MICHAEL HUTCHENCE: Ο θάνατος εκείνου που όλες αγάπησαν
Τετάρτη

22Νοέ

Στις 2 Φεβρουαρίου του ’86 στο κανάλι Channel 4 της αγγλικής t.v. η 27χρονη μουσική δημοσιογράφος Paula Yates, φιλοξενούσε στην ζωντανή εκπομπή Τhe Τube, τον Michael Hutchence των INXS.
Ο 26χρονος τραγουδιστής ήταν ό,τι πιο κοντινό στα μάτια του γυναικείου πληθυσμού κόσμου σε λιγωτικά ανδρικά είδωλα ομορφιάς του παρελθόντος κάτι σαν μετενσάρκωση ανέμελου Morrison και η Yeats τον έτρωγε με τα μάτια. Στο πρώτο διαφημιστικό διάλειμμα σφυρίζει στην ενδοσυνεννόηση στο σκηνοθέτη : «αυτόν εγώ μέχρι να τελειώσει η εκπομπή, θα τον έχω πάρει» και ζητά το επόμενο break να κρατήσει λίγηο παραπάνω, ώστε να μπορέσει να βρεθεί για λίγο μόνη της με τον συνεντευξιαζόμενο. Θα τα καταφέρει.
Η γνωριμία της με τον
Bob Geldof, ιδρυτή των Boomtown Rats και αρχιδιοργανωτή του “Live Aid”, χρονολογείται από τις πρώτες μέρες των Rats πίσω στα 1976. Δέκα χρόνια μετά, έχει μαζί του αποκτήσει μια κόρη. Η σχέση τους περνούσε μια –ακόμη- φάση της, πριν οδηγηθεί τελικά σε γάμο τον Ιούνιο του ’86.
Οι INXS από το Sidney ακριβώς εκείνη την εποχή θα γνώριζαν μια απροσδόκητη επιτυχία με το δεύτερο άλμπουμ τους “The Swing” (US#11, 14/6/86). Η μπάντα δεν ήταν τίποτε χθεσινοί. Από το ’77 μαζί, τα αδέλφια Andrew, Jon και Tim Farris ήταν μια δεμένη μονάδα. Και ο τύπος μπροστά από το μικρόφωνο είχε τέτοιο χάρισμα, σεξ απήλ και σκηνική παρουσία, όση ο ποπ κόσμος είχε πολύ καιρό να δει, ειδικά προερχόμενο από την απομακρυσμένη Αυστραλία.
Τα επόμενα χρόνια, ιδίως με το άλμπουμ - φαινόμενο “Kick, η μπάντα αναδείχθηκε σε μια από τις πιο εντυπωσιακές στυλιστικές και μουσικές επιτυχίες της δεκαετίας. Μόνο μέσα στο ’88 πούλησαν παγκοσμίως πάνω από οκτώ εκατομμύρια αντίτυπα, με το καλοσιδερωμένο αμάλγαμα λευκού φανκ, ροκ και ποπ που παρουσίαζαν να διεμβολίζει και τις δύο κυρίαρχες μουσικές τάσεις: τραγούδια όπως τa “Devil Inside”, “Need You Tonight”, “New Sensation”, και “Suicide Blonde” στέκονταν επάξια δίπλα στην pop της εποχής, ενώ παράλληλα ήταν ακαταμάχητα χορευτικά ώστε να απενοχοποιήσουν την ανερχόμενη κουλτούρα των club στα μάτια του ροκ κοινού.


Η κύρια όμως μουσική και οπτική τους ταυτότητα εκπήγαζε από τον Hutchence, Έναν γνήσιο σταρ, με φωνή γεμάτη συναίσθημα και παρουσιαστικό που δεν χρειάζεται ερμηνείες για το πώς έγινε μέσα σε δύο χρόνια το πλέον αναγνωρίσιμο πόστερ στα δωμάτια των κοριτσιών όλου του κόσμου και σχεδόν υποχρεωτική ανδρική φωνή σε soundtrack αιώνιας παράδοσης στον έρωτα, όπως το “Never Tear Us Apart”.
Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90, ο Hutchence απασχολούσε όμως περισσότερο τον σκανδαλοθηρικό τύπο με τις διάσημες σχέσεις του – Kylie Minogue, Helena Christensen και τα τοιαύτα - και λιγώτερο με την επιτυχία των INXS, που έβαινε διαρκώς μειούμενη.
Το 1994 επανασυνδέεται με την Yates, η οποία στο μεταξύ έχει αποκτήσει άλλες δύο κόρες με τον Geldof και ξεκινά να συζεί μαζί της από τις αρχές του ‘95. Τα πρωτοσέλιδα για τον επεισοδιακό χωρισμό τους, με τον Hutchence ως «τρίτο πρόσωπο», οδηγούν σε από μια σκληρή αντιδικία για την ανάληψη της γονικής μέριμνας των παιδιών, που θα κρατήσει και μετά τη λύση του γάμου, τον Μάϊο του ’96. Στο μεταξύ, τον Ιούλιο του ‘96, η Yates έχει φέρει στον κόσμο την κόρη του Hutchence, την οποία ονομάζουν με το όνομα Hiraani Tiger Lilly Hutchence. Το ζευγάρι έκανε σχέδια, τα οποία θα υλοποιούσε όταν η αντιδικία με τον Geldof έπαιρνε τέλος.
Το καλοκαίρι του ’97, οι INXS είχαν σχεδιάσει περιοδεία για το καινούριο τους άλμπουμ, τιτλοφορούμενο, κατά τραγική ειρωνεία για τα όσα θ’ ακολουθούσαν “Elegantly Wasted”, που είχε συναντήσει και αυτό χαλαρή ανταπόκριση από άποψη πωλήσεων. Καθώς το τελευταίο σκέλος της περιοδείας τους θα περνούσε από την Αυστραλία τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του ’97, η Yates σχεδίαζε να επισκεφθεί τον Hutchence μαζί με την μικρή.
Το πρόβλημα είναι ότι θα είχε μαζί του και τις τρεις κόρες του Geldof, κάτι που ο τελευταίος, δεν ήταν διατεθειμένος να επιτρέψει σε καμία περίπτωση, καθώς η ανάληψη της γονικής μέριμνας ακόμη εκκρεμούσε. Άσκησε ασφαλιστικά μέτρα, επιχειρώντας να απαγορεύσει τη μετακίνηση των παιδιών, υποχρεώνοντας έτσι την Yates να μην μπορεί νόμιμα να μετακινηθεί.

Ο Hutchence, τότε 37, αρκετά πλούσιος και διάσημος για να έχει πρόσβαση σε τέτοιας ποιότητας και ποσότητας ουσίες ώστε να μην έχει ακόμη αποκτήσει τα προβλήματα εξάρτησης, προβλήματα εξάρτησης που αντιμετωπίζει ο μέσος χρήστης, ακόμη και ο μέσος ροκ σταρ, είχε ωστόσο αποσταθεροποιηθεί απέναντι στο ενδεχόμενο να μην μπορεί να δει την 16 μηνών κόρη του. Το γεγονός ότι αντίπαλό του είχε τον Bob Geldof, έναν καλλιτέχνη που δεν είχε ποτέ γνωρίσει τη δικήτου επιτυχία, αλλά που είχε πολλαπλάσια ισχυρό προφίλ στα κέντρα αποφάσεων, κατέχοντας άλλωστε ήδη τότε τον τίτλο του Sir, μετά την κατοχύρωση της πατρότητας πρωτοβουλιών όπως το Live Aid, προσέθετε αλάτι στην πληγή.
Το μεσημέρι της 22ης Νοεμβρίου 1997, ο Hutchence βρίσκεται νεκρός, πνιγμένος από μια δερμάτινη ζώνη, μέσα στη σουίτα  524 του ξενοδοχείου Ritz- Carlton στο Double Bay του Sidney. Το ταγικό νέο κάνει το γύρο του κόσμου.



Τελευταίοι που τον είδαν ζωντανό ήταν μια πρώην φίλη του, η Kym Wilson και ο τότε σύντροφός της. Τον άφησαν μόνο στη σουίτα στις 4:50 τα ξημερώματα, αφού είχαν καταναλώσει βότκα, σαμπάνια και ποκιλία κοκτέϊλ. Σύμφωνα με τις καταθέσεις που έδωσαν στις αρχές,  όταν έφυγαν, ο Hutchence ήταν ακόμη ξύπνιος και περίμενε με αγωνία τηλεφώνημα από την Yates που βρισκόταν στο Λονδίνο, για το αν τελικά θα κατάφερνε να κάνει το ταξίδι με την μικρή στην Αυστραλία. Η τελευταία καταγεγραμμένη κλήση του Hutchence βρέθηκε στον τηλεφωνητή της μάνατζέρ του, Martha Troup και έλεγε: "Marth, Michael here. I've fucking had enough". Σύμφωνα μάλιστα με την Troup, όταν εκείνη ανταπέδωσε την κλήση, δεν πήρε απάντηση. Ωστόσο, στις 9:54 το ίδιο πρωί, μίλησε στο τηλέφωνο με μια πρώην κοπέλα του, την Michèle Bennett, η οποία κατέθεσε ότι ο Hutchence έκλαιγε, ήταν αναστατωμένος και έλεγε ότι χρειζόταν οπωσδήποτε να την δει. Η Bennett ταράχτηκε τόσο ώστε να σπεύσει στο Ritz – Carlton στις 10:40. Χτύπησε την πόρτα της σουίτας 524, αλλά δεν πήρε απάντηση.

Το πτώμα του Hutchence βρέθηκε από το προσωπικό στις 11:50. Σύμφωνα με την αυτοψία της Αστυνομίας «βρέθηκε γονατιστός πίσω από την πόρτα της σουίτας. Είχε χρησιμοποιήσει μια ζώνη από φιδίσιο δέρμα για να φτιάξει έναν κόμπο στην οροφή της πόρτας, στο σημείο που βρίσκεται ο μηχανισμός για το αυτόματο κλείσιμο και είχε ζορίσει τόσο πολύ το λαιμό του τυλίγοντάς τον στη ζώνη, που η αγκράφα της είχε σπάσει».

0


Τις επόμενες ημέρες Yates και Geldof κλήθηκαν να κατέθεσαν στην Αστυνομία. Ανέφεραν και οι δύο τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις που είχαν με τον Hutchence το βράδυ εκείνο από το Λονδίνο, αρνούμενοι όμως και οι δύο να προσφέρουν οικεία βουλήσει τα πλήρη αρχεία των κλήσεών τους. Στην κατάθεσή της στις 26 Νοεμβρίου η Yates αναφέρει ότι η ίδια ενημέρωσε τον Hutchence ότι η δίκη για το αν θα απαγορευόταν ή όχι η μετακίνησή της στην Αυστραλία μαζί με τα τέσσερα κορίτσια είχε αναβληθεί για τις 17 Δεκεμβρίου, οπότε μέχρι τότε δεν θα μπορούσε να ταξιδέψει κοντά του με τη μικρή Tiger Lilly, όπως είχαν αρχικά σχεδιάσει. Ο Hutchence της είπε ότι θα τηλεφωνούσε ο ίδιος στον Geldof και θα τον εκλιπαρούσε να αφήσει με συνοδεία την 16 μηνών κόρη του να ταξιδέψει στην Αυσταλία για να την δει.
Σε νεώτερη επικοινωνία της με τον Hutchence, εκείνος της μετέφερε ότι πράγματι, πήρε τον Geldof, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος. Όχι μόνον δεν θα επέτρεπε οποιαδήποτε συναινετική μετακίνηση, αλλά επανέλαβε στον Hutchence πολλές φορές τη φράση: “Μην ξεχνάς ότι εγώ είμαι υπεράνω του νόμου”, επικαλούμενος την δυνατότητά του για εξωθεσμική παρέμβαση, ως ένας Sir. H Υates περιγράφει την κατάσταση στην οποία άκουγε τον Ηutchence από την υπερατλαντική γραμμή, ως εξής: «Ήταν φοβισμένος και έλεγε ότι δεν μπορούσε να αντέξει ούτε μέρα χωρίς τη μικρή (...). Έλεγε αναστατωμένος “δεν ξέρω πώς θα ζήσω χωρίς να βλέπω την Tiger”».
Ο Geldof από την άλλη πλευρά, ομολόγησε ότι είχε δύο τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Hutchence, η δεύτερη εκτεταμένη, την οποία περιγράφει ως εξής:
«’Ηταν πολύ ενοχλητικός και απειλητικός. Περίμενα υπομονετικά να τελειώσει. Γνωρίζω ακριβώς την ώρα που οι συνομιλίες μας ολοκληρώθηκαν. Ήταν 6:40 ώρα Αυστραλίας και σκόπευα να τις αναφέρω στις αρχές ως απειλητικού περιεχομένου». Ένοικος της διπλανής σουίτας επιβεβαίωσε ότι άκουσε όντως δυνατή ανδρική φωνή και βρισιές περίπου στις 5 η ώρα τα ξημερώματα. 
Στις 6 Φεβρουαρίου 1998 ο Derrick Hand, Ιατροδικαστής της Πολιτείας New South Wales του Sydney, μετά από προκαταρκτική έρευνα που διατάχθηκε από τις δικαστικές αρχές για την αιτία θανάτου, παρουσίασε τα αποτελέσματα της Έκθεσής του, στην οποία, λαμβάνοντας υπ’ όψη όλο το υλικό που συγκέντρωσαν οι αρχές, μεταξύ των οποίων αυτοψία, καταθέσεις, τοξικολογικές εξετάσεις, φωτογραφίες, αναφέρει.
«Αναφορικά με το ερώτημα της δικαστικής έρευνας σχετικά με την αυτοκτονία : Ως οφείλω, θα έπρεπε να έχω σχηματίσει πρώτα επαρκή εικόνα για την ισορροπία των πιθανοτήτων, πριν καταλήξω σε συμπέρασμα. Υπάρχει μια υπόθεση που στρέφεται κατά του ενδεχομένου της αυτοκτονίας. Έχοντας λάβει υπόψη την εκτεταμένη αυτοψία, μπορώ να εκφράσω την ικανοποίησή μου ως προς το απαιτούμενο επίπεδο ενδείξεων, οι οποίες μου επιτρέπουν να συμπεράνω ότι η υπόθεση αυτή καταρρίπτεται. Ο θάνατος αυτός ήταν αυτοκτονία».



Ο αυτόχειρας, καταλήγει, διερχόταν φάση κατάθλιψης εξαιτίας συνδυασμού στεσογόνων παραγόντων όπως η σχέση του με την Yates, η αβεβαιότητα για την έκβαση της δίκης για την γονική μέριμνα των παιδιών και η άκαμπτη στάση του Geldof. Ήταν όμως και υπό την επίρρεια ουσιών, αφού στο αίμα του βρέθηκε αλκοόλ, κοκαίνη, πρόζακ και άλλα συνταγογραφημένα φάρμακα.
Στις 17 Σεπτεμβρίου του 2000, η Paula Yates πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης. Μετά το θάνατο της, ο Geldof απέκτησε πλήρως την γονική μέριμνα της μικρής Tiger Lilly. Έχοντας στο μεταξύ αναχθεί σε εκπρόσωπο πολυάριθμων εθνικών και διεθνών οργανώσεων για τα «δικαιώματα του πατέρα», το 2007 την υιοθέτησε και άλλαξε το όνομά της σε Geldοf, κάτι που συνάντησε έντονη αντίδραση από τη μητέρα και την αδελφή του Hutchence. Ως μοναδικές πλησιέστεροι συγγενείς του Hutchence, αυτές εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι η Yates συχνά απειλούσε τον Hutchence ότι, αν δεν την παντρευόταν, θα επέφερε η ίδια κακό στον εαυτό της και στο παιδί, απειλή που ισχυρίζονται ότι επανέλαβε και εκείνες τις μοιραίες τελευταίες του ώρες, από το τηλέφωνο.
Το 2014, οι ντετέκτιβ που είχαν το 1997 ασχοληθεί με την υπόθεση, Mark Smith και Michael Gerondis, συνταξιούχοι πλέον, εξέθεσαν για πρώτη φορά στον τύπο τα δικά τους ευρήματα, με αφορμή ένα ντοκυμανταίρ της Αυστραλιανής τηλεόρασης για την ιστορία των INXS.
Ο Hutchence ζούσε σε κατάσταση πλήρους αποδιοργάνωσης. Έψαχνε ναρκωτικά τις τελευταίες ώρες πριν πεθάνει. Φέρνοντας ολόκληρη τη σουίτα άνω - κάτω, έφθασε μέχρι και το καλάθι με τα σκουπίδια, το οποίο είχε αναποδογυρίσει. Τα δάχτυλά του είχαν ίχνη νικοτίνης και πολύ βαθιά καψίματα από τσιγάρα, που είχαν επιμολυνθεί. Η Yates με το που προσγειώθηκε στο Sydney και έφθασε στον τόπο του συμβάντος, ήταν απαρηγόρητη και εκτός ελέγχου. Εξέθεσε μάλιστα δημοσίως στους δύο ντετέκτιβ και μάλιστα ενώπιον τρίτων, με λεπτομέρειες, χωρίς ίχνος συστολής, τα σεξουαλικά παιχνίδια της με τον Hutchence, τα οποία συμπεριελάμβαναν την επιβολή ασφυξίας για την επίταση της σεξουαλικής ικανοποίησης, ισχυριζόμενη, εν μέσω ψυχικής συντριβής και μπουκαλιών βότκα που κατέβαζε το ένα μετά το άλλο ότι ο πατέρας του παιδιού της δεν αυτοκτόνησε, αλλά πέθανε στη διάρκεια ενός τέτοιου "παιχνιδιού", από αυτά που συνήθιζε να παίζει μαζί της.
Και οι δύο πρώην αστυνομικοί ήταν σαφείς: Πρώτον, κανένα εύρημα στον τόπο του συμβάντος δεν θα ήταν ικανό να πείσει την Yates ότι ο Hutchence αυτοκτόνησε. Προτιμούσε, έλεγε, η κόρη της μεγαλώνοντας να ξέρει ότι ο πατέρας της πέθανε από ατύχημα, έστω και τέτοιας φύσης. Δεύτερον: η στάση του Geldof στο τηλέφωνο, ό,τι κι αν ειπώθηκε μεταξύ τους, είχε πιθανότατα συμβάλει αποφασιστικά στο να χάσει ο Hutchence ολωκληρωτικά τον έλεγχο της – για πολλούς λόγους εύθραυστης- ψυχικής του ισορροπίας.
Η οικογένεια του Hutchence ζήτησε από την αστυνομία να αναλάβει τα προσωπικά του αντικείμενα, τουλάχιστον αυτά που υπήρχαν στη σουίτα 524, μεταξύ των οποίων οι στίχοι από ένα ημιτελές τραγούδι. Όμως όλα παραδόθηκαν στον εκτελεστή της διαθήκης που αποδείχθηκε ότι είχε συντάξει σε ανύποπτο χρόνο ο Hutchence: ένα μεγάλο λογιστικό γραφείο στο Hong Kong. Με βάση την διαθήκη, που είχε συντάξει, η αδελφή και η μητέρα του δεν έπαιρναν τίποτε από την περιουσία του. Κανείς δεν γνωρίζει, δε, τί απέγινε με το ημιτελές τραγούδι.
Οι fans, μονίμως δεκτικοί στην ωραιοποίηση, προτίμησαν μέσα στα χρόνια υιοθετήσουν την εκδοχή του ατυχήματος, όσο απαξιωτικές κι αν ήταν οι συνθήκες του.
Ο Michael Hutchence έζησε και αγαπήθηκε σα θεός. Πέθανε όμως μέσα σε συνθήκες τις οποίες άπειροι άσημοι θνητοί καθημερινά καταφέρνουν, έστω με κόπο,να διαχειριστούν.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου