατζμεντ του Ozzy και δεν αφήνει κανέναν να διεκδικήσει την κότα με τα χρυσά αυγά από τα άπληστα χέρια της. Χρειάζεται πολλές φορές να σπρώξει κυριολεκτικά τον Ozzy να βγει στη σκηνή, με ουρλιαχτά και σφαλιάρες, για να τον ξυπνήσει από το ολοένα και πιο παρανοϊκό άγχος που τον καταλαμβάνει πριν από κάθε εμφάνιση.
Ο Randy άλλοτε κάνει ότι δε βλέπει και τις περισσότερες φορές απλώς αποσύρεται μετά τη συναυλία αποξενωμένος από τα όσα παράδοξα συμβαίνουν. Με την πρώτη επιταγή «έναντι» των δικών του δικαιωμάτων, ύψους 5.000 δολλαρίων, παραγγέλλει μια ακουστική κιθάρα με συγκεκριμένες προδιαγραφές από έναν ισπανικό μουσικό οίκο.
Την φρενήρη πορεία προσπαθεί να εκλογικεύσει σε μια συνέντευξή του την Άνοιξη του ΄81:
«Η επιτυχία δεν με έχει βαρέσει στο κεφάλι, όπως πολλοί με είχαν προειδοποιήσει. Ακόμη κρατάω το παρελθόν μου μέσα μου και προσπαθώ να ωριμάσω μαζί του. Δεν είναι όπως μου είχαν πει, ότι η επιτυχία θα με αλλάξει και θα με κάνει εγωπαθή. Αυτά είναι μαλακίες. Αυτό πού ’χει κάνει είναι να με τρομάξει και να είμαι πιο ταπεινός από πριν».



Οι εμφανίσεις σε συναυλίες, ραδιόφωνο και τηλεόραση αδιάκοπες. Τα φώτα της δημοσιότητας όλο και πιο εκτυφλωτικά. Οι παρενέργειες δεν αργούν να κάνουν την εμφάνισή τους. Ένα βράδυ παρασυρμένος από τον Ozzy σπάει μαζί του ένα δωμάτιο ξενοδοχείου και ό,τι απομένει το πετά από τα παράθυρα. Το hangover είναι συντριπτικό.
«Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Ντρέπομαι. Τίποτε απ’ αυτά δεν ήταν μέσα στους λόγους που με έκαναν να ξεκινήσω να παίζω κιθάρα».
Λίγο καιρό αργότερα, ο Sarzo τον βλέπει να πετάγεται πανικόβλητος έξω από το δωμάτιο ενός πολυτελούς πορνείου που η μπάντα έχει επισκεφθεί στο Λονδίνο, με μια δερματοφορεμένη κυρία να τον κυνηγάει μ΄ένα καμτσίκι.
«Τί στο διάολο έπαθε, Ρούντ; Απλώς της είπα ότι ήθελα να μιλήσουμε λίγο πρώτα!». 
Τον Ιούλιο του ’81, ο Randy παίρνει μερικές μέρες άδεια κι επιστρέφει στο Burbank, για πρώτη φορά μετά από 10 μήνες. Ξαναβρίσκει τη μητέρα του, τα αδέλφια του. Την Jodi, με την οποία περνά μαζί μερικές ανέμελες μέρες, προσπαθώντας να αναπληρώσει το χρόνο και να επανέλθει στην κανονικότητα. Αποφεύγει τις συναναστροφές όσων επιθυμούν διακαώς να φωτογραφηθούν μαζί του, κοιμάται και πάλι στο κρεββάτι του και κυρίως βρίσκει το χρόνο να ηρεμήσει, παίζοντας με το αγαπημένο του παιχνίδι.
Ένα διόραμα με μηχανικό τραινάκι, που καταλάμβανε ένα ολόκληρο δωμάτιο στο πατρικό του. Από χρόνια το έφτιαχνε κομμάτι – κομμάτι, αγόραζε επεκτάσεις για τις ράγες, πρόσθετε γέφυρες, βουνά και χαράδρες, οικισμούς και δάση, μέσα από τα οποία περνούσε η αμαξοστοιχία με τις μπαταρίες.
Φτιάχνει κοκτέϊλ με τεκίλα, ρούμι και χυμούς – πάντα του άρεσαν οι πολύ γλυκιές γεύσεις- ανοίγει ένα πακέτο Winston, βάζει στο πικ-απ κλασσική μουσική και χάνεται για ώρες, μαστορεύοντας νέες διαδρομές για το τραίνο. Από παιδάκι έχει κάτι με τα τραίνα. Με τ’ αεροπλάνα, το αντίθετο. Ανέκαθεν τα αποφεύγει, γιατί φοβάται τις πτήσεις.

 
Τον Αύγουστο του ’81 κι ενώ η περιοδεία ξαναμπαίνει στις ράγες, δέχεται μια απροσδόκητη τηλεφωνική κλήση. Ο πατέρας του, ο William ο πρεσβύτερος, θέλει, για πρώτη φορά μετά από 23 χρόνια, να τον δει. Και πράγματι, παρά το άγχος και τις δεύτερες σκέψεις του, μετά από μια συναυλία στην Providence του Rhode Island ο Randy τον συναντά. «Τελικά, ήταν λιγώτερο περίεργο απ’ όσο το φανταζόμουν» εκμυστηρεύεται στον Sarzo.
Θα ήταν η τελευταία φορά που ξαναέβλεπε κάποιον συγγενή του.
Το “Diary Of A Madman κυκλοφορεί το Νοέμβριο του ’81, πάνω στην ώρα που έχει προγραμματιστεί δεύτερη, πιο εκτεταμένη, περιοδεία. Πολλά σημεία του άλμπουμ, ακόμη και ολόκληρα κομμάτια, βασίζονται σε ιδέες που έχει αφήσει πίσω του ο εκδιωγμένος Daisley - για την νομική ακρίβεια, που του έχουν παρακρατηθεί από την εργοδότιδα Jet, χωρίς ακριβώς να έχει συμφωνήσει. Στη βιασύνη της για φρέσκο «προϊόν» η Sharon τα απόθεσε στη στόφα του Randy για να πάρουν σάρκα και οστά.
Το άλμπουμ ξεκινά με το σαρωτικό “Over The Mountain” στο οποίο ξεχωρίζει ένα εκτυφλωτικό σόλο, συνεχίζει με το απογειωτικό “Flying High Again”, μια ιδέα του Randy απ’ την εποχή των Quiet Riot, έρχεται μετά μια μπαλάντα - μανιφέστο (“You Can’t Kill Rock N’ Roll”) με άφθονη κιθαριστική φωτοσκίαση, προχωρά στο άρρωστο “Believer” και μέχρι να φτάσει στο εφιαλτικό ομώνυμο, στο τέλος της δεύτερης πλευράς, o ακροατής έχει ήδη πειστεί : οι προσδοκίες που γέννησε το σχήμα του Ozzy καλύπτονται και οι δυνατότητές του υπόσχονται πολύ περισσότερα.
Το τσίρκο των περιοδειών ξεκινά αυτή τη φορά πάνοπλο από εφέ:
Το σκηνικό είναι αντίγραφο ενός μεσαιωνικού κάστρου με επιβλητική σκάλα και θεόρατες σκοτεινές πύλες.
Τα ντραμς του Aldridge βρίσκονται υπερυψωμένα σε βάθρο, σαν σε πολεμίστρα, ο Ozzy πρέπει να σκαρφαλώνει δεκαπέντε μέτρα ψηλά για να τραγουδήσει τα ενκόρ πάνω σ’ ένα γιγάντιο μηχανικό χέρι που τον κρατά στην παλάμη του. Ψευδοκοστούμια εποχής ράφτηκαν ειδικά για τη μπάντα, ένας roadie εμφανίζεται με στολή δήμιου (με κουκούλα και τα τοιαύτα) καθώς κι ένας νάνος, στον οποίο ο Ozzy για ευνόητα μικρόψυχους λόγους έχει κολλήσει το προσωνύμο “Ronnie”. Τον κρεμούσαν ψηλά στην αψίδα πίσω απ’ τα τύμπανα, κατά προτίμηση όταν έπαιζαν τη μπαλάντα και κείνος έκανε ότι τίναζε τα πόδια και σπαρταρούσε στον αέρα. Όλα ήταν έτοιμα για το πιο νοσηρό σόου στον πλανήτη.
Το άλμπουμ γίνεται γρήγορα πλατινένιο –το δεύτερο σε λίγους μήνες- και οι συναυλίες γίνονται η μία μετά την άλλη sold out.
O Randy, καθώς ξεκινά το 1982, ανακηρύσσεται «Καλύτερος Νέος Κιθαρίστας» από το περιοδικό “Guitar Player” και «Καλύτερος Κιθαρίστας» από την εβδομαδιαία μουσική βίβλο της Βρετανίας, το “Sounds”. Όμως, νιώθει ολοένα και χειρότερα, καθώς η καθημερινότητα στο δρόμο συνεχίζει να εκτυλίσσεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, εκτροχιασμένη ήδη προ πολλού.



20 Ιανουαρίου στο Demoins της Iowa. Κάποιος πετάει πάνω στη σκηνή μια ζωντανή νυχτερίδα. Ο Ozzy, συνηθισμένος από τα κάθε λογής ψόφια, έμβια ή εξαρχής άψυχα που πετιούνται πάνω του, την αρπάζει και της κόβει το κεφάλι με τα δόντια και κείνη τον δαγκώνει στην προσπάθειά της να ξεφύγει.
«Νόμισα ότι είναι ψεύτικο, πλαστικό ή κάτι τέτοιο. Όταν έβαλα το κεφάλι της στο στόμα μου άρχισε να φτερουγίζει, αλλά ήταν πολύ αργά».
Ο Randy παραμένει αποστασιοποιημένος.
Ο Οzzy ξεκινά αντιλυσσικές ενέσεις για το δάγκωμα και ανεβαίνει κάθε βράδυ στη σκηνή λιώμα. Speedball, βότκα, κοκαίνη, χάπια, η σειρά απρόβλεπτη. Οι συνεχείς τσακωμοί του με τη Sharon έχουν αρχίσει να γίνονται όλο και πιο βίαιοι και απρόβλεπτοι. Βρισίδια εκτοξεύονται, τασάκια και φιάλες φτηνού κρασιού συντρίβονται σε τοίχους. Αηδία.
Πάνω στη σκηνή, όλη η ένταση μετουσιώνεται σε μια εξωφρενική, γεμάτη ενέργεια παράσταση. Ο Aldridge πληθωρικός, ο Sarzo αεικίνητος, ο Randy να γεμίζει ηλεκτρικές εκκενώσεις την αίθουσα, κάθε βράδυ σα νά’ ναι η τελευταία. Στις 24 Ιανουαρίου στο Rosemont του Illinois, καθώς ο Randy σολάρει στο “Suicide Solution” ο Ozzy τον πιάνει και τον σηκώνει στα χέρια απ’ τον καβάλο, σαν αρσιβαρίστας, σε ένα στιγμιότυπο που απαθανατίζει ο φωτογράφος Paul Natkin και κανείς δε φαντάζεται τότε ότι δε θα ξεχαστεί ποτέ.
Ο παραλογισμός του Ozzy δεν αργεί να στραφεί και προς τον στωϊκό κιθαρίστα. Του δίνει στα νεύρα που αποκόπτεται από την υπόλοιπη μπάντα μετά τη συναυλία, τον χλευάζει γιατί είναι αχώριστος με την ισπανική του κιθάρα («όλο κάνεις εξάσκηση σα δεκάχρονο με κείνο το παιχνιδάκι με τις νάϋλον χορδές»). Σε κάθε πόλη, ο Randy ψάχνει δασκάλους της κλασσικής και παίρνει ταχύρρυθμα μαθήματα θεωρίας, 2-3 ώρες κάθε μέρα.
Το ποτήρι ξεχειλίζει όταν τον πληροφορούν ότι το επόμενο άλμπουμ η Jet θέλει να είναι ένα διπλό live μόνο με διασκευές των Sabbath. Κάθε βράδυ, ο Ozzy κλείνει με ενκόρ τα “Children Of The Grave”, “Iron Man” και “Paranoid”. Ο Randy τα απεχθάνεται.
Αρχές Φεβρουαρίου του το λέει κατάμουτρα. Θα ηχογραφήσει αυτόν το live δίσκο και μετά θα φύγει απ’ το συγκρότημα. Θέλει να επιστρέψει στο Burbank, να διδάξει  στο UCLA, να πάρει το master του και να γράψει τις δικές του συνθέσεις κλασσικής μουσικής. Έχει ήδη μιλήσει με τον Jon Stix, τον διευθυντή του περιοδικού “Guitar World” για να τον συστήσει στον πιανίστα Jean Luc Ponty, ενώ ο Ritchie Polodor, ο πρώην κιθαρίστας των Steppenwolf που έχει στο μεταξύ γίνει ένας αξιοσέβαστος κιθαρίστας κλασσικής, τον περιμένει για κάποια session μαζί του.
Ο Ozzy παθαίνει παράκρουση. «Απολύεστε όλοι ! Ειδικά εσύ, αχάριστο βρωμοκούραδο!» ουρλιάζει και μπροστά σε όλα τα μέλη της μπάντας και της κουστωδίας, του χώνει μια μεθυσμένη γροθιά καταπρόσωπο. Λίγες μέρες αργότερα, σε μέρα διαλείμματος από τις υποχρεώσεις της περιοδείας, ένας μεθυσμένος Ozzy πλησιάζει με μεταμέλεια τον Sarzo:
«Πήγαινε βρες το φίλο σου και πες του ότι θα κάνει τεράστιο λάθος.  Σε λίγο καιρό θα έχει τόσα λεφτά που θα μπορεί να αγοράσει όχι μόνο μια μουσική σχολή, αλλά ολόκληρο το πανεπιστήμιο!».

Στις 19 Φεβρουαρίου το καραβάνι φτάνει στο Άλαμο. Η Sharon κρύβει όλα τα ρούχα του Ozzy για να μην μπορεί να βγει από το ξενοδοχείο για να προμηθευτεί ναρκωτικά. Εκείνος φοράει μια δική της μπλούζα, ένα γυναικείο παντελόνι και ψάθινο καπέλο και βγαίνει στην πόλη μαζί με δύο δημοσιογράφους που διψάνε για αποκλειστικές στιγμές με τον «σχιζοφρενή θεό του χέβυ μέταλ».
Ξαφνικά νιώθει ότι θέλει να κατουρήσει. Τα κατεβάζει και ανακουφίζεται στο μαρμάρινο μνημείο της πόλης, στο ιερό τέμενος των Τεξανών που έπεσαν το 1836, υπερασπίζοντας το οχυρό τους ενάντια στο στρατό του  Μεξικάνου στρατηγού Σάντα Άννα.
Τον συλλαμβάνουν πριν καν το καταλάβει και τον πετάνε στη φυλακή για μερικές ώρες, πριν καταβληθεί μια παχυλή εγγύηση. Οι αρχές του Texas ανακοινώνουν ότι είναι ανεπιθύμητος στην πολιτεία τους για τα δέκα επόμενα χρόνια. Μ’ όλη την αποστροφή και την απογοήτευση ο Randy νιώθει ότι απόφασή του είναι σωστή. Ο Mick Ronson δε θα ανεχόταν ποτέ κάτι τέτοιο, όσο έπαιζε με τον David Bowie. O Alice Cooper, ναι, ήταν κι αυτός ναρκομανής και αλκοολικός, αλλά δεν έφτασε ποτέ στο σημείο να αμαυρώσει ιερά και όσια μέσα στη μαστούρα του. Δεν έχει να φοβάται πλέον τίποτε. Τα έχει δει όλα. Η περιοδεία θα τελειώσει και θα γυρίσει στις σπουδές του. Τίποτε δεν μπορεί να του αλλάξει γνώμη.

Πέμπτη 18 Μαρτίου 1982. Η μπάντα έχει παίξει στο Knoxville Civic Coliseum. Επόμενη στάση ένα φεστιβάλ στο Orlandο της Florida, 665 χιλιόμετρα μακριά. Θα πάνε εκεί οδικώς. Ο Randy, για μια ακόμη φορά προσπαθεί να συνεφέρει μέσα στο λεωφορείο τον ημιαναίσθητο από το πιώμα Ozzy.
«Hey Oz. Get your shit together, man. Έχεις καταλάβει ότι έτσι που το πας, μια μέρα θα σκοτωθείς;».

Μετά από ώρες στο δρόμο, το λεωφορείο σταματά στο Leesburg της Florida, για να φτιάξουν το χαλασμένο κλιματισμό, που έχει κάνει το ταξίδι ακόμη πιο δύσκολο. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι εκεί δίπλα υπάρχει ένας μικρός αεροδιάδρομος για ελικόπτερα και μικρά εκπαιδευτικά ελικοφόρα, ο 36χρονος οδηγός του λεωφορείου Andrew Aycock που έχει και δίπλωμα πιλότου, ρίχνει την ιδέα να τους πάει δυό - τρεις μικρές εναέριες βόλτες, έτσι για να ξεμουδιάσουν, μέχρι να επισκευαστεί το αιρ-κοντίσιον.
Στην πρώτη βόλτα παίρνει μαζί του τον Don Airey και τον tour manager Jake Duncan. Προσγειώνεται κανονικά. Για τη δεύτερη, παρακινεί τον Randy Rhoads και τη μακιγιέζ Rachel Youngblood να τον ακολουθήσουν. Ο Randy, σκουντάει τον Sarzo και του λέει να ’ρθεί και κείνος μαζί του – ποτέ δε γούσταρε τα αεροπλάνα. Εκείνος μισοκοιμισμένος αρνείται, καθώς είναι κομμάτια και προτιμά την κουκέτα του. Το μικρό Beefcraft Bonanza, μοντέλο του 1927, απογειώνεται. Έχοντας την ηλίθια ιδέα να περάσει χαμηλά πάνω από το λεωφορείο για να τρομάξει όσους παρέμειναν για ύπνο μέσα σ' αυτό, ο Aycock χτυπάει το φτερό στην οροφή του λεωφορείου, αυτό σπάει και το μικρό ελικοφόρο, σε ένα σπιράλ θανάτου μερικών δευτερολέπτων χτυπά πάνω σ' ένα πεύκο και ακυβέρνητο συντρίβεται στο γκαράζ μιας εξοχικής κατοικίας. Όλοι πεθαίνουν ακαριαία.
Ο
Randy Rhoads, στα 25 του, ο «Καλύτερος Κιθαρίστας της Χρονιάς» δεν υπάρχει πια. Είναι δέκα η ώρα το πρωΐ, 19 Μαρτίου 1982.
Η κηδεία του Randy έγινε υπό τον βαριά συννεφιασμένο ουρανό του Burbank, στο ναό της Λουθηρανικής εκκλησίας που πήγαινε σχεδόν κάθε Κυριακή εκείνος και τα αδέλφια του, εκεί που η μητέρα του Delores παρέμενε ακόμη επικεφαλής της χορωδίας. Ο Οzzy δε σταμάτησε λεπτό να κλαίει απαρηγόρητος, αγκαλιασμένος με την Delores. H Jodi Raskin υποβασταζόταν από τον Rudy Sarzo. O Κevin DuBrow και o Tommy Aldridge ήταν κι αυτοί εκεί, νεκροπομποί του Randy, μαζί με κάποιους παλιούς του φίλους. Ο Dana Strum καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που επέμεινε εκείνο το απόγευμα του Σεπτεμβρίου του ’79 να τον καλέσει στην οντισιόν απ΄όπου όλα ξεκίνησαν. Ο αδελφός του Randy δεν άντεξε να παρευρεθεί καν.
Ανήμερα την 5η επέτειο του θανάτου του, 19 Μαρτίου 1987, ο Ozzy Osbourne κυκλοφόρησε το διπλό lp "Tribute". Περιείχε 13 κομμάτια ηχογραφημένα μέσα στο 1981 και out-takes από το ακουστικό “Dee”, όπου ακούγεται και η φωνή του Randy, καθώς δοκιμάζει την ηχογράφηση στο στούντιο. Στο εξώφυλλο, η φωτογραφία από το Rosemont με τον Ozzy να τον σηκώνει ψηλά και στο οπισθόφυλλο ένα σημείωμα της Delores. Δομημένο όπως κάθε δασκάλα θα το έγραφε περήφανη για τον μαθητή της. Συγκρατημένο με υπεράνθρωπο κόπο, όπως θα το έγραφε κάθε μητέρα που έχασε το παιδί της.

“...He accomplished so very much in his short life. Only the Lord above knows how much more he could have given us. May God bless each of you. - Delores Rhoads”.
                               
Παναγιώτης Παπαϊωάννου


// Old Time Rock

// Live Favorites

// Rocktime Songs