Roy Buchanan: “…But I know that the Messiah, he will come again”
Τετάρτη

9Αύγ

Roy Buchanan: “…But I know that the Messiah, he will come again”

Δημοσιεύθηκε από:

09/08/2017

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

4248
Κυριακή, 14 Αυγούστου 1988. Ο 48χρονος Roy Buchanan ξύπνησε γύρω στις 9:00, πήρε πρωϊνό στην κουζίνα του σπιτιού του, στα προάστια του Reston της Virginia και πετάχτηκε μέχρι το μπακάλικο, ν’ αγοράσει ζαρζαβατικά, όπως τού’ χε παραγγείλει η γυναίκα του, Judy.
Επέστρεψε και κατέβηκε στο υπόγειο, στο «μουσικό» του δωμάτιο. Δούλεψε εκεί για λίγο. Το πρώτο του κομμάτι κλασσικής μουσικής, που πάλευε πολλά χρόνια να συνθέσει, σχεδόν από τότε που έφτιαξε την πρώτη του μπάντα, 30 χρόνια πριν, ήταν σχεδόν έτοιμο.
Ενθουσιασμένος, ανέβηκε στο ισόγειο και κάλεσε την
Judy ν’ αφήσει για λίγο το μάζεμα του σπιτιού και να έρθει να τ’ ακούσει. Λίγο μετά το μεσημέρι, έφυγε από το σπίτι, λέγοντας ότι πάει στο κοντινό Εμπορικό Κέντρο, το Fair Oaks Mall, για ν’ αγοράσει πούρα. Επέστρεψε όμως γύρω στις 9:15, κάτι που συνέβαινε συχνά, ιδίως όταν άρχιζε να πίνει. Η Judy, που δεν είχε βρει καθόλου από το σπίτι εκείνη την ημέρα, έχοντας κοντά της τον επτάχρονο εγγονό τους, Matthiew, τον είδε να επιστρέφει με έναν άγνωστο τύπο, που μάλιστα είχε φέρει εκείνος τον Roy από το Mall με το αυτοκίνητό του. Φανερά πιωμένος, κατευθύνθηκε με τον άγνωστο στο «μουσικό» δωμάτιο του υπογείου.
Η Judy του, πάντα προσέχοντας να προλάβει τα παραστρατήματα του Roy, του συνέστησε ότι θα ήταν καλύτερα να μην αφήσει έναν ξένο εκεί μέσα. Αρκετές φορές τον είχε ακούσει να παραπονείται για το ότι του έκλεβαν κασσέττες και εργαλεία, απ’ αυτά που βρίσκονταν σπαρμένα στο πάτωμα του υπογείου. Ο Roy την αγνόησε και κατέβηκε τις σκάλες μαζί με τον άγνωστο. Η Judy ζήτησε από τον άγνωστο να φύγει, αλλιώς θα φώναζε την αστυνομία. Εκείνος αρνήθηκε. Ο ίδιος ο οικοδεσπότης τον είχε καλέσει εκεί. Η Judy σχημάτισε τον αριθμό της Αστυνομίας, ζητώντας να έρθει περιπολικό και να απομακρύνει τον άγνωστο.
.

Ο Roy ανέβηκε παραπατώντας από το υπόγειο και οργισμένος ξερίζωσε το καλώδιο του τηλεφώνου από τον τοίχο και απείλησε ότι θα τη δείρει αν συνέχιζε. Ο άγνωστος, αντιλαμβανόμενος ότι το πράγμα αγριεύει, βγήκε από την κεντρική πόρτα, μπήκε στο αυτοκίνητό του κι έβαλε μπρος. Ο Roy έτρεξε ξωπίσω του να τον προλάβει, φωνάζοντάς του να περιμένει, αλλά ο ξένος γκάζωσε κι εξαφανίστηκε. Παραπατώντας, ο Roy συνέχισε να τρέχει να προλάβει το αυτοκίνητο, μέχρι που έστριψε τη γωνία και χάθηκε και κείνος απ’ το οπτικό πεδίο της Judy. Ήταν η τελευταία φορά που θα τον έβλεπε ζωντανό.

Σύμφωνα με το δελτίο τύπου του Γραφείου του Σερίφη της Επαρχίας Fairfax της επομένης, 15 Αυγούστου 1988, ο Roy Buchanan προσήχθη στο Κέντρο Κράτησης Ενηλίκων στις 22:45 της 14ησ Αυγούστου, έχοντας συλληφθεί για «δημόσια μέθη», σύμφωνα με το άρθρο 18.2-388 του Ποινικού Κώδικα της Πολιτείας, πταίσμα που επέσυρε χρηματικό πρόστιμο 50 έως και 200 δολλαρίων, μόνο που έπρεπε να το απαγγείλει το συντομώτερο δυνατό ο αρμόδιος Δικαστής και μέχρι τότε ο παραβάτης θα παρέμενε υπό κράτηση. Στις 22:55 του πήραν τα στοιχεία και τον οδήγησαν στο κελλί R-45. Ο τυπικός έλεγχος των αστυνομικών στην πτέρυγά του διεξήχθη κανονικά στις 23:05 χωρίς τίποτε ασυνήθιστο να καταγραφεί. Όμως, κατά τον δεύτερο έλεγχο, στις 23:16, ο Buchanan βρέθηκε κρεμασμένος στο κελλί του. Είχε, όπως ανέφερε το δελτίο τύπου, περάσει το πουκάμισό του γύρω από το λαιμό του και είχε κρεμαστεί μ’ αυτό από τα κάγκελα της πόρτας του κελλιού.
Το ιατρικό προσωπικό του Κέντρου Κράτησης είχε επιχειρήσει καρδιοπνευμονική ανάνηψη, με την εισαγωγή του ειδικού σωληναρίου στο λαιμό του κρατουμένου, για να επιτρέψει την είσοδο αέρα στα πνευμόνια του. Μια εξωτερική μονάδα πρώτων βοηθειών τον είχε παραλάβει στις 23:23 και καθ’ οδόν προς το Γενικό Νοσοκομείο του Fairfax συνέχιζε τις προσπάθειες. Μάταια. Ο θάνατός του ανακοινώθηκε στις 23:59. Ως αιτία θανάτου, όπως αυτή προσδιορίστηκε στην Ιατροδικαστική Έκθεση, την οποία συνυπέγραψαν η παθολόγος του νοσοκομείου Dr. Frances P. Field και ο ιατροδικαστής Ralph Simone, που είχε διενεργήσει εσπευσμένα την νεκροψία στις 00:10, αναγράφηκε: «συνθλιβή λάρρυγγα».

Η Judy, σοκαρισμένη και οργισμένη δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ζήτησε αμέσως να διεξαχθεί πειθαρχική έρευνα για τις συνθήκες του θανάτου του συζύγου της. Μέσα σε λίγο περισσότερο από 30 ώρες από το συμβάν, ο εκπρόσωπος του Γραφείου Τύπου του Σερίφη, Mike Proffit, ανακοίνωσε ότι οι κακώσεις που επέφεραν την αιτία θανάτου ήταν «αυτοπροκληθείσες από τον θανόντα». Όμως, δύο μέρες αργότερα, κατά τη διάρκεια της κηδείας στο κοιμητήριο Money & King της πόλης Vienna της Virginia, μια τελετή που διεξήχθη με ανοικτό φέρετρο, o μπασίστας και επί χρόνια φίλος του Roy, Jeff Ganz, ο κιθαρίστας και φίλος του, Dave Whitehill καθώς και ο οικογενειακός φίλος Marc Fisher ανέφεραν δημόσια ότι παρατήρησαν μώλωπες στο μέτωπο και στο πίσω και πάνω μέρος του – ξυρισμένου τον τελευταίο καιρό - κρανίου του Roy. Τόσο η Judy, όσο και οι επί δεκαετίες φίλοι του από την πρώτη στιγμή δεν πίστεψαν την επίσημη εκδοχή. Ο Roy δεν είχε απολύτως κανέναν λόγο να αυτοκτονήσει. Ήταν ενθουσιασμένος με την καινούρια κλασσική σύνθεση που ετοίμαζε, ενώ είχε ήδη αρχίσει να ηχογραφεί demo για το 13ο άλμπουμ του, που ήταν προγραμματισμένο για κυκλοφορία τον Οκτώβριο, μαζί με μια ήδη κλεισμένα Ευρωπαϊκή περιοδεία. Πάνω απ’ όλα, το γεγονός ότι είχε συχνά κοντά του τον εγγονό του Matthiew, με τον οποίο απολάμβανε να παίζει επί ώρες καθημερινά, ήταν η καλύτερη απόδειξη ότι ο 48χρονος παππούς ένιωθε ακόμη νέος και γεμάτος ελπίδα.



Τις υποψίες της Judy και των συγγενών του νεκρού Roy έγιναν ακόμη πιο έντονες, όταν, μερικές εβδομάδες αργότερα, είδαν το φως της δημοσιότητας ορισμένες ιδιαίτερα λεπτομερείς μαρτυρίες κρατουμένων που βρίσκονταν εκείνη τη νύχτα και οι ίδιοι στο Κέντρο Κράτησης Ενηλίκων καθώς και ορισμένων άλλων καταδίκων και κρατουμένων που είχαν περάσει από το Κέντρο, ακόμη και παραμένοντας στο ίδιο κελλί, το R-45. Οι μάρτυρες αυτοί μίλησαν εκτενώς στον τοπικό έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, επιλέγοντας όμως να διατηρήσουν την ανωνυμία τους, φοβούμενοι ανταπόδοση από την πλευρά της Αστυνομίας. Όσα εξέθεσαν έμειναν, κατά ανεξήγητο τρόπο, αναπάντητα. Οι αρχές επέλεξαν γενικόλογα να διαψεύσουν τα όσα καταμαρτυρούνταν ως αναξιόπιστα, κάνοντας λόγο για δηλώσεις που προέρχονται απευθείας από την «υποκουλτούρα των εγκλείστων», για «απιθανότητες», αστήρικτες εικασίες δήθεν καταγγελτικές για το σωφρονιστικό σύστημα. Οι λεπτομέρειες όμως που περιείχαν οι μαρτυρίες των ανώνυμων κρατουμένων ήταν πολλές και τα επιχειρήματα στέρεα:  

«Κανείς που έχει περάσει από το συγκεκριμένο κρατητήριο δεν μπορεί να πιστέψει όλα αυτά τα περί αυτοκτονίας. Καταρχήν, η πτέρυγα με τα κελλιά όπως το R-45 δεν έχει καθόλου παράθυρα. Το μόνο που έχουν τα κελλιά είναι ένα άνοιγμα στην πόρτα, μισό μέτρο επί μισό μέτρο το πολύ. Ένα μικρό παράθυρο με κάγκελα, που ακριβώς από κάτω του έχει τη θυρίδα απ’ όπου σου σπρώχνουν μέσα το φαγητό. Το κελλί είναι περίπου διόμισυ μέτρα μήκος και ενάμισυ περίπου σε πλάτος, ενώ το ύψος του είναι περίπου τέσσερα μέτρα – πολύ ψηλό. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να κρεμαστεί κανείς από την λάμπα της οροφής, βρίσκεται πάρα πολύ ψηλά. Στη μια γωνιά των κελλιών υπάρχει ένα τσιμεντένιο κρεββάτι, ενωμένο με το έδαφος, περίπου μισό μέτρο ψηλό. Ακόμη κι αν πατήσει κάποιος πάνω του, δεν φτάνει με τίποτα στο ύψος της λάμπας. Επομένως, επειδή είπαν ότι “τον βρήκαν κρεμασμένο”, το μόνο μέρος από το οποίο θεωρητικά θα μπορούσε να πιαστεί για να κρεμαστεί, είναι ένα από τα τέσσερα κάγκελα του ανοίγματος της πόρτας».

«Ξέρω πολύ καλά το κελλί. Ο Roy είχε ύψος σαν το δικό μου, περίπου 1,80. Το κάτω μέρος του ανοίγματος της πόρτας με τα κάγκελα, η βάση δηλαδή που έχουν πάνω στο άνοιγμα οι τέσσερις μπάρες, απέχουν από το δάπεδο του κελλιού ένα με ενάμισυ μέτρο. Έχουμε λοιπόν έναν άνθρωπο 1,80 ύψος που πάει και κρεμιέται από ένα σημείο ύψους ενάμισυ μέτρου. Θα έπρεπε να περάσει το πουκάμισό του πίσω από τα κάγκελα και γύρω από το λαιμό του και μετά να πέσει προς το πάτωμα σχεδόν γονατιστός και η θηλιά όχι μόνο να κρατήσει, αλλά και σφίξει τόσο δυνατά, ώστε να τον πνίξει. Αν κάποιος είναι νάνος, μπορεί και να τα κατάφερνε. Όμως ένας άντρας κανονικού ύψους αποκλείεται. Πρακτικά βέβαια είναι εφικτό, αλλά είναι απίθανο να σκεφτεί κανείς να αυτοκτονήσει με αυτόν τον τόσο αβέβαιο τρόπο, αφού δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ούτε ο νόμος της βαρύτητας για να προκαλέσει την ασφυξία. Η όλη ιστορία δεν κολλάει, κι αν μπορούσατε να δείτε το ίδιο το κελλί κολλάει ακόμη λιγώτερο».

«Ήμασταν περίπου 700 οι κρατούμενοι εκείνο το βράδυ στο Κέντρο Κράτησης. Αν παίρνατε συνέντευξη από καθέναν ξεχωριστά, πάω στοίχημα ό,τι θέλετε ότι δεν θα υπήρχε ούτε ένας που να πίστευε μια τέτοια ιστορία. Και ξέρετε γιατί; Γιατί έχουμε όλοι δει πώς λειτουργεί εκεί το φυλακτικό προσωπικό, μπάτσοι και δεσμοφύλακες. Εκεί δουλεύουν κάτι γομάρια που η θέα τους σου κρύβει το φως. Μερικοί μάλιστα είναι σκέτα παλιόμουτρα. Χτυπάνε σε κοινή θέα. Έχουμε δει όλοι κάποιους δεσμοφύλακες στο Fairfax να χτυπάνε τα κεφάλια των κρατουμένων στο πάτωμα, να τους δέρνουν πολλοί μαζί με τα χέρια και με κλομπ ή να τους φοράνε θηλιές στο λαιμό, κρατώντας τους με δεμένα τα χέρια πίσω απ’ την πλάτη σα σκυλιά, για να τους σπάσουν τον τσαμπουκά. Δε θα μού’ κανε εντύπωση να είχε συμβεί κάτι τέτοιο και πάνω στο σκηνικό κάτι να στράβωσε».


«Τη νύχτα που έφεραν τον Roy, μπορεί πράγματι να τους ζόρισε, να τους έβρισε, να τους έφτυσε ή να πήγε να τους χτυπήσει. Αν γινόταν κάτι τέτοιο, ήτανε σαν πράσινο φως γι’ αυτούς, ν’ αρχίσουν το ξύλο. Μπορεί να του έκαναν αυτόν τον εικονικό πνιγμό που είχαμε δει ότι κάνανε και σ’ άλλους για να τον “συνετίσουν”, να τους έμεινε στα χέρια και μετά να προσπάθησαν να το εμφανίσουν σαν αυτοκτονία. Άνετα θα μπορούσα να πω ότι το σκέφτηκαν έτσι, κάποιοι άνθρωποι που ξέρω ότι δουλεύουν εκεί».

Η Judy Buchanan, λαμβάνοντας υπ’ όψη τα δημοσιεύματα αυτά, υπέβαλε μήνυση, ασκώντας παράλληλα αστικές αξιώσεις για αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης ενάντια στη Διεύθυνση του Γραφείου του Σερίφη της Επαρχίας του Fairfax, για εξ αμελείας πρόκληση του θανάτου του συζύγου της. Για την υποστήριξη της κατηγορίας και της αγωγής ήταν απαραίτητη η εκταφή του πτώματος και η εκπόνηση μιας ενδελεχούς πραγματογνωμοσύνης από ανεξάρτητο ιατροδικαστή, ώστε να αναδειχθεί αν υπήρχαν ευρήματα κακοποίησης που, συνεκτιμώμενα, να φωτίζουν με σαφήνεια την αλήθεια για την αιτία θανάτου. Το κόστος όμως που απαιτείτο για κάτι τέτοιο ήταν, για τα μέτρα της Judy Buchanan, απαγορευτικό. Ο συνήγορος στον οποίο είχε αναθέσει την υπόθεση, Hubert Schlossberg, μέλος του δικηγορικού συλλόγου της Washington, έκλεισε την υπόθεση, αποσύροντας για λογαριασμό της Judy τις ποινικές και αστικές της αξιώσεις, στις 14 Δεκεμβρίου του 1988. Τα όσα όμως δήλωσε αργότερα, αναδεικνύουν ορισμένες άλλες πτυχές της υπόθεσης.

«Παραμένω ιδιαίτερα καχύποπτος με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων του Σερίφη του Fairfax ως προς την υποτιθέμενη έρευνα που διατάχθηκε αμέσως μετά την ανακοίνωση του θανάτου του Roy. Είναι γνωστή η σπουδή των Αστυνομικών να καλύπτουν τους δικούς τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμοι με την κα Buchanan, την οποία δεν εξέτασαν καν.
Έκλεισαν τις πόρτες και σε λιγώτερο από 48 ώρες είχαν έτοιμο ένα πόρισμα λίγων γραμμών, που απλώς επιβεβαίωνε τα τυπικά έγγραφα της προσαγωγής, της λήψης των στοιχείων και της ιατροδικαστικής έκθεσης. Οι υποψίες όμως, ως γνωστόν, δεν αρκούν ενώπιον ενός δικαστηρίου. Δεν δικαιούμαι να ισχυρισθώ ότι δολοφονήθηκε. Όμως πιστεύω ότι πέθανε κάτω από σκοτεινές συνθήκες που οπωσδήποτε περιλαμβάνουν τουλάχιστον ίχνη συμπλοκής, ενδεχομένως και άσκησης υπερβολικής και μη αναγκαίας αστυνομικής βίας. Ακόμη όμως κι αν αυτό δεν ισχύει, υπάρχει οπωσδήποτε παράλειψη. Οι αρχές οφείλουν, κατά την λήψη των στοιχείων του συλληφθέντος, να λάβουν υπ’ όψη τους τουλάχιστον το ιατρικό ιστορικό του και έχουν καθήκον να ενεργήσουν έτσι ώστε να τον προστατεύσουν, ακόμη κι απ’ τον ίδιο του τον εαυτό, αν διαπιστώσουν ότι υπάρχει κίνδυνος αυτοβλάβης».


«Η αλήθεια είναι ότι ακόμη κι αν είχαμε μια διαφορετική αιτία θανάτου, μετά από εκταφή και νέα ιατροδικαστική έκθεση, η υπόθεση θα ήταν αδύναμη, αν θα έφτανε ενώπιον του ορκωτού δικαστηρίου. Ας μην ξεχνάμε ότι η Επαρχία του Fairfax είναι μια υπερσυντηρητική, redneck κοινότητα. Ο Roy είχε διαγνωσμένο πρόβλημα με το αλκοόλ και ιστορικό με τις ουσίες. Όχι μόνον ιστορικό χρήσης, αλλά και μια σύλληψη το 1969 στην Prince Georges County για κατοχή μαριχουάνας. Αυτά τα δεδομένα θα έδιναν στην εναγομένη πλευρά, τις Αρχές και το Γραφείο του Σερίφη, την υπερασπιστική γραμμή που χρειάζονταν στο πιάτο. Θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε για ενόρκους 12 ντόπιους, πολύ πιθανόν αγρότες τους περισσότερους, που μόλις θα άκουγαν τις λέξεις «αλκοόλ» και «ναρκωτικά» θα τους ήταν αρκετό για να απορρίψουν τα πάντα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η τράπουλα είναι σημαδεμένη».



Ποιός όμως ήταν ο άνθρωπος που τέλειωσε τη ζωή του στο αφιλόξενο κελλί του Κέντρου Κράτησης, λίγα χιλιόμετρα απ’ το σπίτι του, εκείνη την Αυγουστιάτικη νύχτα; Ο άνθρωπος που είχε από το 1971 χαρακτηριστεί ως ο «Καλύτερος Άγνωστος Κιθαρίστας στον Κόσμο» ήταν ένας χαμηλόφωνος, μειλίχιος βιρτουόζος της κιθάρας, που ανακαλύφθηκε από μουσικούς και μουσικόφιλους και έγινε γνωστός για το ψυχωμένο, εκρηκτικό και καινοτόμο παίξιμό του. Μπορούσε να παίξει ο,τιδήποτε, από bluegrass μέχρι ποπ, ροκ, blues και country, να κάνει την Telecaster του να στριγκλίζει και να γρυλίζει σαν ανθρώπινη φωνή, να εξαπολύει τις περίφημες «τσιμπητές» αρμονίες του ή να εμπλουτίζει τον ήχο με εφέ που έκαναν διάσημους κιθαρίστες να μένουν με ανοιχτό το στόμα και θεατές να νιώθουν ότι τους διαπερνά μια σπάνια φόρτιση. Ένας άνθρωπος γενναιόδωρος, αλλά εσωστρεφής, σχεδόν ντροπαλός, που το παίξιμό του αποκάλυπτε μια μαινόμενη εσωτερική τρικυμία.
 
Γεννημένος στις 23 Σεπτεμβρίου του 1939 στο Ozark, μια κωμόπολη στους πρόποδες των ομόνυμων οροσειρών του Arkansas, ο ίδιος έλεγε ότι ήταν ένας «ανέστιος βουνίσιος», ένας «ταξιδευτής». Ο μικρώτερος από τα τέσσερα παιδιά ενός αγρότη και περιστασιακού Πεντηκοστιανού κήρυκα, ο Roy έζησε τα πρώτα του χρόνια στο νότο του φυλετικού διαχωρισμού. Από τη μια οι gospel ψαλμωδίες των μαύρων, από την άλλη τα πύρινα, υψίφωνα κυρήγματα των λευκών. Η οικογενειά του μετακόμισε στο χωριό Pixley της Καλιφόρνια το 1945 και στα επτά του άρχισε να παίρνει μαθήματα κιθάρας. Στα 13 είχε αποκτήσει την πρώτη δικιά του Fender Telecaster, την οποία του άρεσε να δουλεύει πολύ σαν steel guitar, χρησιμοποιώντας για slide λαιμούς μπουκαλιών. Στα 15 εγκατέλειψε σπίτι και σχολείο κι έφθασε με ωτο-στοπ 156 μίλια νοτιώτερα, στο Los Angeles, για να γίνει μουσικός. Σύντομα έπαιζε με την τοπική μπάντα των Heartbeats, ενώ δύο χρόνια αργότερα ταξίδεψε ανατολικά στην Οκλαχόμα, όπου εντάχθηκε στο σχήμα του Dale Hawkins, που τότε είχε κάνει μεγάλη επιτυχία με το “Suzie Q”. Έπαιξε μαζί τους για τρία χρόνια, ώσπου το 1957 έκανε το ντεμπούτο του σαν session μουσικός, ηχογραφώντας στα studio της Chess Records. To 1960 τον βρήκε στον Καναδά, να παίζει κιθάρα με το γκρουπ του Ronnie Hawkins, τους The Hawks. O 17χρονος μπασίστας τους λεγόταν Robbie Robertson. Εντυπωσιάστηκε από την ευχέρεια του 21χρονου νότιου και του ζήτησε να του κάνει μαθήματα κιθάρας. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Robertson θα έφτιαχνε τους The Band, με τη γνωστή περιπετειώδη και θριαμβευτική εξέλιξη στο πλευρό του Bob Dylan. Ποτέ δε θα ξεχνούσε ποιός του έμαθε να πιάνει σωστά και να κουμαντάρει την κιθάρα.
 
Καθ’ όλη σχεδόν τη δεκαετία του ’60  Buchanan εξακολούθησε να δουλεύει σαν session μουσικός σε country, pop, rock και blues ηχογραφήσεις, προσθέτοντας εμπειρία και προσαρμόζοντας τις επιρροές από διάφορα είδη στην τεχνική του. Παντρεμένος από το 1961 με την Judy και έχοντας να συντηρήσει μια οικογένεια με τρία παιδιά, το 1965 εγκαταστάθηκε στην Washington και άρχισε να παίζει με γκρουπ όπως οι British Walkers και αργότερα στη μπάντα του Danny Denver.
Η φήμη του σαν ενός από τους πιο αξιόπιστους κιθαρίστες της περιοχής τον βοήθησε να βρίσκει σταθερά δουλειά, τόσο στο κύκλωμα των ζωντανών εμφανίσεων, όσο και σε ηχογραφήσεις άλλων μουσικών. Όταν το Μάρτιο του 1968 ειδε ζωντανά τον Jimi Hendrix στο Hilton της Washington δεν έκρυψε την εκπληξή του: κάποιος χρησιμοποιούσε πετάλια και πετύχαινε να αναπαραγάγει εφέ όπως το “wah-wah”, που ο ίδιος είχε κοπιάσει για να καταφέρνει μόνο με τα δάχτυλα. Από τότε και ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, όταν ήξερε ότι στην πλατεία βρίσκονταν μουσικοί, κατά τη διάρκεια των σόλο γύριζε την πλάτη του στο κοινό, προστατεύοντας όσο γινόταν τις ηχητικές του πατέντες. Όμως είχε μόνο καλά λόγια να πει για τον Hendrix, κομμάτια του οποίου εμφανίστηκαν άλλωστε λίγα χρόνια αργότερα και στους προσωπικούς δίσκους του, αποδεικνύοντας τον αυθεντικό θαυμασμό του για τον πρόωρα χαμένο ομότεχνό του.
 
Στα τέλη του 1970, εντελώς αναπάντεχα, κι ενώ είχε φτιάξει το πρώτο δικό του γκρουπ, τους Snakestrechers, σημειώνοντας σχετική επιτυχία στο underground κύκλωμα της ροκ σκηνής μεταξύ Washington, Maryland και Virginia, ήρθε η αναγνώριση. Πρώτα, ο νεαρός μουσικός και δημοσιογράφος Tom Zito της Washington Post τον ανακάλυψε στο “Crossroads”, ένα μικρό κλαμπ, κι έγραψε γι’ αυτόν: «Πολλοί κιθαρίστες κι από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού συμφωνούν ότι πρόκειται ίσως για τον καλύτερο κιθαρίστα της χώρας». Τον Φεβρουάριο του ’71 το ίδιο άρθρο του Zito αναδημοσιεύθηκε στο “Rolling Stone” και σε μηδέν χρόνο το ενδιαφέρον για τον ίδιο πολλαπλασιάστηκε. Μεταξύ άλλων, ο Duane Allmann και ο Rory Gallagher πήγαν και τον είδαν να παίζει. Άνθρωποι όπως ο Zito που πίστεψαν ότι ο Roy δικαιούτο κάτι πολύ περισσότερο από την περιορισμένη αναγνώριση που είχε μέχρι τότε, έκλεισαν ένα live στο campus του Πανεπιστημίου του Georgetown για ένα «σόλο κονσέρτο», όπου σε μια ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα συναυλιών, εντυπωσίασε. Ανάμεσα στο κοινό ήταν και άνθρωποι από το συνεργείο της WNET-ΤV, που του πρότειναν να γυριστεί ένα ντοκυμανταίρ για τη ζωή του, συνδιασμένο με μια σαρανταπεντάλεπτη live εμφάνιση στο στούντιο. Μεταδόθηκε στην τηλεόραση το Νοέμβριο του ’71 σε εθνική εμβέλεια, με τον τίτλο “Introducing …Roy Buchanan!” και άλλαξε την τύχη του για πάντα. 
 

Αμέσως του προσφέρθηκε δισκογραφικό συμβόλαιο από την, νεοσύστατη τότε, Polydor Records. Πέντε άλμπουμ ακολούθησαν. Το ομώνυμο “Roy Buchanan” (Σεπτέμβριος του ’72), επωφελούμενο από την απήχηση του τηλεοπτικού ντοκυμανταίρ, έφθασε τις 200.000 κομμάτια. Ακολούθησε το “Second Album” (Φεβρουάριο του ’73), που ξεπέρασε το μισό εκατομμύριο αντίτυπα και τον έκανε περιζήτητο. Το με περισσότερο εμπορική κατεύθυνση “That’s What I Am Here For” του’74, όπου παρ’ ότι φωνητικά ανέλαβε ο -όχι και τόσο ταιριαστός- Billy Price, δεν επανέλαβε την εμπορική επιτυχία του προηγούμενου. Το τέταρτο άλμπουμ με τίτλο “In The Beginning” πιο ήπιο, με αρκετή δόση φολκ, κυκλοφόρησε το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, με παραγωγό τον Ed Freeman και άλλον τραγουδιστή (Bill Sheffield), όμως τα εμπορικά αποτελέσματα ήταν πάλι μέτρια.
Η Polydor αποφάσισε να τον αποδεσμεύσει, όμως χρωστούσε ένα ακόμη άλμπουμ και το παρέδωσε. To ζωντανό “Live Stock”, ηχογραφημένο το Νοέμβριο του ’74 στη Νέα Υόρκη και τον Μάρτιο του ’75 στο Σικάγο, έπιανε την ένέργεια και την εκπληκτική ακρίβεια της απόδοσης του Roy, σε μια εποχή που τα live album αποτελούσαν την μεγαλύτερη απόδειξη της αξίας ενός ροκ καλλιτέχνη. Η Atlantic Records του μουσικού εγκεφάλου Ahmet Ertegun τον ενέταξε αμέσως στις τάξεις της δίνοντάς του την ευκαιρία για μια νέα αφετηρία. Το “A Street Called Straight” του ’76, παρά τα σημαντικά ονόματα που τον συνόδευαν (μ.α. Billy Cobham, Steve Cropper, ο νεαρός τότε Luther Vandross και τα αδέλφια Randy και Michael Brecker στα πνευστά), δεν έκανε το προσδοκώμενο εμπορικό άνοιγμα. Το “Loading Zone” (’77) είχε παραγωγό τον Stanley Clarke (μπασίστα των Return To Forever) και ήχο αποπροσανατολισμένο, μακριά από τα blues, ενώ και το “You’re Not Alone” (’78), παρά τις καλές στιγμές του, δεν μπόρεσε να ανεβάσει το όνομα του Roy στο πολυπόθητο παραπάνω σκαλί. Το ’81, κυκλοφόρησε από μια μικρή ανεξάρτητη εταιρία έναν ακόμη δίσκο (“My Baby”) και δήλωσε ότι αποσύρεται, απηυδισμένος από τους συμβιβασμούς που χρειαζόταν να κάνει για να ενταχθεί στις νόρμες της μουσικής βιομηχανίας. Σε αντίθεση με τους δίσκους του, οι ζωντανές εμφανίσεις του, σε όλες ανεξαιρέτως τις μεγάλες αίθουσες συναυλιών Αμερικής, Ευρώπης και Ιαπωνίας, είχαν σταθερά μεγάλη επιτυχία.



Παρά την ποιότητα των ηχογραφήσεων και την πληθώρα ικανών μουσικών που τον συνόδευαν σ΄αυτές, ο ίδιος σα να κρατούσε συνειδητά τις δυνατότητές του για τη σκηνή, εκεί όπου ένιωθε το ζωντανό κοινό να τον τροφοδοτεί και να τον σπρώχνει να δώσει τον καλύτερο εαυτό του. Το 1985, επανήλθε στην μικρής εμβέλειας Alligator και κυκλοφόρησε τρία μεστά άλμπουμ -“When A Guitar Plays The Blues” [‘85], “Dancing On The Edge” [‘86] και “Hot Wires” [’87]- για το πρώτο μάλιστα απ’ αυτά προτάθηκε ως υποψήφιος για το Bραβείο Grammy της καλύτερης blues ερμηνείας. Όμως οι πωλήσεις παρέμεναν μέτριες. Κάθε φορά που υπέγραφε ένα καινούριο συμβόλαιο, η Judy του έδειχνε πρώτα με νόημα το σπίτι τους και του έλεγε : «Θέλεις να συνεχίσεις να μένεις εδώ Roy; Αν ναι, get your ass in the studio». Τα χρόνια περνούσαν και τα έσοδα από την «καρριέρα» του, που ποτέ δεν κατόρθωσε να κάνει το κρίσιμο άλμα προς τα ψηλά, δεν έφταναν για να καλύψουν τις ανάγκες μιας πολύτεκνης οικογένειας. Ήξερε ότι θα πρέπει να συνεχίσει να κοπιάζει, να βγαίνει περιοδεία και να λείπει από το σπίτι του μήνες, εκτιθέμενος σε ένα όλο και λιγώτερο δεκτικό στην τέχνη του κοινό, που διαρκώς άλλαζε και είχε όλο και χαμηλώτερο μέσο όρο ηλικίας. Τί ρόλο μπορούσε κανείς να βρει σ’ έναν αγέλαστο μεσήλικα κιθαρίστα για να τον παρουσιάσει στη γενιά του MTV;


Το σφάλμα της βιομηχανίας ήταν πιθανόν ότι επιχείρησε να τον μεταχειριστεί σαν έναν ακόμη “guitar hero”, ενώ θα έπρεπε να τον αντιμετωπίσει σαν έναν δεξιοτέχνη, που επειδή ακριβώς μπορούσε να παίξει με την ίδια επιτυχία κάθε δημοφιλές είδος μουσικής, χρειαζόταν ένα σταθερό μουσικό καμβά, μια κατεύθυνση, ένα συγκεκριμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αφηνόταν να δημιουργήσει.
Ενώ πολλοί διάσημοι κιθαρίστες όπως ο
Eric Clapton, o Ritchie Blackmore, o Nils Lofgren και ο Mick Taylor μιλούσαν γι’ αυτόν με δέος – ο δε Jeff Beck, θεράπων κι αυτός της Telecaster, στον πιο πετυχημένο δίσκο του (“Blow By Blow”, 1975), του αφιέρωσε το περίφημο instrumental “’Cause We’ve Ended As Lovers” – ο Roy παρέμενε μέσα στα χρόνια μια cult φιγούρα, που έβλεπε τους νεώτερούς του να θησαυρίζουν με τεχνικές που πολλοί είχαν δει και κοπιάρει απ’ αυτόν, κάτι που άλλοι παραδέχονταν, άλλοι όχι.
Όσοι συνεργάζονταν μαζί του μιλούσαν για έναν αντιφατικό και βαθιά βασανισμένο άνθρωπο, που σπάνια τον έβλεπαν να χαμογελά. Αναζητούσε τους μουσικούς και τη μουσική παντού, όμως ένιωθε ξένος από το τριπ της υποχρέωσης για «εμπορική» επιτυχία και απεχθανόταν τις απαιτήσεις που την συνόδευαν. Συνέχισε πάντως να γράφει και να παίζει με την ίδια πάντοτε αφοσίωση στη μουσικότητα και μια αμίμητη εσωτερική φλόγα, όπως ο παρεξηγημένος μεσσίας στην ανυπέρβλητη σύνθεσή του :
 
«Ένα χαμόγελο, μόνο μια ματιά
Ο Πρίγκηπας του Σκότους
Μόλις πέρασε από ‘δω
Πολλοί οι άνθρωποι
Κι ο καθένας είχε το δικό του να πει
Αλλά αυτή τη φορά, θα τα πώ όπως ξέρω εγώ
 
Ήτανε μια πόλη
Ήτανε μια παράξενη πόλη, μικρή, τη λέγανε «Ο Κόσμος»
Ήτανε μια μοναχική, μια μικρή μοναχική πόλη
Ώσπου μια μέρα, ένας ξένος εμφανίστηκε
Κι οι καρδιές τους ξανάγιναν χαρούμενες και η θλιμμένη μικρή πόλη ξανάγινε ευτυχισμένη
Όμως ήταν και κάποιοι που αμφέβαλλαν΄ στάθηκαν δύσπιστοι και τον χλεύασαν
Και τότε ο ξένος έφυγε, μακριά
Και τώρα, η μικρή θλιμμένη πόλη, θλιμμένη μέχρι χτες
Είναι πολύ πιο θλιμμένη σήμερα
Περπάτησα σε πολλά μέρη που δεν θά’ πρεπε ποτέ να πάω
Αλλά ξέρω ότι ο Μεσσίας θα έρθει ξανά


Όσο περνούσαν τα χρόνια γινόταν όλο και πιο συναισθηματικά ασταθής, ευάλωτος και εμφανιζόταν συχνά στοιχειωμένος από μια αήττητη θλίψη. Κατέφευγε στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά, ιδίως για να αντιμετωπίσει το παροιμιώδες τρακ πριν από κάθε εμφάνιση. Είχε έντονα ξεσπάσματα θυμού, ακολουθούμενα από συστολή και σιωπή. Ήθελε πολύ να κάνει τους γύρω του χαρούμενους και υπό κανονικές συνθήκες ήταν δεκτικός και ανιδιοτελής, άλλοτε όμως γινόταν χειριστικός ή φαφλατάς, όπως τότε που ισχυριζόταν ότι οι Rolling Stones του ζήτησαν να μπει στο γκρουπ σαν αντικαταστάτης του Mick Taylor, αλλά εκείνος αρνήθηκε γιατί «ήταν πολύ τεμπέλης για να μάθει όλα τα τραγούδια τους». Δύσκολο να εισχωρήσουν στα άδυτα του εσωτερικού του κόσμου, ακόμη και επί χρόνια φίλοι και συνεργάτες του. Δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι ήταν ο ίδιος άνθρωπος που έγραψε το ευαίσθητο ακουστικόThank You Lord” του ’73, ή το “Judy” του ’77 (αφιερωμένο στη γυναίκα της ζωής του), μ’ αυτόν που έφερνε δάκρυα στα μάτια με το “The Messiah Will Come Again”, μ’ εκείνον που ζωγράφιζε με νότες τη λαγνεία στο “After Hours”, που κατεδάφιζε το “Hey Joe” σχεδόν ανέκφραστος, ή εκείνον που ξεσπούσε με μανία στα σόλο του “Sneaking Godzilla Though The Alley” του ’85.
Όταν ο κιθαρίστας Chris Johnson στα session του “When A Guitar Plays The Blues” τον ρώτησε πώς γίνεται το να διατηρεί εξωτερικά τον αυτοέλεγχό του, την ώρα που με τα σόλο του βγάζει τέτοια ένταση, πόνο, ελπίδα και καθαρτήρια οργή, εκείνος απάντησε : «Αυτό συμβαίνει γιατί ουρλιάζω από μέσα μου».

Αυτή η οργή, αυτό το ηφαίστειο που διαρκώς σιγόβραζε, ίσως είναι το κλειδί του τί πράγματι συνέβη εκείνο το μοιραίο βράδυ του Αυγούστου του ’88. Όταν υπέγραψε στην Alligator το ’85, παρακολουθούσε συναντήσεις των Ανώνυμων Αλκοολικών, αλλά συνέχιζε να πίνει. Μπορεί το ποτό να μην του δημιουργούσε πρόβλημα στις ηχογραφήσεις, αλλά δε γινόταν να ανέβει στη σκηνή χωρίς να έχει πρώτα καταναλώσει 3 ή τέσσερις μπύρες και να ανεβαίνει στη σκηνή κρατώντας στο χέρι την πέμπτη. Στο διάλειμμα του live, έπαιρνε ό,τι ουσία κυκλοφορούσε στα παρασκήνια, χόρτο, κόκα, σπηντ, βαρβιτουρικά και συνέχιζε. Ο,τιδήποτε για να αναισθητοποιήσει το άγχος της ζωντανής εμφάνισης. Φαίνεται δύσκολο να το πιστέψει κανείς, αλλά μετά από τόση αναγνώριση από μουσικούς και κοινό, ποτέ στη ζωή του δεν μπόρεσε να αισθανθεί απολύτως άνετα πάνω στη σκηνή. Τον Ιούλιο του 1988, ο ψυχίατρός του, Dr. Richard Ratner, του είχε χορηγήσει συνταγή με αντικαταθλιπτικά Elavil, σε μια προσπάθεια να επιφέρει χημική ισορροπία στην ευμετάβολη ψυχολογική του κατάσταση. Έπαιρνε 2 χάπια των 50mg την ημέρα και στο φιαλίδιο το έγραφε ξεκάθαρα : “Do not drink alcohol”.

Ο ίδιος ο Ratner επιχείρησε αργότερα να αποκαταστήσει την αλήθεια : «Όσο μου επιτρέπει το ιατρικό απόρρητο και επειδή έχουν ειπωθεί πάρα πολλά, οφείλω ορισμένες εξηγήσεις. Η αυτοκτονία το Roy δεν ήταν μια προσχεδιασμένη πράξη, αλλά ένα αποτέλεσμα της, ας το πω με γενικούς όρους, πάθησής του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε εμφανίσει καταθλιπτικές διαταραχές και με επισκεπτόταν σε τακτική βάση. Παρουσίαζε έντονες μεταπτώσεις στη συμπεριφορά του, άλλοτε αποτραβιόταν σιωπηλός, άλλοτε ήταν σε υπερδιέγερση και εμφάνιζε κρίσεις θυμού. Οι ηφαιστειώδεις αυτές συναισθηματικές εκρήξεις του στερούσαν τη πνευματική διαύγεια για να συνειδητοποιεί το εσφαλμένο και το πολλές φορές επικίνδυνο της συμπεριφοράς του, τόσο για τους γύρω του, όσο και για τον εαυτό του. Η κατανάλωση αλκοόλ συνεισέφερε στο να αμβλύνονται οι αναστολές του».

Έφυγε υπό τις δυσάρεστες και αδιευκρίνιστες αυτές συνθήκες, μην προλαβαίνοντας, για ελάχιστα χρόνια, την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον κιθαριστικό blues ήχο που στα ‘90s θα του έδινε την ευκαιρία για μια νέα, αναβαθμισμένη και αντάξιά του καρριέρα.  Έφυγε, αφήνοντας πίσω του ένα δυσαναπλήρωτο κενό για την οικογένειά του, αμέτρητες αναμνήσεις για όσους μοιράστηκαν μαζί του τη σκηνή, παίρνοντας απ’ αυτόν μαθήματα κιθάρας ή αντιγράφοντας το παίξιμό του. Και για το μουσικό κοινό, αφήνοντας μια δισκογραφική κληρονομιά γεμάτη από ηχογραφήσεις κλάσης, όπου το πάθος και η τεχνική αλληλοσυμπληρώνονται σε μια φόρμα προσωπικής έκφρασης σπάνια στα ροκ χρονικά. Ο Tom Hambridge, ντράμερ στην μπάντα του τα τελευταία χρόνια, θυμάται με συγκίνηση μια φράση του Roy Buchanan, που περικλείει όσα είχε μέσα του, όσα αγωνιούσε που δεν μπορούσε να πετύχει κι όσα με όλη του την καρδιά χάριζε στους γύρω του:

“Remember: if you can’t take care of yourself, don’ t forget to take care of somebody else”.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου



// Live Favorites

// Rocktime Songs