Dokken: Back For The Attack
Τρίτη

28Νοέ

Dokken: Back For The Attack

Δημοσιεύθηκε από:

28/11/2017

Κατηγορία: Old Time Rock

1521
Το όνομα Ντόκκεν ήταν φύσει αδύνατο ν’ αποσυνδεθεί στο μυαλό μου από τον Άρνε, τον διεθνή Νορβηγό επιθετικό του ΠΑΟ. Εκείνον με το 10 συνήθως στην πλάτη και το χαμόγελο Νίκι Λάουντα, με την πάνω οδοντοστοιχία να εξέχει καλοπροαίρετα
Είχε έρθει - θά’ ταν η τρίτη χρονιά Νταϊφά - από τα απόκρημνα φιορδ της Λίλλεστρομ, για να μπορέσει να πάρει το πρωτάθλημα από το δίδυμο Αναστόπουλου - Μητρόπουλου.
Έμεινε δύο χρονιές, χωρίς να το καταφέρει. 
 
Όσο για το “Dokken” ως όνομα για χαρντ ροκ μπάντα, από τότε που το είδα στη δισκοκριτική του Γιάννη Κουτουβού στο “Heavy Metal” -Μάϊος του ’86- και επί αρκετό καιρό ακουγόταν στ’ αυτιά του το ίδιο αστείο με το να λεγόταν η μπάντα Vicente Estavillio. Ο κιθαρίστας τους λεγόταν George Lynch και στην αρχή είχε μια ρίγα άσπρη στο μαλλί και κουπ ύποπτα αντίστοιχη μ’ εκείνον τον αχαρακτήριστο από τους Kazagoogoo. Ο τραγουδιστής, αυτός ήταν ο Dokken - και δεν έμοιαζε  καθόλου με τον Άρνε. Συνοφρυωμένος, με ένρινη πρίμα φωνή σε στυλ Klaus Meine και φάτσα δίδυμου αδελφού της Laura Branigan. Παραέδειχναν «ελαφριοί» για να τους πάρει στα σοβαρά όποιος ήθελε να λέει ότι ακούει «χέβυ μέταλ».
Όμως καθώς έμπαινε ο χειμώνας του ’87, άρχισε να ακούγεται κάτι για ένα κομμάτι τους που ήταν, λέει, στο σάουντρακ του «Εφιάλτη στο Δρόμο με τις Λεύκες 3». Πού να το ξέραμε, κανέναν -από πρώτη Γυμνασίου και πάνω- δε φόβιζαν πια αυτές οι ταινίες. Στο βίντεο εμφανίζεται μια μικρούλα αγχωμένη ξανθιά με διαπεραστική τσιρίδα, να την κυνηγάει ο Freddie Kruger και οι Dokken να τον εξουδετερώνουν στο τέλος με όπλο τα ντεσιμπέλ από τα όργανά τους και την κάπως πιο ηδυπαθή απ’ ό,τι επέβαλε η περίσταση, πόζα του ίδιου του Don Dokken. Η κοπέλα -που έπαιζε και στην ταινία- ήταν η 19χρονη Patricia Arquette και το κομματάκι, που πήγαινε κάτω πολύ ωραία είναι η αλήθεια, λεγόταν Dream Warriors” (#22 στα Mainstream RockCharts, 11/4/87). Κάπως έτσι, τους θυμηθήκαμε.


Το τέταρτο άλμπουμ τους κυκλοφόρησε μέσα στο Νοέμβριο του ’87. Διπλωμένο σε ένα εξώφυλλο της μόδας, με οικόσημο έναν κόκκινο φοινικόμορφο δράκοντα – κάτι τέτοιο τέλος πάντων- και φόντο μια ακατάληπτη γκραβούρα που στο οπισθόφυλλο είχε σε γκρο πλαν κάτι αγριόσκυλα, λεγόταν “Back For The Attack”. Θα γινόταν το πιο πετυχημένο άλμπουμ τους, φτάνοντας στο Νο 13 του Billboard και ξεπερνώντας το 1 εκατομμύριο πωλήσεων μόλις τον Ιανουάριο του ’88. Το πρώτο κομμάτι της πρώτης πλευράς ήταν προορισμένο να ενταφιάσει για πάντα τη ρετσινιά του «φλώρου» που φορτώναμε με συνοπτικές διαδικασίες σε όλα τα «ελαφρά» hard rockαμερικάνικα σχήματα. Γιατί το βασικό ριφ του “Kiss Of Death” είναι απ’ αυτά που μπορείς να τ’ ακούς στο καπάκι μέχρις εξαντλήσεως.


Η συνέχεια πάντως του δίσκου αφήνει ανάμικτη αίσθηση. Όλα τα κομμάτια έχουν έναν κρυστάλλινο ήχο στην κιθάρα, αλλά η ρυθμική βάση διεκπεραιωτική. Τα φωνητικά του Dokken ακούγονται επεξεργασμένα ατέλειωτες στουντιακές ώρες, χωρίς αυθορμητισμό, προσηλωμένα σε απλές, αναμενόμενες μελωδικές γραμμές. Τα “Prisoner” (#33 στα Mainstream Rock Charts, 5/3/88) και “Night By Night” έχουν ωραία κιθάρα, αλλά δομές στείρου ποπ μέταλ. Το “Standing In the Shadows” μοιάζει περισσότερο με ολοκληρωμένη σύνθεση, χάρις το κουπλέ.
ΤοHeaven Sent, στη φόρμουλα της heavy μπαλάντας με ανάδειξη άφθονου χρώματος από τον Lynch, λίγο καιρό αργότερα κυκλοφόρησε σε βίντεο, με τη μπάντα να παίζει σ’ ένα faux νεκροταφείο τυλιγμένη σ’ ένα cool σινεματικό γαλάζιο. Το “Mr. Scary”, χωμένο στο τέλος της πρώτης πλευράς, μια εντυπωσιακή, heavy instrumental  επίδειξη που σε κάνει να εύχεσαι να είχε λόγια και ρεφραίν.

Στη δεύτερη πλευρά έρχονται κι άλλες στοιχημένες με υποδεκάμετρο ποπ στιγμές – σε σημεία με αφόρητα κλισαρισμένο και δακρύβρεχτο στίχο (“So Many Tears”, “Lost Behind The Wall”, “Stop Fighting Love”), κατά κανόνα όμως σόλο και αρμονίες αποζημιώνουν. Ξεχωρίζει το εξωστρεφές  groove του “Sleepless Nights” και το “Burning Like A Flame” (US#72 και #20 στα Mainstream Rock Charts, 26/12/87). Το τελευταίο, ένα ακόμη βίντεο με τη μπάντα ανεβασμένη σε πυροσβεστικό όχημα, με ολίγη από animation εποχής και πόζες των τεσσάρων μελών δυσανάλογα καλοφωτισμένες σε σχέση με τον τετριμμένο του μουσικό κορμό.


Με 6 κομμάτια σε κάθε πλευρά και τον δίσκο να τελειώνει με το πιο γνωστό τρακ – το “Dream Warriors” – το άλμπουμ άνοιξε για το hard rock κι επίσημα την επόμενη εποχή, αυτή του cd , στην οποία η ποσότητα της μουσικής άρχισε να κερδίζει έδαφος έναντι της πρωτοτυπίας. Η παραγωγή ανήκε, όπως και στο προηγούμενο άλμπουμ, στον πασίγνωστο Neil Kernon, έναν έμπειρο ηχοπλάστη της ευρύτατης δυνατής γκάμας: Έχοντας σπουδάσει Yes, Peter Gabriel, Hall & Oates και The Romantics, ο Kernon δεν είχε κρύψει την έφεσή του στο ραδιοφωνικό hard rock, επιμελούμενος τον ήχο των Autograph, Streets και Shy, για να φτάσει, μόλις έναν χρόνο πριν, να δημιουργήσει ένα μοναδικό δείγμα φουτουριστικού ήχου με το “Rage For Order” των Queensryche. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Kernon έφτιαξε έναν δίσκο με ήχο άμεσης επίδρασης, ταυτόχρονα συμπιεσμένο ειδικά για ακρόαση ροής. Οποιοδήποτε κομμάτι θα μπορούσε να προκριθεί για single, οποιοδήποτε να ακουστεί με όποια σειρά επιθυμούσε ο ακροατής, αφήνοντας την ίδια χαρακτηριστική γεύση.
Το “Back For The Attack” δεν ήταν “Hysteria”, όμως ήταν άμεσο, αμερικάνικο και συγκέραζε δύο εκ φύσεως αταίριαστους κόσμους: Αυτόν της ποπ ευαισθησίας του 34χρονου Don Dokken και εκείνον του κιθαριστικού ορυμαγδού, του 33χρονου George Lynch.
Από το ξεκίνημά τους, Dokken και Lynch αντιπαθούσε ο ένας τον άλλο χωρίς να κάνουν καμία προσπάθεια να το κρύψουν. Οι καυγάδες και οι διαφωνίες τους ποτέ δεν εξομαλύνονταν από κάποιο προϋπάρχον παρελθόν εγκάρδιας συνύπαρξης. Όχι. Έχοντας ξεκινήσει από τα χαμηλά στρώματα της σκηνής του L.A. πριν χρόνια, ήθελαν και οι δύο να πιάσουν την καλή και γρήγορα κατάλαβαν ότι ήταν προτιμώτερο να εκμεταλλευτεί ο ένας τα σημαντικά μουσικά προσόντα του άλλου, παρά να ψάχνουν να ταιριάξουν με άλλα πρόσωπα. Όμως η φιλοδοξία δεν τους έφερε ποτέ κοντά σαν χαρακτήρες. Ο Don μεταχειριζόταν την μπάντα σαν αναγκαίο κακό, εννοώντας να αναγνωρίζεται διαρκώς ότι «είναι δική του». Όταν όμως, μετά από αρκετές απογοητεύσεις, έκλεισε το ’83 συμφωνία με την Elektra Records, αναθέτοντας τις τύχες του στην ομάδα manager της Q Prime (Peter Mench και Cliff Burnstein), ο πρώτος που κάλεσε να τον ακολουθήσει ήταν ο Lynch.
Και κείνος, παρ’ ότι τα είχε σπάσει πολύ άσχημα με τον τραγουδιστή, φοβούμενος ότι ενδεχομένως να μην ξανάχει την ευκαιρία να δείξει σε δίσκο ούτε ένα ποσοστό απ’ όσα έδειξαν οι υπόλοιποι της γενιάς του, με τους οποίους κάποτε θεωρείτο ισάξιο ταλέντο –Eddie Van Halen, Randy Rhoads, Carlos Cavazo – δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Και παρ’ ότι το πρώτο τους άλμπουμ απέτυχε, το μάνατζμεντ έπεισε τον επικεφαλής της Electra, Bob Krasnow, να τους δώσει «100.000 δολλάρια και μια ευκαιρία ακόμη». Η προσπάθεια απέδωσε. Πρώτα με το “Tooth And Nail” και μετά με το “Under Lock And Key” κατάφεραν περιοδεύοντας με Aerosmith, Judas Priest, Dio, Kiss, AC/DC να εδραιώσουν τη φήμη τους ως ένα πιο «ευρωπαϊκό», μεγαλύτερης μουσικότητας, hard rock σχήμα. Με δύο πλατινένια άλμπουμ και κομμάτια που βρήκαν το δρόμο τους προς το MTV, οι Dokken έγιναν σε δύο περίπου χρόνια «όνομα». Όταν, τον Νοέμβριο του ’87, έφθασε η ώρα να κυκλοφορήσει το “Back For The Attack”, η επιτυχία είχε ήδη αρχίσει να έχει τις γνωστές της παρενέργειες.
«Ήμασταν στο καλύτερο σημείο μας. Αρχίσαμε λοιπόν να το γιορτάζουμε λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε».
«Ο GeorgeΜick (Brown, ντραμς) και ο Jeff (Pilson, μπάσο) είχαν ένα δεσμό μεταξύ τους. Κι αυτός ήταν τα ναρκωτικά. Έπαιρναν μερικά γραμμάρια κόκα και ξεκινούσαν να κάνουν τα δικά τους. Εγώ δεν δοκίμασα αυτό το πράγμα στη ζωή μου». Το πρόβλημα του Don όμως δεν ήταν με τους άλλους δύο, αλλά με τον κιθαρίστα του.
«Όταν πρωτογνώρισα τον George είχε ένα station wagon και κοιμόταν στο πορτ μπαγκάζ. Δεν είχε τίποτα, γι’  αυτό και ό,που και να πήγαινε, κερδισμένος θά’ ταν. Παρ’ όλα αυτά, όταν γίναμε γνωστοί εξακολούθησε να μην είναι ευχαριστημένος με τίποτε. Δεν ξέρω γιατί. Δεν είμαι ψυχίατρος». 

 

Για την προώθηση του άλμπουμ βγήκαν κατευθείαν στο δρόμο. Τον Μάϊο του ’88 έφτασε η ώρα να συμμετέχουν στην πιο προβεβλημένη τουρνέ της καρριέρας τους, το Monsters Of Rock ‘88”. Θα περιόδευαν σε στάδια baseball και αμερικάνικου football σε δεκαπέντε πολιτείες, παίζοντας μαζί με Scorpions, Kingdom Come, Metallica και Van Halen. Εκεί όμως ήταν που τα πράγματα άρχισαν να στραβώνουν άσχημα. Καταρχήν, έβγαιναν μετά τους Metallica.
 «Εκείνοι έπαιζαν το “Master Of Puppets” και μετά βγαίναμε εμείς. Ακουγόμασταν σαν τους Partidge Family. Δεν είχαμε καμιά τύχη. Μας είχαν τελειώσει».
Ο  Don παρακάλεσε τον μάνατζερ Cliff Burnstein να αλλάξουν σειρά, ακόμη κι αν αυτό ήταν σε βάρος του ονόματός τους. «Ξέρω ότι σου βγάζουμε τα διπλάσια λεφτά, αλλά, σε παρακαλώ βάλε μας να παίξουμε πριν απ’ αυτούς. Μας σκοτώνουν».
Μετά τις 19 Ιουνίου του ’88 και τη συναυλία στο Orchard Park της Νέας Υόρκης, μια εκτεταμένη κριτική παρουσίαση του event εκτέθηκε στους New York Times. Οι headliners Van Halen ήταν «τρομεροί», οι Scorpions «εντυπωσιακοί», οι Metallica «ανερχόμενοι πρίγκηπες του underground», οι Kingdom Come «καλοί στο να ζεσταίνουν τον κόσμο». Για τους Dokken έγραφε μόνο μια φράση: «Κατά τη διάρκεια της εμφάνισης των Dokken, πουλήθηκε από την καντίνα τέτοιος αριθμός hot dog ώστε κάθε προηγούμενο ρεκόρ οπωσδήποτε θα πρέπει να καταρρίφθηκε».
Dokken θεώρησε ότι η απόδοση της μπάντας ήταν ασταθής, εξαιτίας των ουσιών. («Και οι τρεις τους ήταν άτσαλοι, ας όψεται το hangover»). Και ο ίδιος όμως δεν πήγαινε πίσω. Υπέφερε από κρίσεις πανικού και για να τις αντιμετωπίσει κατέφευγε κάθε μέρα στα βάλιουμ και το αλκοόλ. Μετά τον τελευταίο σταθμό της περιοδείας στο Denver, ο Dokken κάλεσε σε meeting το μάνατζμεντ και κάποιους ανθρώπους - κλειδιά της δισκογραφικής και τους απηύθυνε τελεσίγραφο: «Δεν μπορώ να συνεχίσω να παίζω με τον Lynch. Οι άλλοι δύο, αν θελουν μπορούν να συνεχίσουμε μαζί, αλλά με τον Lynch έχουμε τελειώσει οριστικά».
Ο Lynch θυμάται την ιστορία κάπως διαφορετικά: «Ο Don είχε αποφασίσει να διαλύσει τη μπάντα πριν ξεκινήσει η περιοδεία των “Monsters of Rock”. Μας είπε “Δεν ξαναπεριοδεύω μαζί σας. Αν δε μου παραχωρήσετε το όνομα, θα σας αρχίσω στις αγωγές. Εκτός αν θέλετε να δουλέψετε για μένα. Μπορώ, αν θέλετε να σας προσλάβω”. Ήξερα ότι είχε σκοπό να διαλύσει την μπάντα και δεν ήμουν καθόλου χαρούμενος γι’ αυτό». 
 
Σ’ εκείνο το meeting η εταιρία προσπάθησε να περισώσει την μηχανή δολλαρίων που είχε στα χέρια της. Τους προσέφερε 10 εκατομμύρια δολλάρια και ένα συμβόλαιο για δύο ακόμη άλμπουμ, χρηματικό ποσό εξωπραγματικό για την εποχή. Στο άκουσμά του, Mick Brown και Jeff Pilson δήλωσαν χωρίς δεύτερη σκέψη ότι «ασφαλώς και διαλέγουν το συμβόλαιο» και να μείνουν μαζί με τον George Lynch.
Ο Dokken αναγκάστηκε να αποχωρήσει από μια μπάντα που είχε ο ίδιος φτιάξει, μια μπάντα που έφερε το όνομά του, πράγμα αδιανόητο να καταπιεί. Είχε όμως κάνει ένα μοιραίο σφάλμα. Θεωρώντας τους δεδομένους, είχε προλάβει να στείλει ένα φαξ στα γραφεία των μάνατζερ, στο οποίο απευθυνόταν στους Brown και Pilson λέγοντας : «Αν μείνετε με τον George, εγώ φεύγω».Γρήγορα το πράγμα εξελίχθηκε σε αντιδικία: από το έγγραφο αυτό «ήταν προφανές», είπαν οι δικηγόροι, ότι εκείνος ήταν που αποφάσιζε μονομερώς να διακόψει τη συνεργασία του με την εταιρική οντότητα Dokken, εκείνος που έπαιρνε αποστάσεις από το όνομα και έθετε τελεσίγραφα που κανείς δεν δεσμευόταν να παρακολουθήσει. Ο Dokken, χολωμένος που έπεσε σε μια παγίδα που έστηνε ο ίδιος για τον Lynch, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το συγκρότημα. Προσπάθησε να χρησιμοποιήσει το όνομα της μπάντας, που θεωρούσε ταυτόσημο με το δικό του όνομα, προσλαμβάνοντας άλλους μουσιικούς και συνεχίζοντας, όμως οι Brown και Pilson προσέφυγαν στα δικαστήρια για να τον σταματήσουν και το κατάφεραν: Για πέντε χρόνια δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το όνομα Dokken. Θα έπρεπε να ηχογραφεί και να περιοδεύει μόνον ως Don Dokken”.
 

Το διπλό ζωντανό live “Beast From The East” που κυκλοφόρησε στις 16 Νοεμβρίου του ’88 ήταν ηχογραφημένο τις τελευταίες μέρες του Απριλίου του ‘88, κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους στην Ιαπωνία, ακριβώς πριν ξεκινήσει εκείνο το σημαδιακό, από πολλές απόψεις, “Monsters Of Rock”. Περιέχει τις καλύτερες εκτελέσεις των πιο γνωστών τους κομματιών και για κερασάκι ένα «καινούριο» στουντιακό κομμάτι, την power ballad Walk Away (US#48, 11/2/1989). Παραδόξως, στο ζωντανό υλικό ακούγονται δεμένοι και γεμάτοι ορμή. Ενώ το συγκρότημα ουσιαστικά είχε διαλυθεί, το άλμπουμ έφτασε στο Νο 33 του Billboard, έγινε χρυσό και κατά ειρωνεία της τύχης, κέρδισε μια υποψηφιότητα για Grammy στην κατηγορία “Best Metal Performance”. Στην 32η τελετή του θεσμού, τον Φεβρουάριο του ’90, οι Dokken έχασαν το βραβείο από το σχήμα που εξελίχθηκε σε κάτι σαν νέμεση έναντι όλης αυτής της ευτέλειας και την μικρότητας: τους Metallica.
Οι προσπάθειες για επανένωση της κλασσικής σύνθεσης συνεχίστηκαν μέσα στα ‘90s, με πολλούς και διάφορους να μεσολαβούν και να ενδιαφέρονται - με το αζημίωτο
.
Ακόμη κι όταν 
Lynch και Dokken κατόρθωσαν περιστασιακά να θάψουν το τσεκούρι του πολέμου – κυκλοφορώντας μάλιστα μαζί με τους Pilson και Βrown δύο σχετικά ενδιαφέροντα άλμπουμ ως Dokken”- οι δυό τους δεν σταμάτησαν να ανταλλάσσουν πικρά λόγια απόρριψης επί πολλά χρόνια, χωρίς πιθανότητα να τα ανασκευάσουν ποτέ (
αν και όπως έγινε αντιληπτό απ' όλους το 2016, πιθανόν τα δολλάρια να έχουν πιο πλούσιο λεξιλόγιο κι από τους δυό τους.").
Το “Back For The Attackέμελλε να γίνει η πιο μεγάλη τους εμπορική στιγμή και ταυτόχρονα η αναπότρεπτη κατηφόρα τους. Σήμερα, αναμφισβήτητα εντάσσεται ανάμεσα στα άλμπουμ που εξέθρεψαν μια ολόκληρη γενιά τεχνικά άρτιων κιθαριστών, με έφεση στον πεντακάθαρο, ενδεχομένως και κλινικό, hard rock κιθαριστικό ήχο, τον ήχο του τέλους της δεκαετίας του ‘80.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου