14 Ιουνίου ’87: Τίποτε σαν την τελική αναμέτρηση
Τρίτη

13Ιούν

Παρά τα χιόνια που είχαν καλύψει τα πάντα το Φεβρουάριο, το πρώτο μισό του ’87 ήταν μια χρονιά γεμάτη πρωτιές τετελεσμένες υπό ηλιοφάνεια. Είχαμε κατεβεί δύο φορές στις μεγάλες διαδηλώσεις για τις περικοπές των εισακτέων, είχαμε δει τον Bon Jovi στο Νο1, τους Cult να το γυρίζουν από new wave σε bikers και τον Παπαχρήστου να γυρίζει το ντέρμπυ, σκοράροντας από κοντά, δύο λεπτά μετά που μπήκε ως αλλαγή.
Ανάμεσα σε μετωπικές με έρωτες, καρδιοχτύπια, διαγωνίσματα και ακατάσχετες πλάκες ίχαμε αποφύγει παρά γουρουνότριχα τον πόλεμο με το Σισμίκ, μάθαμε για την Εταιρία Δολοφόνων και το πόσο ζυγίζουν μερικοί υπεράνω πάσης υποψίας τύποι την ζωή ενός ταλαίπωρου συνταξιούχου, είδαμε τον Ματζέρ να βάζει γκολ με τακουνάκι, τον Βαν Μπάστεν να κερδίζει το Κυπελλούχων στο Ο.Α.Κ.Α., τον Τζώνυ Λόγκαν τη Γιουροβίζιον και το «Πλατούν»  –το έργο με τα περισσότερα φακ ανά λεπτό στην ιστορία- να σαρώνει τα Όσκαρ. Τί άλλο έμενε ακόμη;
Κι όμως. Έμενε το «Ευρωμπάσκετ». Θα γινόταν στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας από τις 3 Ιουνίου και διαφημιζόταν από την ΕΡΤ με μασκώτ έναν Πελαργό. Η Εθνική το περασμένο καλοκαίρι είχε έρθει 10η στο Μουντομπάσκετ και ο Γκάλης επιδιδόταν σε εξακολουθητικά όργια με τον Άρη σε ολόκληρη τη σαιζόν στην Ευρώπη. Τουλάχιστον, σε μια χρονιά χωρίς Mundial και Euro, θα είχαμε κάτι να δούμε μετά το απογευματινό μπάνιο και πριν τη βραδυνή έξοδο. Μετά την εύκολη νίκη στην πρεμιέρα με τη Ρουμανία, έρχεται μια επική εμφάνιση με τη Γιουγκοσλαβία του Πέτροβιτς, του Πάσπαλιε και του Βράνκοβιτς και μετά τίποτε δεν ήταν πια το ίδιο. Πρωτοσέλιδα, εκπομπές, αναβρασμός ανά την επικράτεια, ο Συρίγος έχει γίνει ο νέος Διακογιάννης και ακόμη κι η κυρά Μαριγούλα αρχίζει να γνωμοδοτεί για αν ο Σολοθάμπαλ παρέμεινε τελικά για τρία ολόκληρα δευτερόλεπτα μέσα στη ρακέτα.



Η ήττα από την υπερηχητική Ισπανία του Σαν Επιφάνιο και στη συνέχεια η δεύτερη κολλητή ήττα με τρεις πόντους από τη Ρωσία του Μαρτσουλιώνις, του Βολκώφ, του κύκλωπα Τσατσένκο και των βρωμόχερων μουστακοχαιτάδων Βάλτερς και Χομίτσιους, με τη διαιτησία του Ισπανού Σαντσίς να εξαγριώνει το Σ.Ε.Φ., τον Γιαννακη να αποβάλλεται άδικα με 5 φάουλ και τον Φάνη το Χριστοδούλου να κλαίει σα μικρό παιδί στο τέλος μας έχει πωρώσει άνευ προηγουμένου. Την Τετάρτη 10 Ιουνίου διαλύουμε την Ιταλία στο νοκ άουτ ματς των 8 και την Παρασκευή το βράδυ νικάμε και πάλι με 4 πόντους μετά από συγκλονιστικό ημιτελικό τη Γιουγκοσλαβία του Ντράζεν Πέτροβιτς, που είχε βγάλει γλώσσα δημοσίως ότι αυτή τη φορά, θα μας έχει τελειώσει.
Είμαστε στον τελικό, με αντίπαλο πάλι τη Ρωσία. Όλη η Ελλάδα ζει σε ένα απροσδόκητο θερινό παραλήρημα, που όμοιό του όχι μόνο το ποδόσφαιρο, αλλά κανένα άθλημα  δεν μας είχε δώσει ποτέ.

Κυριακή 14 Ιουνίου ’87. Γύρω στις δυόμισυ περπατάμε τα τρία τετράγωνα μέχρι στο σταθμό των λεωφορείων. Εκεί μας περιμένει μια ορδή από γυναικόπαιδα, όλα μέσα στη βαβούρα, με πλαστικά σημαιάκια, κασκόλ και καπέλλα για τον ήλιο, όλα στα «εθνικά χρώματα», πού ’λεγε κι ο Βασίλης Σκουντής. Κάνει ζέστη. Η διαδρομή είναι μια αναμονή και τίποτ’ άλλο. Δεν πολυγουστάρω όλη αυτή την άκρατη αισιοδοξία γύρω μου.
Μικροί και μεγάλοι, ένα γαλανόλευκο τσούρμο από μπαντάνες, μπλουζάκια “Fruit Of The Loom”, ιδρωμένα κοντομάνικα πουκάμισα, αξύριστα σαγώνια και σπυριάρικα χαμόγελα που δε συγκρατιούνται: «Το κύπελλο θα πάρουμε με τον τσαμπουκά».

Παραμένω προσγειωμένος. Θα φάμε είκοσι πόντους στο κεφάλι από τους Ρώσους και θα ησυχάσουμε, λέω από μέσα μου, αλλά δεν πειράζει. Δεν είναι και λίγο πράμα να δούμε από κοντά την Εθνική. Φτάνουμε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας κατά τις τέσσερις το απόγευμα. Το γήπεδο σαν διαστημόπλοιο βγαλμένο απ’ τις «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου», μένουν όλοι να το κοιτάνε κολλημένοι στα παράθυρα του πούλμαν. Μας βάζουνε μέσα περίπου μισή ώρα πριν αρχίσει ο τελικός για 5η και 6η θέση, Ιταλία – Γερμανία. Παίρνουμε θέση ψηλά, στις τελευταίες θέσεις του πρώτου διαζώματος, πίσω και διαγώνια από το ένα καλάθι. Τρεις σειρές από πάνω μας κρέμεται ένα γιγάντιο πανώ που γράφει «ΕΛΛΑΔΑ Η ΜΑΚΡΑΚΩΜΗ ΜΑΖΙ ΣΟΥ».
Δεν έχω ξαναδεί τόσο μεγάλο κλειστό γήπεδο. Το Δημοτικό μας Γυμναστήριο έχει λυόμενες κερκίδες μόνο από τη μια πάντα, στην πραγματικότητα καμιά δεκαριά ξύλινα σκαλιά που γεμίζουνε μόνο στις γιορτές του σχολείου και στο τοπικό ντέρμπυ μπάσκετ Παλαίμωνας – Περίανδρος. Δεν έχω επίσης ξαναπαρακολουθήσει παιχνίδι μπάσκετ από τέτοια οπτική γωνία, πίσω απ’ το καλάθι.
Το κλειστό δεν είναι καν μισογεμάτο, αφού ο τελικός αρχίζει στις οχτώ. Κι όμως μπορείς πεντακάθαρα να δεις τον κάθε θεατή, όπου και να κάθεται. Όταν αρχίζει το Ιταλία – Γερμανία, μου παίρνει ένα περίπου ημίχρονο να ξεσυνηθίσει το μάτι από την τηλεοπτική εικόνα, όμως μετά συνειδητοποιώ ότι ο αγώνας φαίνεται πεντακάθαρα ακόμη κι απ’ τη θέση μας. Νικάει η Ιταλία και δίπλα μου κάτι μικρά αναρωτιούνται πόσο να κάνουνε τα Converse του Γκάλη. Η ώρα περνάει γρήγορα. Ο κόσμος πυκνώνει. Θάλασσα από σημαίες. Κάποιοι ντυμένοι τσολιάδες περιφέρονται στο διάδρομο μεταξύ πρώτου και δεύτερου διαζώματος. Το κλειστό αρχίζει και κοχλάζει. Μπαίνει η Μελίνα και χαιρετάει τον κόσμο, ακούγονται κύματα τα χειροκροτήματα. Στις οκτώ, βγαίνουν οι δικοί μας για ζέσταμα. Πανικός. Τους βλέπω καθαρά. Ο Γκάλης, ο Γιαννάκης, ο Φασούλας, ο Χριστοδούλου, ο Σταυρόπουλος, ο Ιωάννου, ο Καμπούρης, ο Ρωμανίδης, ο Ανδρίτσος. Στον πάγκο ο Φιλίππου, τραυματίας.

Για να μάθουμε να τους αναγνωρίζουμε, την πολλή δουλειά την έχει κάνει ο Φίλιππας Συρίγος, τόσα χρόνια κάθε Σάββατο απόγευμα, με τον έναν αγώνα πρωταθλήματος μπάσκετ που μεταδίδει στην ΕΡΤ. Ο αέρας, αποπνικτικός μέσα στο Στάδιο, αρχίζει και τραντάζεται από τα συνθήματα. Και κάποια στιγμή, πάνω απ’ τα συνθήματα, ακούγεται από τα μεγάφωνα το “Eye Of The Tiger”. Καπάκι, μπαίνει το “Final Countdown”. Το ξέρουν μέχρι και οι τοίχοι του κλειστού. Το αφήνουνε για κάποιο λόγο να παίξει ολόκληρο, ακόμη και το σόλο.
Ο δίσκος των Σουηδών με τις επικές χαίτες έχει κυκλοφορήσει λίγο πριν τα Χριστούγεννα, το κομμάτι έχει πάει στα τοπ της Αγγλίας κι έχει μεταβάλει άρδην το χάρτη της δημοφιλίας για το hard rock. Έξι μήνες μετά, έχει μπει και στην διπλή καλοκαιρινή συλλογή που κάνει θραύση και «διαφημίζεται απ΄την T.V.», τα “HITS 6” και εξακολουθεί να παίζεται συνεχώς.
Πιάνω τον εαυτό μου παρόντα σ’ ένα τεράστιο βίντεο κλιπ που όμως δεν έχει συγκρότημα να παίζει. Σ’ ένα δρώμενο με ιδιαίτερο ηλεκτρισμό, απαλλαγμένο απ’ τη φωνή του σπήκερ. Ο κόουτς Πολίτης χαιρετά τις κερκίδες. Ο Γιαννάκης, τον βλέπω καθαρά, έχει σφιγμένο το στόμα του, σε μια γκριμάτσα επιμονής και αυτοσυγκέντρωσης. Ο Γκάλης είναι Γκάλης.
Ψύχραιμος και αγέλαστος, σα να μην νιώθει κόσμο καθόλου. Σφυρίγματα που σπάνε τ΄αυτιά για τους Ρώσους, οι οποίοι μοιάζουνε όλοι πιο ψηλοί από τους δικούς μας, μέσα στις κατακόκκινες adidas στολές τους με το φαρδύ πλατύ CCCP στο στήθος. Ένα τέταρτο πριν το τζάμπολ μπαίνει στα επίσημα ο Αντρέας, συνοδευόμενος από τον Αλευρά. Χαμός από τα χειροκροτήματα. Σηκώνει το χέρι και χαιρετάει, σε μια χειρονομία που έχω δει δεκάδες φορές από την τηλεόραση και τώρα τη βλέπω και ζωντανά. Το κλειστό είναι πλέον πίττα.
 
Το παιχνίδι ξεκινάει μέσα σε τρομερή ένταση. Δεν ξέρω που να πρωτοκοιτάξω. Στο παρκέ δίνονται μάχες, στην κερκίδα κάθε σφύριγμα εναντίον μας γιουχάρεται με πώρωση άλλο πράμα, νομίζεις ότι θα κάνουνε ντου κάτι οικογενειάρχες με μπυροκοιλιές και πεταγμένα τα λαιμά έξω, ότι θα μπούνε μέσα να παλουστουρκώσουνε το Σαντσίς, που είναι πάλι διαιτητής - μαζί μ’ έναν Αμερικάνο. Κάθε καλάθι πανηγυρίζεται σαν γκολ και η Εθνική συνεχώς κατορθώνει να βρίσκεται λίγο μπροστά. Μετά ισοφαριζόμαστε. Μετά είμαστε σταθερά λίγο πίσω. Η διαφορά με τους Ρώσους γίνεται λεπτό το λεπτό φανερή. Φασούλας και Γιαννάκης κάνουνε γρήγορα από τρία φάουλ. Ε, αυτό είναι.
Στο ημίχρονο είμαστε μπροστά  μ’ έναν πόντο και με πιάνω να λέω από μέσα μου εντάξει, καλά ήτανε μέχρι εδώ. Μην έχουμε και αυταπάτες. Καλύτερα να φάμε στο δεύτερο ημίχρονο τους είκοσι πόντους για να μην πονέσει και πολύ. Στο διάλειμμα τα μπουκαλάκια με νερό, απ’ τους πλανόδιους με κάτι φορητά ψυγεία που πρέπει να ζυγίζουνε κανα τόνο, πάνε κι έρχονται. Ξεκινάει το δεύτερο ημίχρονο, η μάχη γίνεται λεπτό το λεπτό και πιο συγκλονιστική. Είμαστε πάλι πίσω, αλλά ροκανίζουμε τη διαφορά.
Ο Τσατσένκο τραβάει μια αγκωνιά στο Γιαννάκη, μετά από ένα ρημπάουντ, πάει να πέσει το γήπεδο. «Γαμημένο χασισέμπορα» τον φωνάζουνε τον Τσατσένκο, γαμοσταυρίδια βροχή, ο ήχος μαζικός, εκκωφαντικός, σα νά’ χεις κλειστεί μέσα σε τηλεόραση με παράσιτα. Ο Γκάλης τα δικά του. Με τρομακτική ηρεμία, σα να παίζει σε σλόου μόσιον και πιο γρήγορα απ’ όλους τους άλλους ταυτόχρονα. Στέκεται στον αέρα και κατευθύνει λες με τα μάτια τη μπάλα στο διχτάκι, χωρίς ν΄ακουμπάει ούτε στεφάνι.
Ο Γιαννάκης τρέχει, προσπαθεί να κλέψει, μοιράζει και πετυχαίνει δύο τρίποντα. Είμαστε τρεις πόντους πίσω, μετά δύο. Ξανά τρίποντο οι Ρώσοι. Έχω αρχίσει και ψήνομαι. Λες; Συνειδητοποιώ ότι έχω σταυρώσει τα χέρια σαν σε προσευχή και λέω από μέσα μου «θα νικήσουμε, ρε, θα νικήσουμε».
Τελευταίο λεπτό, είμαστε στα ίσα και γίνεται το έλα να δεις. Όλο το κλειστό όρθιο, φωνές που τρυπάνε τα τύμπανα, σφυρίγματα όταν έχουν τη μπάλα οι Ρώσοι, μια ανατριχιαστική οχλοβοή κάθε φορά που κάνουμε κατεβασιά. Κάτι πάει να γίνει. Κάτι θα γίνει. Ένας ολόκληρος κόσμος έτοιμος να εκραγεί. Τελευταία επίθεση, είμαστε στα ίσα. Τη μπάλα ο Ιωάννου, το σκέφτεται.
«Στο Γκάλη ρε μαλάκα Μέμοοοο!» ακούω από πίσω μου να ουρλιάζουνε. Ο Μέμος κάνει μπάσιμο, σηκώνεται και την αφήνει στο στεφάνι. Το «Ααααααχ» χιλιάδων θεατών χτυπάει στο στομάχι. Παράταση.
Ο Γιαννάκης έχει και πάλι βγει με πέντε φάουλ. Ο Γκάλης βάζει ένα τρομακτικό καλάθι με σπάσιμο μέσης, μπροστά από τα θηρία. Βλέπω τον αδερφό μου, με τα μάτια πεταγμένα έξω και τα μάγουλα κατακόκκινα να ουρλιάζει κάτι στ’ αυτί μου. Διαβάζω το στόμα του: «τριπλό σπάσιμο μέσης». Το κλειστό αχνίζει. Ιδρώτας, ιερή ανατριχίλα. Χειροκρότημα. «Πάμε !!!». Τριγύρω απερίγραπτο νταβαντούρι. Χιλιάδες άνθρωποι τεντώνουνε χέρια, φωνάζουνε, τραγουδάνε, είναι πιασμένοι αγκαλιά, κοιτάνε την οροφή του Σταδίου, θέλουνε να δούνε τον ουρανό. Βλέπω απέναντι, στα επίσημα. Όλοι όρθιοι, με μέτωπα ιδρωμένα, γραββάτες λυμένες, τσιγάρα στα χέρια. Ο Γκάλης φύγει στον αιφνιδιασμό, ξεγλυστράει, του κάνουν φάουλ. Δύο βολές, τις βάζει και τις δύο, περνάμε μπροστά με έναν πόντο, 99-98 και μένει ένα λεπτό. Ο Βάλτερς με τη χαίτη και το μουστάκι χάνει και τις δύο βολές. Χαμός.
Ο Γκάλης χώνεται στη ρακέτα και σουτάρει ανάμεσα από δύο Ρώσους ένα πιαστό, από κείνα τα σουτ που εκτοξεύονται από κάτω προς τα πάνω, χτυπάει ψηλά στο ταμπλώ και ω του θαύματος, πέφτει μέσα ! Ισοφαρίζει ο Γιοβάϊσα με ξερό τρίποντο, θα μας φύγει η ψυχή, γαμώ το στανιό μου!!! 

Τελευταία επίθεση στην παράταση, είμαστε 101-101. Μόνο μερικά δευτερόλεπτα μένουν. Η ανάσα κομμένη κυριολεκτικά. «Ελ-λάς ! Ελ-λάς !». Πάλι ο Μέμος. Ξεμαρκάρεται και σουτάρει αγχωμένα. Στεφάνι. Βλέπω τον Καμπούρη να στριμώχνεται ψηλά στο στεφάνι από έναν Ρώσο. «Όχι !!!». «Φάουλ !!!». «Φάουλ !!!». Έκρηξη σα σεισμός. Δεν είναι δυνατόν.
Θα νικήσουμε. Θα νικήσουμε. Λίγες θέσεις πιο αριστερά κάποιοι κλαίνε και αγκαλιάζονται. Ο Καμπούρης παίρνει θέση. Βλέπω την πλάτη του με το 7 στο βάθος. Ο μόνος παίκτης του Ολυμπιακού. Βάζει την πρώτη. Ουρλιάζουνε δεξιά μου, αριστερά μου, πίσω μου.
Κάποιος πετάει ένα ολόκληρο πλαστικό κυπελλάκι καφέ που μου κάνει την πλάτη της μπλούζας κώλο. Ούτε που με νοιάζει. Έχω ανοίξει τα μάτια μου διάπλατα για να κλείσω μέσα τους αυτό που βλέπω. Στη σειρά από πίσω μου ένας μεσόκοπος με ιδρωμένη καράφλα σηκώνει το κοριτσάκι του στον αέρα και το φιλάει, η γυναίκα του –μια χοντρή με το πιο εμπριμέ φόρεμα της οικουμένης- ανεμίζει την πλαστική της σημαία με μανία. Δεν ακούω τίποτα από το θόρυβο. Και η δεύτερη βολή μέσα. Γρήγορα κατεβάζουνε οι Ρώσοι. Ο κακομούτσουνος Γιοβάϊσα προλαβαίνει να σουτάρει από τη γωνία μπροστά μας για τρίποντο, αλλά βλέπουμε τη μπάλα να χτυπάει στη γωνία του ταμπλώ. Τελείωσε !!!
 

Σηκώνω τα χέρια ψηλά και κοιτάω την οροφή του Σταδίου που αχνίζει. Στο παρκέ όλα εκτός ελέγχου. Οι παίχτες μας με τις άσπρες φανέλες χάνονται μέσα σε εκατοντάδες θεατές που έχουν ορμήσει μέσα και αγκαλιάζονται σε κατάσταση αμόκ. Πάνω στην έκσταση, κι ενώ οι αστυνομικοί προσπαθούνε μάταια να συγκρατήσουνε τους αλαφιασμένους που έχουνε γεμίσει το παρκέ, ξαναμπαίνει το “Eye Of The Tiger” και καπάκι, η διθυραμβική εισαγωγή με το συνθεσάϊζερ γεμίζει τον αέρα. “We’ re living together, and still it’ s farewell…”. Στις πιο χαμηλές σειρές της κερκίδας κάτι συνομήλικα τυπάκια ξελαρυγγιάζονται αγκαλιά φωνάζοντας ό,τι μπορούνε απ’ τους στίχους. Δεξιά κι αριστερά μου παιδιά -ποιός ξέρει από ποιό Λύκειο ή ποιό Γυμνάσιο, από ποιά γωνιά της χώρας έχουνε βρεθεί εδώ - να κάνουνε headbanging, ενώ ένας μαλλιάς με πατομπούκαλα και μπλουζάκι με στάμπα Scorpions στην πλάτη που φαίνεται από χιλιόμετρα παίζει εκστασιασμένος στον αέρα το σόλο του John Norum, σα να ζει κάθε νότα.
Είναι ο ύμνος της στιγμής, της εποχής, το ηχητικό αποτύπωμα μιας υπέρβασης, μια νίκης που θα μοιάζει για πάντα να ανήκει σε όλους μας. Πιθανόν μια ιδέα περισσότερο σε όσους έζησαν και αδυνατούν να ξεχάσουν εκείνο το καλοκαίρι.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου
 

// Old Time Rock

// Live Favorites