Ημερολόγια Κραιπάλης ‘87: “Girls, Girls, Girls"
Παρασκευή

26Μάι

Ημερολόγια Κραιπάλης ‘87: “Girls, Girls, Girls"

Δημοσιεύθηκε από:

26/05/2017

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

3951
“No m@th@fu#er dies in my ambulance !!!”. O τραυματιοφορέας έσφιξε τα δόντια, ζύγισε τις δύο σύριγγες και τις κάρφωσε με μια συμμετρική κίνηση, σαν ρομπότ, στο στέρνο του κοκκαλωμένου Nikki Sixx.
Το ξέπνοο σκαρί του μπασίστα, που είχε ήδη αρχίσει να μπλαβιάζει, τίναξε τα βλέφαρα, καθώς σταγόνες από αδιευκρίνιστης προέλευσης υγρά πετάχτηκαν απ’ το στόμα του. Ήταν ξημερώματα 23ης Δεκεμβρίου του 1987, λίγες μέρες μετά τα 29α γενέθλιά του και είχε ξεγλιστρήσει απ’ το θάνατο, πρώτη φορά χάρις την επέμβαση ενός ανώνυμου τρίτου, λίγη ώρα αφ’ ότου τον είχαν κουβαλήσει αναίσθητο από τη σουίτα του Franklin Hotel του L.A.. Το ευρωπαϊκό σκέλος της περιοδείας των Mötley Crüe θα ματαιωνόταν, την ώρα που ο  τέταρτος δίσκος τους, με τον σάτυρο τίτλο “Girls, Girls, Girls” είχε γίνει ήδη πλατινένιος στην Αμερική. Η κατηφόρα βέβαια είχε ξεκινήσει από αρκετά νωρίτερα.
Πολλοί λένε από κείνο το βράδυ της 8ης Δεκεμβρίου του '84, όταν o Vince Neil, εντελώς λιώμα, στούκαρε την ολοκαίνουρια Μαζεράτι Παντέρα του σ’ ένα στύλο, στέλνοντας τον συνεπιβάτη του, τον Razzle των Hanoi Rocks, να περάσει μέσα απ’ το παρμπριζ και να μείνει στον τόπο. Από τότε μέχρι την προπαραμονή των Χριστουγέννων του ‘87, είχαν μεσολαβήσει δύο άλμπουμ, μιάμιση παγκόσμια περιοδεία και σκηνικά που θα χωρούσαν σε δέκα χρόνια κανονικής ζωής ενός νορμάλ ανθρώπου. Ενός νορμάλ μουσικού, έστω και όχι ενός μέλους από την προβληματική τετράδα των Mötley Crüe. Εκείνοι ζούσαν ο καθένας στον προσωπικό του, ανορίωτο κόσμο.
Ο Vice Neil μπορεί να κουβαλούσε στις πλάτες του την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, όμως είχε σκανδαλωδώς μείνει ελεύθερος, μην εκτίοντας ούτε μια μέρα φυλάκισης, με τον όρο να παραμείνει «καθαρός» καθ’ όλη τη διάρκεια μιας επιτήρησης που – έτσι είπε ο δικαστής – «έπρεπε να κρατήσει πέντε χρόνια». Σε κάθε διαπίστωση της οποιασδήποτε παράβασης, θα έμπaινε μέσα για τουλάχιστον 8 μήνες. Το μάνατζμεντ είχε προσλάβει δύο μπράβους για να τον προσέχουν, καθώς κάθε βράδυ εμφανιζόταν με τη λιμουζίνα γεμάτη κουνελάκια του Playboy, μέθαγε και πλακωνόταν: με γορίλες που στέκονταν πόρτα στα κλαμπ του Sunset Strip, με τους roadies των support group, με όποιον παράβγαινε μαζί του στα φανάρια του Mullholland Drive, με όποιον τελοσπάντων βρισκόταν στο στόχαστρο της σουρωμένης του παραφροσύνης. Ένα βράδυ στο Τόκυο, αφού κατάπιε μόνος του δύο κανάτες καμικάζι σ’ ένα πανάκριβο εστιατόριο, αναποδογύρισε στα καλά καθούμενα το διπλανό τραπέζι, ουρλιάζοντας «Thats it, a##h@les, Im gonna kill each and every one of you!!!». Δεν είχε προσέξει ότι οι τύποι που κάθονταν εκεί ήταν κάτι καλοντυμένοι γκάνγκστερ της Γιακούζα, οι οποίοι εν ριπή οφθαλμού του κόλλησαν στη μούρη τα ημιαυτόματα που είχαν πρόχειρα. Ο Fred Saunders, ένας απ’ αυτούς τους «σωματοφύλακες», έπεσε πάνω του με αυτοθυσία και τον απομάκρυνε με την ταχύτητα που ξεφορτώνεται επίλεκτο μέλος των SWAT απασφαλισμένη χειροβομβίδα. Thosssh guysssh wasssh talkingth ssshith bout m-m-m-e” ψέλλισε αργότερα ο Neil, απoλογούμενος στον μάνατζερ Doc McGee. «Αλήθεια Neil; Σε ποιά γλώσσα; Από πότε μιλάς γιαπωνέζικα;». «Whathaf@k, Dοc?! Γιαπωνέζικα; Στην Πασαντήνα;». Στον κόσμο του, ο Vince ήταν ένας Hugh Heffner υπεράνω του νόμου, μόνο πιο νέος.
 


Ο Nikki Sixx, αφού είχε μάθει πώς να σουτάρει crack από την προστατευόμενη του Prince, την Vanity (όνομα και πράμα), από την Άνοιξη του ’86 και μετά ήταν πλέον ένα κανονικό πρεζάκι. Από την ώρα που άνοιγε τα μάτια του μέχρι που έχανε τις αισθήσεις κάπου μέσα στην επόμενη μέρα, ζούσε για ένα πράγμα και μόνο. Για το πώς θα μπορούσε να γίνει, τρεις και τέσσερις φορές την ημέρα. Κυκλοφορούσε με καουμπόϋκες μπότες για να κρύβει μέσα τους σύριγγες, κουταλάκια, ζυγαριές στο μέγεθος πρες-παπιέ και από 4 ως και 6 σακουλάκια με διακεκριμένης προέλευσης πρέζα. Ο Doc McGee είχε βάλει και σ’ αυτόν έναν «φρουρό», έναν χτιστό biker ονόματι Jesse, ύψους γύρω στο 1,90. Ο Sixx δεν είχε φίλους, οικογένεια ή σταθερή σχέση. Έχοντας αναλάβει να γράψει τραγούδια για το καινούριο άλμπουμ ζούσε μaζί με τον Jesse. Γρήγορα τον μετέβαλε σε συνεργό. Πήγαινε εκείνος και τού’ φερνε το πράμα, με ανταμοιβή να σουτάρουνε μαζί. Όταν βαριούνταν, ο Sixx σήκωνε το τηλέφωνο, χρησιμοποιούσε τα κατάλληλα κονέ και δέχονταν κατ’ οίκον επισκέψεις. Όταν τέλειωσαν και οι αυτοσχέδιοι κατάλογοι με τις stripper και τις πορνοσταρ, διάλεγαν από τις εκπομπές της τηλεόρασης ποιά socialite θα γούσταραν να πάρουν και την καλούσαν στο σπίτι. Και έρχονταν αρκετές. Κάποιο μεσημέρι Δεκεμβρίου του ’86, δέχτηκε ένα τηλέφωνο από το λογιστή του που του ανακοίνωσε: «Χαλάς κατά μέσο όρο 2.400 δολλάρια την ημέρα. Σε ακριβώς 11 μήνες θα είσαι εκτός από νεκρός και εντελώς χρεοκοπημένος».
Στον κόσμο του, ο Nikki πίστευε πλέον ότι έχει ξεκοιλιάσει τον Frank Ferrana από το Idaho, τον γιο μιας backing singer του Σινάτρα και ενός πατέρα που τους εγκατέλειψε στα 2 του χρόνια. Ότι ήταν ένας μποέμ junkie σαν τον William Borrows, μόνο με μεγαλύτερη πέραση στις φτηνές κι εύκολες γυναίκες και ατέλειωτο απόθεμα από θαυματουργές σκόνες.
Ο Tommy Lee, είχε κι αυτός αφήσει πίσω του την οικογένεια του αξιωματικού της αεροπορίας που του ζήτησε να πλακωθούν στην αυλή, όταν άκουσε ότι ήθελε να γίνει μουσικός. Είχε βρει το τοξικό του ταίρι στον Sixx, τον οποίο ακολουθούσε σαν μικρό κουτάβι και ζούσε πια το όνειρό του. Είχε μάλιστα καταφέρει να ρίξει την Sammy Joe της «Δυναστείας», την 25χρονη Heather Locklear, την επιτομή του all american girl της αμερικάνικης τηλεόρασης. Ένα διαμaντένιο δαχτυλίδι αξίας 25.000$ και δύο γραμμές prime κολομβιανής κόκας ήταν αρκετά για να την πείσει να δεχτεί την πρόταση γάμου που της απηύθυνε, στη μέση της “Theater Of Pain Tour”. Περήφανος που ζούσε πλέον σε πανάκριση έπαυλη στο Malibu, στον κόσμο του ήταν κάτι σαν τον διάσημο επιβήτορα μιας Lady Dee, μόνο που εκείνος διέθετε το πιο εξελιγμένο σετ από TAMA ντραμς, χορηγία της ίδιας της εταιρίας καθώς και τέσσερα Κορβέτ και μία Λαμποργκίνι. Ήταν στην κορυφή του κόσμου. Όσο δεν κείτονταν αναίσθητος.
Ο Mick Mars, μεγαλύτερος απ’ όλους τους υπόλοιπους κάτι λιγώτερο από μια δεκαετία, αφ' ότου είχε συναντήσει τους άλλους τρεις από μια μουσική αγγελία, είχε καταφέρει να ξορκίσει μεν τα χρόνια της ανέχειας και της αφάνειας, παίζοντας για μισό χάμπουργκερ τη βραδιά σε σχήματα της κακιάς ώρας. Όμως τώρα είχε να αντιμετωπίσει μια σκληρή δίκη διατροφής που όταν τελείωσε η περιοδεία του ‘85/’86 κορυφωνόταν. Τα δύο αγόρια που είχε αποκτήσει πολύ πριν τα 30 του μεγάλωναν γρήγορα και η μητέρα τους, η πρώτη του γυναίκα, Σάρον, είχε εύλογα πιστέψει ότι ο πρώην σύζυγος και νυν και αεί άστοργος πατέρας κολυμπάει στα δολλάρια, κάτι που απείχε πολύ από την αλήθεια, όπως τουλάχιστον τον ενημέρωνε ο λογιστής του. Σα να μην έφτανε αυτό, ο Mick, υπέφερε από την σπάνια εκφυλιστική ασθένεια με το τρομακτικό όνομα «αγκυλωτική σπονδυλίτιδα», οι πόνοι από την οποία τον είχαν οδηγήσει στο να καταναλώνει τρία με τέσσερα μπουκάλια βότκα καθημερινά, ίσα για να μπορεί να σταθεί. Δεν μπορούσε ούτε να γυρίσει το κεφάλι του πάνω στη σκηνή, δεν μπορούσε να σηκώσει το χέρι του να πετάξει μια πένα στο κοινό χωρίς να τον σουβλίζουν πόνοι σε όλη τη ραχοκοκκαλιά. Και δεν το είχε πει σε κανέναν.
Στον κόσμο του ήταν ένας ξοφλημένος γέρος που τον έζωναν παραφύσει σημάδια θνητότητας. Δεν θα προλάβαινε να μοιάσει στο ίνδαλμά του, τον Jimi Hendrix. Κατά τραγική ειρωνεία, δε, είχε φτιάξει μια κοιλιά που κοντράριζε άνετα εκείνη του Meat Loaf.


Tους πρώτους μήνες του ’87 η προθεσμία για να παραδώσουν στην εταιρία νέο υλικό εξέπνεε. Σύμφωνα με την εταιρία και τους μάνατζερ, το καινούριο άλμπουμ θα «έπρεπε» να είναι το νέο trendsetter για την δεκαετία που έτρεχε προς το τέλος της με τα φρένα κομμένα. Και πραγματικά κάτι τέτοιο ήταν. Δύο μήνες πριν το “Appetite For Destruction” και τέσσερις πριν το comeback των Aerosmith με το “Permanent Vacation”, οι Crüe συγκέντρωσαν και παρέδωσαν στον παραγωγό Tom Werman ένα σύνολο demo ηχογραφημένων μέσα σε περιστάσεις αποσύνθεσης. Ήταν τότε για πρώτη φορά που άρχισαν να κόβουν και να μιξάρουν τα ντραγκς με μερικά στοιχεία που δεν είχαν δοκιμάσει μέχρι τότε: την ενοχή, την άρνηση και την μυστικοπάθεια. Αυτά τα τρία που διαφοροποιούν τον περιστασιακό από τον εξαρτημένο χρήστη.
Στην δεδομένη στιγμή, δεν θα μπορούσαν να έχουν φτιάξει κάτι, έστω ελάχιστα, μουσικά πιο ουσιώδες. Οι 4 Crüe εκτίθεντο στους μηχανισμούς μαζικής απήχησης της εποχής ως αξιομνημόνευτες καρικατούρες και όχι χάρις την όποια μουσική τους αξία. Λόγω του ότι ήταν ικανοί να παραγάγουν ολοένα και νεώτερα αυτοτελή επεισόδια για την γιγαντιαία trash σαπουνόπερα του Hollywood. Ήταν οι παλιάτσοι σ’ ένα τσίρκο που φλέρταρε διαρκώς τη mainstream εικονογραφία χάρις στα νούμερα κακογουστιάς θράσους που επαγγέλλονταν και που πάντα, μα πάντα, κατάφερναν να τα ξεπερνούν οι ίδιοι, πέρα από κάθε προσδοκία.

Όχι ότι είχε ιδιαίτερη σημασία, αλλά αυτή τη φορά το σάουντρακ της κραιπάλης ήταν κάπως πιο blues, αφού ο Mars, σε άλλη μουσική φάση από τον Sixx, γέμιζε τα κομμάτια με slide σόλο οδηγώντας τον ήχο σαφώς μακριά από το glam-punk δισκογραφικό τους παρελθόν. Το πρώτο κομμάτι που έγραψε ο Nikki Sixx ήταν ένα μονόλεπτο μισομασημένο νανούρισμα, το “Nona”. Ήταν ο δικός του τρόπος για να βγάλει από μέσα του τις τύψεις για το πόσο τιποτένιος στάθηκε στις τελευταίες στιγμές της γιαγιάς του, της γυναίκας που στην ουσία τον μεγάλωσε. Εκείνη πέθαινε από καρκίνο κι ενώ ο παππούς του τον είχε ειδοποιήσει έγκαιρα για να παρευρεθεί έστω στην κηδεία, εκείνος ανέσυρε τον εαυτό του από την καθημερινή ναρκοαναισθησία κάπως αργά, έκανε τρεις ώρες για να αποφασίσει ποιά ρούχα θα βάλει και τί ναρκωτικά θα ήταν καλύτερο να πάρει μαζί του, ώστε στο τέλος τα παράτησε όλα και έκατσε μόνος στο σπίτι του στο Malibu καπνίζοντας κρακ.


Το “Dancing On Glass” το είχε γράψει κάτι μήνες νωρίτερα, όταν σ’ ένα φωτεινό διάλειμμα είχε αποφασίσει, όπως κάθε πρεζάκι, ότι «μπορεί να το κόψει μόνος του». Μιλούσε για την πρώτη του υπερβολική δόση, μετά από τη συναυλία τους στο Λονδίνο, ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου του ’86 (Valentine’s In London – Find me in the trash).
Όσο για το κομμάτι που έδωσε τον τίτλο στο άλμπουμ, Sixx, Neil και Lee το είχαν αποφασίσει. Θα είχε έναν τίτλο απλό και βιωμένο. “Girls, Girls, Girls”. Θα ήταν η δική τους σπονδή στις απανταχού στριπτιζούδες, που από τις πρώτες τους μέρες στο γεμάτο κατσαρίδες διαμέρισμα των 25 τετραγωνικών από το οποίο ξεκίνησαν, δίπλα σχεδόν στο “Whiskey A Go-Go” ήταν οι αδελφές ψυχές τους. Ήταν ό,τι ήταν κι αυτοί.
Μερικά τίποτα που εκπόρνευαν τα νιάτα τους σ’ ένα ιδανικό που είχαν φτιάξει άλλοι γι’ αυτούς: την λεκιασμένη, μαστουρωμένη υπόσχεση ενός ατέλειωτου party χωρίς hangover, με δολλάρια, σκόνες, σύριγγες και αφειδώς προσφερόμενες -αγορασμένες με εταιρικά κονδύλια promotion- παρτούζες μέχρις εξουθενώσεως. Όταν ηχογραφούσαν το κομμάτι στο στούντιο, ο Mick Mars ήταν τόσο κόκκαλο που έπεσε μονοκόμματος από το σκαμνί και συνέχισε να παίζει σωριασμένος κάτω το μακρόσυρτο outro. Το βίντεο, με την μπάντα να περιοδεύει από το ένα στριπτιζάδικο στο άλλο χαλβαδιάζοντας με τις pole dancers ήταν αρκετό για να ανεβάσει το single στο top-20 του Billboard, τον Μάϊο του ’87.





“Bad Boy Boogie”, “Five Years Dead”, “Somethin’ For Nothin’ και “All In The Name Of …” ήταν ηδονιστικά ροκενρολάκια της σειράς, με blues rock γεμίσματα από τον Mars, κολακευτική biker χροιά στην παραγωγή (ο Tom Werman έκανε ό,τι μπορούσε) και τον Vince Neil ν’ ακούγεται σαν τον Μίκυ Μάους που μόλις έχει σνιφάρει μισό γαλόνι αμόλυβδη, ανακατεύοντας στους στίχους τσιτάτα για 15χρονους θηλυκούς πειρασμούς και 16χρονους αρσενικούς ζιγκολό.

Σε μια faux δραματοποιημένη κορύφωση, η power ballad “You’re All I Need” με πιανάκι συνέχεια του “Home Sweet Home” μιλάει για το αφόρητο βάρος ενός ζηλόφθονου που μονολογεί πάνω απ΄το άψυχο κορμί της ερωμένης του to set you free, I had to take your life. Το βίντεο κλιπ, σε σκηνοθεσία Wayne Isham, επιτηδευμένα ρεαλιστικό, με τον νεαρό μακρυμάλλη πρωταγωνιστή να σκίζει τις φωτογραφίες του θύματος με τα χέρια του ματωμένα, πριν έρθει και τον μαζέψει δεμένο πισθάγκωνα το περιπολικό, απαγορεύθηκε από το MTV ως «ιδιαίτερα βίαιο».  




Την φήμη του «πιο επικίνδυνου συγκροτήματος στο ροκ ν’ ρολ» περισώζει βέβαια το πρώτο κομμάτι της πρώτης πλευράς. Το σήμα κατατεθέν της Καλιγούλειας δίνης που εκπροσωπούσαν οι Motley Crüe σε όλη την καρριέρα τους που βρισκόταν τότε, το ’87 στο αποκορύφωμά της. Ήταν το “Wild Side”, ένα ρυθμικό κτήνος, με ντραμς που άλλαζαν μέτρο τρεις φορές κατά τη διάρκειά του, με τον Tommy Lee αρχηγό βαρβαρικής ορδής σε επέλαση, κοφτά ριφ από τον Mars, γυναικεία φωνητικά να περιλούζουν το ρεφραίν με twist διαστροφής κι έναν Vince Neil να απαγγέλλει, σε στίχους Nikki Sixx, ένα μοναδικά διεστραμμένο «Πατερημών». Αυτό του κάθε καθάρματος από τον απόπατο του L.A., που γλεντά τον πανωλεθρίαμβό του.

«Γονατίστε σεις αμαρτωλοί, στη θρησκεία του δρόμου – Η απληστία μόλις χρίστηκε ο νέος βασιλιάς – Εσείς, ονειρεμένοι έφηβοι του Χόλλυγουντ – Και σεις, χτεσινές σκουπιδοβασίλισσες – Κρατήστε τις ευλογίες σας για τον γύρο τον τελευταίο / (Take a ride on the) Wild Side”/ Κουβαλάω το σταυρό μου μαζί με τη λίστα του θανάτου μου – και στείλε ό,τι γράμματα για μένα στην κόλαση – Ψεύτες και μάρτυρες – Χάσανε όλοι την πίστη στον Πατέρα – Χαμένες από χέρι ευχές κι ελπίδες / (Take a ride on the) Wild Side”».


Το τσίρκο της ακολασίας είχε προγραμματιστεί να ξεκινήσει στα μέσα Ιουνίου να μπαίνει σε τροχιά. Ήταν η μεγαλύτερη, πιο φιλόδοξη, περιοδεία των Crüe μέχρι τότε. Στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτε άλλο από την αφορμή για να τσουλήσει σε ράγες, μετά από έναν περίπου χρόνο από την τελευταία τους περιοδεία, η μεγαλύτερη περιφερόμενη επιχείρηση εμπορίας ναρκωτικών σε ολόκληρο τον πλανήτη. Είχαν ένα τεράστιο σκηνικό σετ, περιστρεφόμενα υδραυλικά τύμπανα, ακριβώς αυτά που έκαναν τα σαγώνια όλου του κόσμου να κρέμονται στο βίντεο του “Wild Side” και μια κουστωδία από τις πιο σαθρές μούρες να τους ακολουθούν.


Μια λιμουζίνα Excalibur με πινακίδα που έγραφε D.E.A.L.E.R., όπου επέβαινε ο Vic, ένας χοντρός με στέτσον, πούρο και ρόλεξ – τούβλο και μέσα από κει διέθετε το πιο εκλεκτό απόθεμα από ανοιχτόχρωμες groupies και σκουρόχρωμες σκόνες. Ένα υπερσύγχρονο λεωφορείο με διπλές κουκέτες και αδιανόητη κάβα. Έναν βοηθό ειδικά για να επιμελείται τα μπουκάλια Jack Daniels με τα οποία κατάβρεχαν κάθε βράδυ το κοινό. Δύο σούπερ σέξυ backing singers (“The Nasty Habits”), με φωνάρες, επιλεγμένες μετά από εξονυχιστικό «κάστινγκ». Αεροσυνοδούς στις V.I.P. θέσεις με τους μαύρους δερμάτινους καναπέδες να έχουν εγκαίρως τοποθετημένα στο δίσκο του δείπνου τα απαραίτητα για τον καθένα: Για τον Nikki και τον Tommy, λευκό κρασί, κοκτέϊλ και “zombie dust” (μίξη καταπραϋντικού και κοκαΐνης), για τον Vince υπνωτικά χάπια με μπύρα και για τον Mick Mars ένα μπουκάλι βότκα και (το βαφτισμένο απ’ τον ίδιο ως) “Mars-aide” (μια κανάτα τεκίλα με χυμό πορτοκάλι και γρεναδίνη). Κατά τόπον συνεργαζόμενοι dealer και tour promoters αντάλλασσaν σε κάθε αεροδρόμιο δεσμίδες από τσαλακωμένα δολλάρια με μαύρες βαλίτσες γεμάτες τακτοποιημένες ποσότητες και ποιότητες ηρωίνης. Μετά από κάθε συναυλία, meet & greet με τους fans, διαλογή groupies και πάρτυ στα παρασκήνια μέσα σε ανθρώπινη μάζα, σε κάθε πιθανό συνδυασμό – μόνο ο Mick Mars αποσυρόταν διακριτικά με την Emi, τη μια απ’ τις Nasty Habits. Πρώτες πρωϊνές ώρες σε κάθε πόλη, μια θωρακισμένη λιμουζίνα τους μετέφερε στο πιο ακριβό στριπ κλαμπ της όπου παρέμεναν για κάτι περισσότερο από 45 λεπτά - τόσο μόνον επέτρεπαν οι χρονικοί περιορισμοί πριν επιβιβαστούν στην επόμενη πτήση.


Τις μέρες που το άλμπουμ έφθανε στο Νο 2 του Billboard, στο παρά λίγο για να εκτοπίσει την Whitney Houston από την κορυφή, η περιοδεία ξεκινούσε. Από τις 19 Ιουνίου και το Tucson της Αριζόνα, μέχρι την Χριστούγεννα του ’87 και το Τόκυο, εξαπλώθηκε σαν επιδημία. Ώσπου ο Nikki Sixx, επέστρεψε στις 22 Δεκεμβρίου στο L.A., για ένα σύντομο «διάλειμμα» πριν το δεύτερο σκέλος της εξόρμησης των Crüe στην Ευρώπη. Με το που προσγειώθηκε, βάρεσε κατευθείαν στην τουαλέτα του αεροδρομίου κι έσπευσε να συναντήσει στο Franklin Hotel τον Robin Crosby, τον Slash και την κουστωδία τους. Πέρασαν ώρες πίνοντας και σνιφάροντας, περιμένοντας εναγωνίως τον «δικό τους» ντήλερ που θα έσκαγε μύτη, φορτωμένος με μια ιδιαίτερη ποικιλία περσικής ηρωίνης. Άμα τη αφίξει, τα ροκ ν’ ρολ τρωκτικά ξεκίνησαν να τη σουτάρουν μέσα τους αχόρταγα και λίγο μετά τα μεσάνυχτα, όσοι διατηρούσαν ακόμη τις αισθήσεις τους διαπίστωσαν ότι ο Sixx είχε πέσει περίεργα ακίνητος στο πάτωμα και δεν αντιδρούσε καθόλου. Κάλεσαν τις πρώτες βοήθειες, μάζεψαν άρον – άρον τα ντραγκς κι εξαφανίστηκαν.

Αν Nikki Sixx δεν διακομιζόταν με το ασθενοφόρο εκείνου του ευσυνείδητου τραυματιοφορέα, η ιστορία των Crüe θα είχε γράψει το τελευταίο της κεφάλαιο εκεί, έξω απ΄το Franklin Hotel. Έτσι, από μια παραξενιά της τύχης, οι Crüe παρέμειναν ζωντανοί και για τα επόμενα 30 περίπου χρόνια αναδείχθηκαν σε είδωλα ασωτείας, ένα αμερικάνικης προέλευσης διαχρονικό εικόνισμα της παραμυθίας “rags to riches”.
Έτσι, ο ίδιος ο –καθαρός πλέον- Sixx, o επί χρόνια με λεξιλόγιο 100 λέξεων (μείον τα “s#it”, τα “f@ckin’”, τα “you know” και τα “like”), έχει γίνει πλέον ένας πολυεκατομμυριούχος ρόκερ και συγγραφέας (με το “Heroin Diaries”) και παραδίδει δεκάδες διαλέξεις, συνεντεύξεις και γραπτές εισηγήσεις επιβίωσης, ως ο άνθρωπος που «πέθανε για δύο λεπτά και ξαναήρθε στη ζωή». Σε πλήρη αντίστιξη με αυτή την σπάνια τύχη, η Emi Jo Schmidt, η μια απ’ τις “Nasty Habitsκαι μετέπειτα κυρία Mick Mars, στις 25 Φεβρουαρίου 2017, άφησε την τελευταία της πνοή στα 62 της. Ποιός είπε ότι η ζωή είναι δίκαιη;
“All in the name of rock n’ roll”.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου


// Old Time Rock

// Live Favorites