Sex Pistols: 26 μήνες καθολικής αναρχίας
Κυριακή

12Νοέ

Sex Pistols: 26 μήνες καθολικής αναρχίας

Δημοσιεύθηκε από:

12/11/2017

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1071
Ανέβηκαν για πρώτη φορά σε πάλκο στη μικρή σκηνή του St. Martin’s School Of Art, στις 6 Νοεμβρίου του ’75. Το Φεβρουάριο του ’76 είχαν φτάσει να παίζουν σε εβδομαδιαία βάση: Κολλέγια, Σχολές Καλών Τεχνών, δυτικό Κένσινγκτον, εργατικές λέσχες, “100 Club”, Marquee.
Προσέλκυαν πολλά μυστήρια μούτρα από τα Λονδρέζικα προάστια, που έμοιαζαν λιγώτερο με ομοϊδεάτες και περισσότερο με ομοιοπαθείς. Φάτσες όπως η Suzie Dallion, ο Shane McGowan και ο William Broad έδειχναν να πιάνουν για καλά το νόημα της αυτοσχέδιας κακοφωνίας που ερχόταν από τη σκηνή: ένα ξιπασμένο «μόνοι μας και όλοι σας», ένα μεσαίο δάχτυλο στα μούτρα του ταξικού καθωσπρεπισμού, της χρόνιας καταπίεσης, του να είσαι πληβείος σε μια καλά οχυρωμένη κοινωνία επιτήδευσης, αιχμάλωτος την ίδια στιγμή μιας βαρετής, υποκριτικής και μουσικής μόδας. 
Μπορεί κανείς από δαύτους, τους πάνω ή τους κάτω απ’ τη σκηνή, να μην είχαν ποτέ δει γραμμένες τέτοιες λέξεις, όμως το νόημά τους, άσχετα αν τους ήταν αδύνατο να το αναλύσουν με λόγια, το είχαν βιώσει στο πετσί τους. Τα τέσσερα εικοσάχρονα θρασίμια που με το όνομα Sex Pistols μάθαιναν τότε να παίζουν τα όργανά τους, σίγουρα. Τραγουδιστής τους, ένα καχεκτικό, ξεμαλλιασμένο αλητάκι με γουρλωμένο μάτι, σαν σε μόνιμη κρίση επιληψίας. Κιθάρα, ένας κλεπτομανής νταής απ’ το Shepherd’s Bush, με μαλλί που δεν έστρωνε με τίποτα. Τύμπανα ένα ξανθό χαμίνι με απλανές «φοκοφφ!» βλέμμα απ’ την ίδια γειτονιά,. Μαζί τους ένας ασουλούπωτος πωλητής ρούχων, συνομίληκός τους, που φόραγε το Rickenbaker με τη χάρη παλνίδιου ακορντεονίστα. Όλοι τους, καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί, αποκρουστικοί. Η Γηραιά Αλβιόνα διερχόταν τον «χειμώνα της δυσφορίας», μια εποχή που μια ολόκληρη κοινωνία χειμαζόταν και όχι μόνον απ' τον καιρό. Απεργίες, οδομαχίες, ρατσισμός, οικονομική καταβύθιση, ανασφάλεια, το μέλλον κίβδηλη υπόσχεση. Η ανάγκη για μια καινούρια φωνή, έναν διαφορετικό τόνο, μια στάση για να ξεδιψάσει την οργή μιας γεννημένης μεγαλωμένης για να πεταχτεί στα σκουπίδια, κόχλαζε.



«Αφού μπορούν αυτοί, μπορούμε και μεις», σκέφτονταν ολοένα και περισσότερες από τις μούρες της κουστωδίας που ακολουθούσε τους Sex Pistols στις επεισοδιακές πρώτες συναυλίες, της ανομοιογενούς ομάδας πιστών που στέφθηκε ως “Η επιτροπή του Bromley”. Κάποιος Howard Devoto κι ένας άλλος, ο Pete Shelley από το Manchester έφτιαξαν τους Buzzcocks, τον Απρίλιο του ’76. Αρχές καλοκαιριού οι Buzzcocks έπαιξαν τις πρώτες τους συναυλίες και κανόνισαν να φέρουν τους Pistols στο Manchester για να παίξουν. Το μουσικό modus operandi που έγινε γνωστό ως “Do It Yourself” καθώς και η κίνηση που σύντομα βαφτίστηκε “punk” είχαν γεννηθεί.
 «Είχα μερικά ακκόρντα και ο Steve με ζόριζε συνέχεια. “Για να σε δούμε καργιόλη εξυπνάκια, έχεις τίποτα να παίξουμε;”». To ριφ του Matlock θύμιζε κάτι από μισοχωνεμένη beatlική ιδέα, αλλά γδάρθηκε βίαια από την κιθάρα του Jones σε σημείο να μην παραπέμπει καν σε κάτι τέτοιο. Ο Rotten έγραψε το στίχο σε μία ώρα. Μια άναρθρη κραυγή αυτοπροσδιορισμού (“ I don’t know what I want – but I know how to get it”), ένα για ανατροπή και χάος (“I give a wrong time stop at traffic line”), cause “it’s the only way to be”. Το τιτλοφόρησαν “Anarchy In The U.K.” και θα γινόταν το πρώτο single.

Η φήμη των νεαρών Pistols και της νέα οπτικοακουστικής ασωτίας που τους συνόδευε σύντομα έφερε τα λαγωνικά πολλών εταιριών να θέλουν να τους δουν live για να τους αρπάξουν και να τους πουλήσουν σαν το πιο φρέσκο σάπιο φρούτο της μουσικής παραγωγής. Polydor, RAK, Chrysalis και EMI άρχισαν τους άτυπους και σύντομα τους κανονικούς πλειστηριασμούς. Η μπάντα τον Μάϊο του ’76 ολοκλήρωσε την ηχογράφηση των πρώτων της demo, με τη βοήθεια αρχικά του κιθαρίστα Chris Spedding και μετά του ηχολήπτη Dave Goodman, σ’ ένα διαμέρισμα στη Denmark Street. Σ’ εκείνο το δίπατο διαμέρισμα ήταν το στούντιο, το σπίτι και το στέκι τους.



Ο άνθρωπος που προωθούσε το συγκρότημα ήταν ένας 30χρονος με αναμφισβήτητη ικανότητα στο παραμύθι, ονόματι Malcolm McLaren, ο εκκεντρικός σχεδιαστής ρούχων και ιδιοκτήτης του “SEX”, μιας boutique αβαντ γκαρντ ρουχισμού και, μεταξύ άλλων, S&M εξοπλισμού στο Chelsea. Με την συντροφο και συνεταίρο του Vivienne Westwood ήταν αυτός που είχε περιμαζέψει τον Steve Jones από μια καρριέρα μικροκλοπών στa σοκάκια του Λονδίνου, είχε προσλάβει ως περιστασιακό πωλητή τον Matlock και, όταν η μπάντα είχε αρχίσει να παίρνει μορφή, ήταν αυτός που ενέκρινε για τραγουδιστή τον John “Rotten” Lydon.
Ήταν αυτός που, θέλοντας να επαναλάβει επιτυχημένα αυτή τη φορά το πείραμά του με τους New York Dolls τρία χρόνια πριν, διέβλεψε την ανάγκη για κάτι ακραίο, προσβλητικό και αμφίσημο. Δεν υπήρχε λοιπόν περίπτωση να συμβιβάσει το «δημιούργημά» του για ένα δευτεροκλασσάτο συμβόλαιο. Στις 8 Οκτωβρίου 1976 υπό την δική του καθοδήγηση, η μπάντα υπογράφει συμβόλαιο δύο χρόνων με την EMI, και τσεπώνει προκαταβολή 40.000 λιρών, ποσό ρεκόρ για μια άσημη ομάδα ταραξιών που δεν μπορούν καλά – καλά να παίξουν. Σε μερικές μέρες μπαίνουν στα Landsdowne Studios μαζί με τον τεχνικό ήχου τους, Dave Goodman, έχοντας του αναθέσει να κάνει εκείνος τον «παραγωγό». Η διαδικασία υπήρξε εκνευριστική και αναμενόμενα χαοτική, καθώς «κανείς μας δεν είχε ιδέα τί είχαμε πάει να κάνουμε εκεί μέσα», όπως λέει ο Steve Jones.




«Υπήρχε ένα πιάνο που βρήκαμε στο στούντιο», θυμάται ο Glen Matlock. «Δεν ήμουνα με τίποτα πιανίστας, απλά έκατσα κι άρχισα να το πασπατεύω και τους τσάντιζα όλους. Βρήκα όμως μια συγχορδία και άρχισα να την δουλεύω στην κιθάρα. Είχα ένα - δύο πράγματα στο μυαλό μου, όπως τους Spiders From Mars, τους The Move. Προσπάθησα να γράψω ένα ροκ ν’ ρολ τραγούδι».
Matlock και Jones άρχισαν να το παλεύουν, ενώ ο Rotten έπαιζε με κάτι λόγια. Μάλιστα, σιγά – σιγά στριμωχνόταν στη γωνία κι όλο σημείωνε, έσκιζε, μουτζούρωνε και ξανάγραψε στίχους που δεν άφηνε τους άλλους ούτε να τους δουν.

«Το κομμάτι γράφτηκε μόνο του, όλο με τη μία. Ξύπνησα, κατέβηκα στο ισόγειο του στούντιο, ήπια ένα φλιτζάνι τσάϊ και έγραψα τους στίχους. Και νά’ το, έτοιμο. Είναι για γέλια, σκέφτηκα. Θα προσπαθήσω να το βάλω μέσα στο δίσκο». Τους περισσότερους στίχους τους είχα γράψει λίγο καιρό πριν, αλλά δεν τους είχα χρησιμοποιήσει πουθενά. O Steve ψήθηκε μαζί τους αμέσως. O Paul βοήθησε, ενθαρρύνοντάς το γρήγορα με τα ντραμς». Ήταν μια πρώϊμη εκδοχή του “God Save The Queen” και άρχισαν να το παίζουν ζωντανά στην “Anarchy Tour”, τον Δεκέμβριο του ’76. «Το λέγαμε No Futureτότε στην περιοδεία. Αφού με διώξανε, άλλαξαν τον τίτλο, για να συμπέσει με το Ιωβηλαίο της Βασίλισσας. Αλλά οι στίχοι δεν άλλαξαν καθόλου».
Η τελική εκδοχή που ακούγεται στο δίσκο γράφτηκε το Μάρτιο του ’77 στα Wessex Studios, όταν την παραγωγή είχε πια αναλάβει η ομάδα των Chris Thomas και Bill Price. Ο πρώτος, ένας έμπειρος παραγωγός, ο άνθρωπος που βρισκόταν πίσω από το “White Album”, τους Procol Harum, τα άλμπουμ των Roxy Music – που ειδικά το δεύτερο, ήταν αγαπημένο του Steve Jones - και είχε μιξάρει το “Dark Side Of The Moon”, ενορχήστρωσε τις κιθάρες στο “God Save The Queen”, μιξάροντας ακούραστα στα κανάλια το ένα take του Jones πάνω στο άλλο. Αποτέλεσμα: ο δίσκος που συνεχίστηκε να γράφεται αποσπασματικά μέσα στο 1977 ήταν το ηχητικό ισοδύναμο μιας επιλαρχίας τεθωρακισμένων σε πλήρη ανάπτυξη.
Στο μεταξύ, πίσω στις 26 Νοεμβρίου του ’76, κυκλοφορεί το “Anarchy In The U.K.” σε single και συναντά τον απερίφραστο αποτροπιασμό του μουσικού τύπου. Αυτό όμως δεν ήταν τίποτε συγκριτικά με εκείνο που τους περίμενε σε μόλις μερικές ημέρες.
1η Δεκεμβρίου του ’76 και μετά από μια ακύρωση της τελευταίας στιγμής από τους Queen, οι Pistols καλούνται να εμφανιστούν στην κορυφαία σε τηλεθέαση ζωντανή εκπομπή του BBC “Today” με παρουσιαστή τον Bill Grundy. Γνωστός μεθύστακας, ο 53χρονος Grundy τους αντιμετωπίζει με απαξία και εξώφθαλμη διάθεση να τους εμφανίσει περίπου όπως θα ήθελε ο μέσος δυσκοίλιος θεατής του: αγενή, βλακώδη κωλόπαιδα που τους αξίζει ένα γερό ξύλο από την αστυνομία.
Συνόδευσαν τους Pistols και επίλεκτα μέλη της κουστωδίας τους στο φουαγιέ του BBC που ήταν γνωστό ως “Green Room” και τους άφησαν εκεί, περιστοιχισμένους από δεκάδες φιάλες με ό,τι αλκοόλ μπορούσαν να φανταστούν, περιμένοντας να βγουν στην εκπομπή. Η ζωντανή μετάδοση ξεκινά, ο Grundy αρχίζει τα σχόλια του τύπου «ωραία η αντιματεριαλιστική στάση με τόσα λεφτά» και ο Rotten, βαριεστημένος μέχρι αηδίας, αφήνει να του ξεφύγει ένα “shit” μέσα απ’ τα δόντια. Ο Grundy προκαλεί ανοιχτά να ξαναπούν την «αγενή λέξη», αλλά όταν πάει γλοιωδώς να υπαινιχθεί ότι «θα βρεθεί αργότερα» με την μακιγιαρισμένη σαν μάσκα kabuki Siouxsie Sioux, αναλαμβάνει δράση ο πιωμένος και πάντα έτοιμος για καυγά Jones:
“You dirty sod… You dirty old man… You dirty bastard… You dirty fucker”.



Το τηλεφωνικό κέντρο του BBC κοντεύει να καταρρεύσει από διαμαρτυρίες θεατών. Την επόμενη μέρα, το προσβλητικό για τα χρηστά ήθη “Punk Rock” είναι πρωτοσέλιδο σε όλη τη Βρετανία, ενώ η καθωσπρέπει δημοσιογραφία βγάζει αφρούς απ’ το στόμα.
«Αυτή ήταν η αρχή του τέλους. Από τότε και μετά ήταν σαν κάποιος να πάτησε το κουμπί και να επιταχύνθηκε η πορεία μας προς την καταστροφή».
Ο Πρόεδρος της EMI Sir John Read ζητά δημόσια συγγνώμη για τη συμπεριφορά της μπάντας από τους θεατές. Και ενώ έχει προγραμματιστεί να ξεκινήσει μια περιοδεία σε όλο το νησί με The Clash, The Damned και Heartbreakers του Johnny Thunders, οι ακυρώσεις από τους τοπικούς αιθουσάρχες και promoters αρχίζουν να πέφτουν σωρηδόν. 7 μόλις από τις 24 συναυλίες θα γίνουν τελικά : 2 στο Manchester, 2 στο Plymouth. μία στο Leeds, μία εξ αναβολής στην παραλιακή κωμόπολη του Cleethorpes, 140 μίλια έξω από το Λονδίνο και μία στο Caerphilly της Ουαλίας.
Η οργή αποκτά διαστάσεις χιονοστιβάδας και η χλεύη για το «συγκρότημα που δεν μπορεί να παίξει» βρίσκει κανάλια και ανάμεσα στη ροκ κοινότητα: Ανήμερα των Χριστουγέννων του ’76 δημοσιεύεται στο NME μια συνέντευξη του Pat Travers. Προκαλεί τους Pistols να κοντραριστούν σε ένα jam, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος με τρεις μόνο χορδές, ο μπασίστας του Peter Cowling με δύο και ο Nicko McBrain με ένα hi-hat θα μπορούσαν άνετα να τους εξαφανίσουν από τη σκηνή.
Στις 12 Ιανουαρίου του ’77 η EMI εκδίδει δελτίο τύπου όπου δηλώνει ότι «αδυνατεί να προωθήσει τους δίσκους των Sex Pistols, με δεδομένη την τόσο αρνητική δημόσια κριτική εναντίον τους κατά τους προηγούμενους δύο μήνες, αν και ορισμένα γεγονότα οπωσδήποτε διογκώθηκαν από τα Μ.Μ.Ε.». H εταιρία τιμώντας την υπογραφή της παραιτείται από την αναζήτηση της προκαταβολής, αλλά διακόπτει το συμβόλαιό τους. Το “Anarchy In The U.K.”, που έχει πουλήσει πάνω από 55.000 αντίτυπα σε ενάμιση μήνα (UK#38, 18/12/77) αποσύρεται από τα καταστήματα.
Παρ’ όλα αυτά, οργανώνεται μια μικρή περιοδεία στην Ολλανδία, κυρίως για να απεγκλωβιστει το γκρουπ από το αγγλικό έδαφος. Θα είναι οι τελευταίες εμφανίσεις του Glen Matlock μαζί τους. Ύστερα από μια αηδή αλυσίδα πισώπλατων μαχαιρωμάτων, ενορχηστρωμένων από τον Malcolm McLaren, o Μatlock οδηγείται στην έξοδο, καθώς οι σχέσεις του με τον Rotten είναι κυριολεκτικά εχθρικές.
Σκοπός του McLaren πώς θα γίνει πιο προκλητική η εικόνα των τεσσάρων απροσάρμοστων που ο ίδιος ηδονίζεται να πουλά στον τύπο, μεγιστοποιώντας, όπως του αρέσει να δηλώνει, τον παράγοντα «χάος». Ο John Simon Ritchie, ένας από τους πρώτους φανς του γκρουπ, φίλος του Rotten, λίγο τρεις μήνες πριν κλείσει τα 20 του χρόνια θα πάρει τη θέση του Matlock στο μπάσο. Ο Rotten θα μπορούσε να εχει κι αυτός έναν «δικό του», μέσα στο γκρουπ, όπως ο Jones τον Cook, με τον οποίο είχαν μεγαλώσει μαζί. Η επίσημη εξήγηση για την εκδίωξη του Matlock, μια ακόμη πρόκληση κατασκευής McLaren: «Ο Matlock ήταν ο μόνος που του άρεσαν οι Beatles».
Οι ηχογραφήσεις του υλικού που συνεχίζονται βρίσκουν το Rotten να φτύνει τη φωνή του σ’ ένα φτηνό μικρόφωνο, με τους Price και Thomas να έχουν τοποθετήσει μικρόφωνα για να πιάνουν τον ήχο από το χώρο και να ενισχύουν το ξερό παίξιμο του Cook στα τύμπανα, προσπαθώντας να αποφύγουν το να βγει ο ήχος flat από τα χαλιά που ήταν στρωμένα παντού στο στούντιο. O νεοφερμένος μπασίστας, που σύντομα πήρε το όνομα Sid Vicious επειδή κατέβασε τα μούτρα του δημοσιογράφου Nick Kent με μια γροθιά για ασήμαντη αφορμή - δεν ήξερε να παίζει νότα, με αποτέλεσμα ο Jones να ηχογραφήσει το μπάσο.
«Στην αρχή προσπαθήσαμε να χρησιμοποιήσουμε μερικά μέτρα από το παίξιμο του Sid», προσπαθεί να εξηγήσει ο Bill Price, «αλλά ήταν ανώφελο και εγκαταλείψαμε εντελώς την ιδέα. Η μουσική που είχαμε ήταν ο Jones και ο Cook στα τύμπανα. Και έτσι ακόμη, ο ήχος ακουγόταν γεμάτος, επιθετικός. Βάλαμε όμως τον Jones να ηχογραφήσει δοκιμαστικά και το μπάσο, πάνω στο τί έπαιζε η κιθάρα, απλώς δύο οκτάβες πιο κάτω. Αυτό είναι ο ήχος του δίσκου».
10 Μαρτίου 1977, έξω από τα ανάκτορα του Μπάκινγκχαμ, ο Malcolm McLaren, οργανώνει μια δημόσια πρες- κόνφερανς. H δισκογραφική A&M έχει τσιμπήσει, έχει σκάσει 75.000 λίρες για «πριμ υπογραφής» για τους Pistols, καθώς η απήχηση του punk rock μεγαλώνει στο νησί σαν κύμα, από τα νερά του οποίου όλες οι δισκογραφικές εταιρίες θέλουν να βραχούν. Οι υπεύθυνοι της A&M, μεσόκοποι αγγλάρες -γραβάτα παλαμίδα και χωρίστρα στην άκρη- συναντούν τους τέσσερις punk, στήνονται και μορφάζουν με κόπο κάτι χαμόγελα για τις κάμερες, αλλά η ανησυχία τους είναι μεγάλη.
Οι αλητάμπουρες είναι τελείως ανεξέλεγκτοι, είναι φανερό ότι στις φλέβες τους κυλάει χημεία και αλκοόλ. Οι υπογραφές πέφτουν και λίγη ώρα μετά οι Pistols βρίσκονται στα γραφεία της δισκογραφικής με άγριες διαθέσεις. Ο Sid Vicious σπάει έναν νιπτήρα και κόβει το δάχτυλο του ποδιού του. Ενώ περιφέρεται στα γραφεία, εν μέσω επιφωνημάτων σοκ και απέχθειας, λερώνοντας με αίμα χαλιά και πολυθρόνες, ο Steve Jones στριμώχνει μια γραμματέα στις τουαλέτες, αδιάφορος για το ότι προσφέρει τσόντα σε κοινή θέα. Μόλις έξι μέρες αργότερα, η A&M θα καταγγείλει και αυτή το συμβόλαιο. Τα 25.000 αντίτυπα του σινγκλ "God Save The Queen" που έχουν ήδη τυπωθεί –υποτίθεται ότι- αποσύρονται ή καταστρέφονται. Για την προκαταβολή, ο McLaren σφυρίζει αδιάφορα και βάζει μπροστά νέα σχέδια.

Οι Pistols υπογράφουν στην Virgin Records του αυτοδημιούργητου πρώην hippie Richard Branson, εισπράττοντας προκαταβολή 15.000 λιρών. Αμέσως εμφανίζονται τα πρώτα προβλήματα, καθώς οι εργαζόμενοι στη μονάδα παραγωγής, αρνούνται να κόψουν σε βινύλιο το βλάσφημο “God Save The Queen”, που στο εξώφυλλό του, δημιουργία του Jamie Reid, έχει τη φωτογραφία της βασίλισσας με το στόμα τρυπημένο από μια παραμάνα. Υστερία ξεσπά και πάλι, καθώς τα ταμπλόϊντ κάνουν λόγο για προδοσία. Η αμφισβήτηση της μοναρχίας (“The fascist regime – will make you a moron , potential Η- bomb […] – it ain’ t no human being – don’t be told what you want […] Oh, God save history, God save your mad parade […] we’re the poison in your human machine”) από αυτό που ο τύπος αναφέρει ως ένα μάτσο αναιδή, αγράμματα πρεζόνια είναι αιτία πολέμου για τα αρτηριοσκληρωτικά ανακλαστικά του «Ηνωμένου Βασιλείου». Δημοσιεύματα αναφέρουν ευθέως ότι στους προδότες αξίζει κρεμάλα και προτρέπουν σε δημόσιο λυντσάρισμα, ενώ οι μουσικές σκηνές προειδοποιούνται να μην επιτρέψουν στο «συγκρότημα – ντροπή» να παίξει πουθενά.
Το “God Save The Queen” τελικά κυκλοφορεί από την Virgin στις 27 Μαΐου του ’77 και ο εσκεμμένος συγχρονισμός του με τον εορτασμό του Αργυρού Ιωβηλαίου της Βασιλείας, έργο του Malcolm McLaren, είναι καταλυτικός.
 «Αφού δεν μπορούσαν να παίξουν πουθενά σε στέρεο έδαφος και δεν μπορούσαν να πετάξουν έξω από τη χώρα, το μόνο που είχε μείνει είναι να παίξουν εν πλω».
Στις 7 Ιουνίου του 1977 η μπάντα, η μέλη της κουστωδίας των φανς και επίλεκτοι προσκεκλημένοι από τη μουσική βιομηχανία – με πρώτο τον ιδιοκτήτη της Virgin Richard Branson - επιβιβάζονται σ’ ένα μικρό επιβατηγό, το “Queen Elizabeth και ακολουθεί από τα νερά του Τάμεση την εορταστική πορεία που πραγματοποιεί την ίδια ώρα η αληθινή Βασίλισσα Ελισσάβετ στους δρόμους του Λονδίνου. Πάνω στο πλοίο, η μπάντα βαράει αλύπητα ‘God Save The Queen”, “Pretty Vacant”, “Bodies”, “Anarchy In The U.K.”, “No Fun”, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι κάνει την αρτηριοσκληρωτική πλειοψηφία να διαρρηγνύει τα ιμάτιά της. Καλείται εσπευσμένα η αστυνομία, με εντολή της αναγκάζεται ο πλοίαρχος να κατεβάσει τους διακόπτες – γιατί «δεν έχουν πάρει πιστοποιητικό ασφάλειας για μουσική παράσταση πάνω σε πλοίο»- το πλοίο πλευρίζει την πλησιέστερη αποβάθρα, δύο διμοιρίες Bobbies εφορμούν στο κατάστρωμα από τη γέφυρα επιβίβασης και αρχίζουν να ξυλοφορτώνουν όποιον βρίσκουν μπροστά τους.
Ο McLaren με άλλους 10 συλλαμβάνονται και οι Pistols φυγαδεύονται κακήν κακώς. O σάλος που προκαλεί οδηγεί στις 11 Ιουνίου 1977 το “God Save The Queen” στο Νο 2 των επίσημων charts. Ξεπερνά σε πωλήσεις το διπλής όψης 45άρι “First Cut Is The Deepest”/“I Don’t Wanna Talk About It” του Rod Stewart, όμως η βιομηχανία και τα Μ.Μ.Ε. αρνούνται πεισματικά να δεχθούν ένα τέτοιο γεγονός.
«Μας ήταν αδύνατο να πιστέψουμε ότι ένα τραγούδι θα μπορούσε να προκαλέσει εμφύλιο πόλεμο, όμως έτσι έγινε. Τα πράγματα έγιναν πολύ άσχημα. Άρχισε μια γενικευμένη παράνοια. Έπρεπε να προσέχουμε πού κυκλοφορούσαμε, να μην βρισκόμαστε μόνοι μας, υπήρχαν διάφοροι τρελλοί που είχαν βρει ευκαιρία να μας την πέσουν».
Έξι απ’ αυτούς, στις 19 Iουνίου πράγματι την πέφτουν στον Paul Cook έξω από το σταθμό του υπογείου στο Shepherd’s Bush με μαχαίρια και σιδηρολοστούς. Μια μέρα νωρίτερα, ο Rotten, αλλά και οι Price και Thomas στριμώχνονται σε ένα πάρκινγκ στο Highbury. Στον τύπο γράφεται ότι δέχθηκαν επίθεση «από υποστηρικτές της Βασίλισσας», στην πραγματικότητα πρόκειται φασιστοειδή ομάδα skinheads, οι οποίοι τους χαρακώνουν με ξυράφια. Στις 21 Ιουνίου, στο club Dingwalls, στο Camden του Λονδίνου, πάλι ο Rotten βρίσκεται στη δίνη ενός τσαμπουκά, καταφέρνοντας να διαφύγει ευτυχώς σχετικώς άθικτος.
Στις 21 Ιουλίου, μετά από μεγάλες πιέσεις της Virgin, ένα πρωτόλειο promo video παίζεται στο “Top Of The Pops” του BBC. Είναι ένα από τα πρώτα κομμάτια που έχουν γράψει και έχει μόλις ηχογραφηθεί για να κυκλοφορήσει σε single, αφού ο δίσκος δεν είναι ακόμη έτοιμος. Ohyo so pre-ty. Ohsopre-tyiiaaaa veicunt!”, Η κραυγή and we dont caaaaaaaare !!! γίνεται παντιέρα μιας ολόκληρης γενιάς. 



Καθώς στις 30 Ιουλίου το “Pretty Vacant” φθάνει στο Νο 6 των singles, οι Pistols περιοδεύουν σε Δανία, Νορβηγία και Σουηδία, προσπαθώντας να κάνουν λειτουργικό πάνω στη σκηνή και τον Sid Vicious. Ο τελευταίος, απορροφημένος από την Nancy Spungen, μια 19χρονη αμερικάνα groupie που έχει κολλήσει πάνω του σα βδέλλα από τις αρχές του χρόνου που έφθασε στο Λονδίνο από τη Νέα Υόρκη, φέρνοντας μαζί της μερικές πανίσχυρες άκρες με εμπόρους ηρωίνης, όσο διατηρεί τις αισθήσεις του, ποζάρει με κόπο κοπανώντας όπως – όπως το μπάσο.


Στις 19 Αυγούστου επιστρέφουν στην Αγγλία, ξεκινώντας μια μικρής κλίμακας περιοδεία αλλάζοντας σε κάθε εμφάνιση και όνομα, προς αποφυγήν επεισοδίων : «S.P.O.T.S.” (ακρωνύμιο για το “Sex Pistols On Tour Secretly”),“Tax Exiles”, “Acne Rabble”, “The Hamsters”, “A Mystery Band with International Repute”. O Vicious υποχρεώνεται να φορέσει γραβάτα και κοστούμι για να εμφανιστεί μπροστά στο δικαστήριο του Wells Street, κατηγορούμενος για την κατοχή ενός σουγιά στο Club 100, έναν χρόνο πριν. Με μάρτυρες υπεράσπισης τους Paul Simonon και Mick Jones των Clash τη γλυτώνει με ένα πρόστιμο 125 λιρών. Στις 29 Οκτωβρίου τo νέο δισκογράφημα, “Holidays In The Sun” φτάνει στο Νο 8 των singles.


Στις 12 Νοεμβρίου, επί τέλους, το άλμπουμ “Νever Mind The Bollocks – Here’s The Sex Pistols” κυκλοφορεί και φτάνει κατευθείαν στο Νο1, εκθρονίζοντας αυτή τη φορά ένα άλλο εικόνισμα του mainstream, τον Cliff Richard και μάλιστα τη συλλογή του 40 Golden Greats. Θα μείνει στην κορυφή των τσαρτ για δύο εβδομάδες, όμως όχι χωρίς ακρότητες. Μια γυναίκα αστυνομικός βλέπει το εξώφυλλο σε μια προθήκη δισκοπωλείου και ενημερώνει το μαγαζάτορα ότι παραβιάζει την διάταξη περί ασέμνων που έχει θεσπιστεί το 1889, εξαιτίας της δημόσιας έκθεσης της λέξης “Bollocks”.
Η υπόθεση πάει στη δικαιοσύνη. Δύο εβδομάδες αργότερα, με πολύ μεγάλη απροθυμία το δικαστήριο κάνει δεκτό τον ισχυρισμό που υποστηρίζει ο μάρτυρας με ειδικές γνώσεις
James Kingsley, καθηγητής πανεπιστημίου του Nottingham και επικεφαλής του τμήματος Αγγλικής Γλώσσας : η λέξη “Bollocks” αποτελεί μέρος της ιστορικής κληρονομιάς της αγγλικής γλώσσας, προερχόμενο από ένα προσωνύμιο που έναν αιώνα πριν είχε δοθεί στους κληρικούς. Συνεπώς, δεν αποτελεί αδίκημα το να εκθέτει ένα κατάστημα σε δημόσια θέα το δίσκο με τη λέξη στο εξώφυλλο.



Και ενώ ο McLaren φροντίζει να υπογράψει άλλη μια αδιευκρίνιστης μπροστάντζας συμφωνία για διανομή του δίσκου στην Αμερική με την Warner Brothers και κάνει σχέδια για μια κινηματογραφική ταινία για τη μπάντα, ο Δεκέμβριος του ’77 μπαίνει με την προσαγωγή του Vicious και της Spungen για κατοχή ναρκωτικών ουσιών, μετά από εισβολή της αστυνομίας στη σουίτα του ξενοδοχείου Ambassador στο Λονδίνο.
Η Daily Mail δημοσιεύει μια συνέντευξη της μητέρας του Paul Cook που λέει ότι «έχει φτιάξει μιας πρώτης τάξεως τραπεζαρία εκεί που ήταν το δωμάτιο του γιου της και δεν νομίζει ότι θα ήθελε να τον ξαναδεί να γυρίζει στο σπίτι».
Το δημαρχιακό συμβούλιο του Aberdeen συνεδριάζει εκτάκτως για να σκεφθεί αν θα επιτρέψει τους Sex Pistols να εμφανιστούν στην αίθουσα συναυλιών της πόλης, με την εκπρόσωπο των Εργατικών, Margaret Williams να ισχυρίζεται ότι «τα μέλη αυτού του συγκροτήματος σφάζουν ζώα πάνω στη σκηνή και αλείφονται με το αίμα τους».
Στις 15 Δεκεμβρίου και ενώ έχει προγραμματιστεί το υπερατλαντικό ταξίδι με μια κλεισμένη εμφάνιση στο “Saturday Night Live”, οι αρχές αρνούνται στους Pistols την άδεια εισόδου. O Steve Jones έχει τις περισσότερες τελεσίδικες καταδίκες απ’ όλους για μια ποικιλία από πλημμελήματα, οπότε η Warner για να καταφέρει να μετακαλέσει το συγκρότημα στην άλλη άκρη του Ατλαντικού είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει μεγάλη χρηματική εγγύηση στην Αμερικάνικη Κυβέρνηση για να πείσει ότι οι τέσσερις limeys δεν θα τελέσουν νέα αδικήματα στο έδαφός της. Τη θέση τους στην περιοδεία παίρνει ο Elvis Costello.
Ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1977, δίνουν δύο παραστάσεις στο “Ivanoe’s” του Huddersfield για την οικονομική ενίσχυση των οικογενειών των πυροσβεστών που είχαν κατέβει σε απεργία διαρκείας. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ότι θα είναι οι τελευταίες τους συναυλίες επί βρετανικού εδάφους. Όταν στις 5 Ιανουαρίου του ’78 θα ξεκινήσει επιτέλους η Αμερικάνικη περιοδεία από τα redneck εδάφη της Ατλάντα, οι σχέσεις μεταξύ των μελών και του McClaren είναι αρρωστημένες, παραπαίοντας ανάμεσα σε καχυποψία, κακεντρέχεια, ανασφάλεια, φυσική κόπωση, αηδία για την απώλεια ελέγχου των εσόδων τους και φυσικά ηρωίνη. Μετά από έξι συναυλίες σε Memphis, San Antonio, Baton Rouge, Dallas και Tulsa, θα έρθει το τέλος, αδιανόητα άδοξο και προδοτικό.
14 Ιανουαρίου 1978, στη σκηνή του Winterland Ballroom του San Francisco.
Ο Rotten έχει γρίππη, ο Vicious, με την Spungen να κρέμεται από το λαιμό του είναι λιώμα, οι Cook και Jones δεν μιλάνε με τους άλλους δύο και ο McLaren έχει εν αγνοία τους κανονίσει να πετάξουν σε λίγες μέρες στο Rio De Janeiro, να συναντήσουν τον διαβόητο Άγγλο εξόριστο, τον «Ληστή του Τραίνου», Ronnie Biggs – άλλο ένα πανάκριβο διαφημιστικό του stunt του. Μετά από μια ώρα και κάτι νευρικής παράστασης και ενώπιον ενός κοινού 5.000 θεατών που συνωστίζονται να δουν το συγκρότημα που, όπως λέγεται στον τύπο «θα σημάνει την τρίτη μουσική εισβολή από βρετανικό έδαφος», ο Rotten στη μέση του encore “No Fun” κοιτώντας το κενό καγχάζει:
Ha, ha ! Ever get the feeling youve been cheatedGood Night!”.
Θα παρατήσει τους υπόλοιπους και την επομένη θα κατευθυνθεί στη Νέα Υόρκη, Όμως πριν, θα ρίξει έναν γερό καυγά με τον Jones. «Αν ξεκόψεις από τον Malcolm, θα παρατήσω τον Sid κι αυτή τη σκύλα και θα δούμε τί μπορούμε να κάνουμε». Δεν κατάφερε να τον πείσει.



Στις 16 Ιανουαρίου ο Vicious περνάει μέσα από μια τζαμαρία στο ξενοδοχείο που διαμένουν στο San Francisco και εισάγεται στο νοσοκομείο, όπου παίρνει υπερβολική δόση. Ο Mc Laren επιστρέφει στο Λονδίνο και οι Cook και Jones κάνουν το ταξίδι στο Ρίο, αφού «έτσι κι αλλιώς τα εισιτήρια ήταν πληρωμένα».Οι Sex Pistols παύουν να υπάρχουν, μετά από 18 μήνες καθολικής αναρχίας.
Το punk, σαν ένας πρωταγωνιστής pulp λογοτεχνίας, αφού διέλυσε κανόνες, απείλησε καθεστώτα, χλευάστηκε, κυνηγήθηκε, δάρθηκε, πρόλαβε κάπου ενδιάμεσα να σκαρώσει το μικροσκοπικό του ποίημα σε χαρτοπετσέτα να το εκτοξεύσει σα σαΐτα στην στρατόσφαιρα, for whom it may concern. Και μετά, αυτοπυρπολήθηκε, καθώς δεν είχε απομείνει τίποτε άλλο να κάνει. Από τον Νοέμβριο του ’75 μέχρι τον Ιανουάριο του ’78, μέσα σε 26 μήνες είχε αλλάξει την ιστορία του ροκ ν΄ρολ για πάντα.
«Κατάλαβα γρήγορα ότι μπορούσα να τους χρησιμοποιήσω. Ήταν το υλικό μου, όπως ένας γλύπτης χρησιμοποιεί τον πηλό. Ήταν τα δικά μου δημιουργήματα, μια ομάδα από αλητάκια, όπως ο Artful Dodger στον Oliver Twist. Και μισούνταν μεταξύ τους, από την πρώτη μέρα, αυτή είναι η αλήθεια» - Malcolm McLaren.

«Οι Sex Pistols έπρεπε να συμβούν έτσι όπως ακριβώς συνέβησαν. Δεν γινόταν να μην καταλήξουμε με αυτόν ακριβώς τον τρόπο» - John RottenLydon.
«Οι εντάσεις ανάμεσα στον John και τον Glen ή ανάμεσα σε εμένα και τον Glen, ή τον Paul και τον John έδιναν μια ξεχωριστή ενέργεια στα τραγούδια. Είτε όταν εγώ πήγαινα να ξεσκίσω τα ακκόρντα των Beatles που μου έβαζε μπροστά μου ο Glen, είτε όταν ο Joihn προσπαθούσε να φωνάξει πιο δυνατά για ν΄ακούγεται πάνω από τα ντραμς του Paul, ή όταν όλοι οι τέσσερίς μας προσπαθούσαμε να την σπάσουμε στον Malcolm, όλες αυτές οι εντάσεις έπαιρναν δημιουργική μορφή. Γι’ αυτό και δεν υπήρχε τρόπος να διορθωθούν τα προβλήματα που τελικά μας κατέστρεψαν. Τα ίδια αυτά ήταν οι λόγοι που μας έκαναν από την αρχή να λειτουργούμε». – Steve Jones.
«Η αλήθεια είναι ότι από τα 12 εκείνα τραγούδια, είχα γράψει εγώ τα 10, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος τους. Αλλά με έδιωξαν, γιατί ο McLaren άρχισε να λέει λόγια πίσω απ’ την πλάτη του ενός για τον άλλο» - Glen Matlock.
«Νομίζω ότι σήμερα έχω πολύ κερί στ’ αυτιά μου». – Sid Vicious, στο "The Graet Rock N' Roll Swindle".
Στις 12 Οκτωβρίου του 1978 ο Vicious, που μένει στο δωμάτιο 100 του Chelsea Hotel στη Νέα Υόρκη με την Spungen, καλεί την αστυνομία και αναφέρει ότι ξύπνησε και την βρήκε κατακρεουργημένη. Την βρίσκουν κάτω από τον νιπτήρα του μπάνιου μαχαιρωμένη στα γεννητικά όργανα από κυνηγετικό μαχαίρι.
Ο
Vicious συλλαμβάνεται, κατηγορείται για ανθρωποκτονία από πρόθεση και κρατείται προσωρινά στο σε ειδική πτέρυγα αποτοξίνωσης του διαβόητου σωφρονιστικού καταστήματος του Rikers Island στη Νέα Υόρκη. Στις τέσσερις μέρες που θα παραμείνει εκεί θα αποπειραθεί δύο φορές να αυτοκτονήσει, πριν τελικά τον αποφυλακίσει ο McLaren καταβάλλοντας χρηματική εγγύηση 50.000 δολαρίων, χρήματα που έχει δώσει η Virgin Records. Στις 2 Φεβρουαρίου του 1979 και ενώ βρίσκεται εν αναμονή της δίκης του, ο Vicious βρίσκεται νεκρός από υπερβολική δόση ηρωίνης.
Η μητέρα του καταθέτει ότι ήταν εκείνη που τον προμήθευσε με την ποσότητα και ήταν παρούσα όταν την έφτιαξε και την σουτάρισε. «Φοβόμουν ότι αν θα βγει να αγοράσει ναρκωτικά μόνος του, θα τον έπιαναν».



Παναγιώτης Παπαϊωάννου