Overkill: Σωτήριος θόρυβος με την επιγραφή “Thrash Νation”, 29.3.88
Παρασκευή

30Μάρ

Το Μάρτιο του ’88 και μόνο η παρουσία ενός χεβυμεταλλά σε μπουζουκομάγαζο ισοδυναμούσε με έγκλημα καθοσιώσεως. Στο Λύκειο, για τα εγκλήματα αυτά δικαστής ήτανε σε πρώτο χρόνο η σιωπηρή αποδοκιμασία της μεταλλικής φυλής, που δεν καταλάβαινε από ιστορικούς συμβιβασμούς της μιας βραδιάς.
Το να δεχθείς να πας στα μπουζούκια σήμαινε ότι δεν αντέχεις τη σύγκρουση, ότι τελικά σε λυγίζει η απειλή της αποξένωσης από τον περίγυρο.  
Ότι είσαι όλο λόγια, κονκάρδες, τζην και ραφτά, αλλά ότι τελικά, όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι, αφήνεις τον αντίπαλο οπαδό να στο τραβήξει το κασκόλ με τσαμπουκά απ’ το λαιμό και συ κάθεσαι κότα. Ήτανε στο μυαλό μου ξεκάθαρο, από το απόγευμα όταν άρχισε ν’ ακούγεται στα πηγαδάκια της δεύτερης μέρας της «πενταήμερης» ο επάρατος βραδινός προορισμός. «Μπουζούκια».
Θα περνούσα μια βραδιά – μαρτύριο και είχα μόνο μια ελπίδα. Άνοιξα ένα καινούριο σετ από αλκαλικές μπαταρίες, όπλισα το γουώκμαν, δίπλωσα προσεκτικά το καλώδιο των ακουστικών γύρω από το συρμάτινο τόξο τους και τό’ χωσα στην εσωτερική τσέπη του τζην μπουφάν. Μαζί βέβαια με τις δύο εξηντάρες
TDK πού’ χα κουβαλήσει μαζί μου με επιλογές thrash, γραμμένες ειδικά από το Μιχάλη, για παν ενδεχόμενο. Το οποίο ενδεχόμενο, το βράδυ θα επήρχετο με απόλυτη βεβαιότητα.
Ώρα δέκα και μισή, μπουζουκομάγαζο του κ@λου, πάνω στην εθνική οδό, έξω από το Ρέθυμνο. Κρασί χυμαδούρα σε πλαστικά ποτήρια, μπριζόλες από κάτι ψόφιο εδώ και πολύ καιρό, μπάντα με φάλτσους μπαγλαματζήδες και δύο τραγουδιάρες με αιμάτινα κραγιόν και προφορά «αντικρυστό, κοντοσούβλι βάλε και λίγο τζατζίκι μάστορα». Στην αρχή δε θέλω καν να μπω μέσα, αλλά πού να κάτσω έξω στην ερημιά;
Μέχρι εκεί τουλάχιστον που φέγγουν οι στύλοι της ΔΕΗ, μόνο το «πάρκινγκ» του μαγαζιού φαίνεται να υπάρχει. Παρκαρισμένα τέσσερα - πέντε αγροτικά ΤΟΥΟΤΑ και κάτι μηχανάκια λασπωμένα μέχρι τα χερούλια των φρένων, οι οδηγοί τους εντός του καταστήματος. Ομολογώ ήττα και ακολουθώ τους συμμαθητές που μπαίνουν υπό την εποπτεία των συνοδών καθηγητών στη ρεσεψιόν, όπου μια ευτραφής κυράτσα με μια μύτη σα μπάμια μας δίνει κάτι σαν «εισιτήρια».



Η μπαγλαμαδορύπανση με εξοντώνει στο δεκάλεπτο. Πάνω που βλέπω τα πρώτα και καλά μερακλώματα από τις θερμόαιμες  συμμαθήτριες, αρχίζω και αναπνέω φρίκη. Προσπερνάω τη ρεσεψιονίστα, βγαίνω από το μαγαζί κι αρχίζω να βολτάρω μέσα στην ψύχρα. Μέσα έχουν αρχίσει οι χοροί.
Βγάζω το γουώκμαν, βάζω μέσα την 60άρα που στη ράχη γράφει με γράμματα του Μιχάλη “Thrash Nation, vol. 1” και εξοθώ την πραγματικότητα στην απομόνωση, εκεί που της πρέπει.

To thrash δεν είναι πολύ του γούστου μου, όμως έχω καταλάβει ότι κάτι μέσα στον οργανισμό μου το ζητάει και το κάνει να λειτουργεί. Από πρόπερσι, με το θάνατο του Cliff Burton, σαν αυτός ο άνθρωπος να έγινε θυσία στο να πάρουμε ένα ολόκληρο παρακλάδι του heavy πιο σοβαρά. Οι Metallica δεν ήταν πια thrash, είχαν όμως με το δικό τους δαυλό οδηγήσει κι άλλα σχήματα που έπαιζαν γρήγορα και δυνατά να συρθούν έξω από τις σκιές του underground. Με την εξαίρεση των Slayer, των οποίων η μοχθηρία και οι δήθεν ξέσκουρες σατανοναζιστικές τους σπόντες μου ακούγονταν από την αρχή απολύτως αποκρουστικές, δεν μπορούσα να μην παραδεχτώ ότι το thrash έδινε ζωή στο «παλιό» heavy metal, γεννώντας ένα είδος μέσα στο είδος.
Οι thrashερ σιχαίνονται τη φιγούρα, το μαλλί κομμωτηρίου, τις μπαντάνες και τα επιτηδευμένα τζάκετ των «εμπορικών φλώρων».
Σκάνε μύτη με τζην γεμάτα ραφτά, με πέτσινα απ’ το Μοναστηράκι («μ@λ@κα, βρήκα ίδιο με του Tony Portaro») και περικάρπια με – πλαστικά, μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας – καρφιά. Φτύνουνε ο,τιδήποτε είχε έστω και ίχνος μελωδίας ως «ξεπουλημένο» θα χαράκωναν όποιον τους υποδείκνυες, για ν’ αποκτήσουν τον καινούριο δίσκο των Kreator. Τα γκρουπ του thrash δεν είναι ακριβώς καινούρια, όμως εκπροσωπούν φανερά κάτι νέο, ατόφιο και ασυμβίβαστο.
Οι Anthrax έχουν βγάλει το “Among The Living”, οι Megadeth το “Peace Sells”, οι Nuclear Assault το “Game Over” και το e.p. “The Plague” –πού’χει μέσα το ανίερο “Buttfuck”- και οι Exodus έχουν επιστρέψει με το “Pleasures Of The Flesh”, ένα πολύ πιο τεχνικό lp από το “Bonded By Blood”, με τον πωρωτικό headbanging ύμνο “Brain Dead”.
Όμως πιο πολύ – ίσως κι απ’ όλους αυτούς μαζί- με ψήνει περί το thrash ένα γκρουπ από το New Jersey. Είναι αυτό που είναι γραμμένο στην πρώτη πλευρά. Πατάω μεσ' το σκοτάδι play.
Ριφ μυδραλιοβόλα τρυπάνε τα σφουγγαράκια των ακουστικών, εισβάλλουν από τ’ αυτιά και παραλύουν τον στριμωκωλιασμένο από τη συνθήκη της βραδιάς εγκέφαλο. Είναι μια ολόκληρη πλευρά με «τα καλύτερα» από τα δύο πρώτα άλμπουμ τους : “Rotten To The Core”, “Hammerhead”, “Feel The Fire”, “Wrecking Crew”, “Powersurge” και “In Union We Stand”.
Στη δεύτερη έχει το Metal Church, σχεδόν ολόκληρο το “The Dark”, αλλά οι Overkill είναι άλλο πράμα. Ο τραγουδιστής, ο Bobby “Blitz” Ellsworth, μια μαλλιαρή μπάλα με οργισμένη πρίμα φωνή που δε φοβάται να αρθώσει καθαρά. Ο μπασίστας D.D. Verni ένας κατσαρομάλλης με μαύρο Rickebacker ζωγραφισμένο και καλά σαν καλυμμένο από ιστό αράχνης. ο Bobby Gustafson παίζει μόνος του για δύο στην κιθάρα κι ένα;ς ξανθός ντράμερ που δέρνει αλύπητα.


Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, στον πρώτο όροφο του “Happening”, εκεί στη γωνία με τις κυκλοφορίες εισαγωγής, βλέπω και το αποστομωτικό e.p., η ύπαρξη του οποίου είχε αρχίσει να αγγίζει τα όρια του μύθου στους οπαδούς του heavy. Στο εξώφυλλο δεσπόζει σε μαύρο φόντο ένα χέρι με το μεσαίο δάχτυλο ορθωμένο, η πασίγνωστη χειρονομία που μιλάει πιο δυνατά από χιλιάδες επιχειρήματα. Πώς είχαν τολμήσει οι κωλοπαιδαράδες να βγάλουν δίσκο που να λέει κατάμουτρα στον εχθρό “Fuck You !!!”;
 
Μ’ αρέσει  που δεν κρύβονται πίσω απόεπιτηδευμένο  image, αίματα, πεντάλφες και τα συναφή. Είναι μια μπάντα του δρόμου και πέρα από μια μικροσκοπική νεκροκεφαλή με φτερά νυχτερίδας και το logo της με τα γωνιώδη πράσινα γράμματα βασίζεται μόνο στη φασαρία της.
Ο στίχος τους ποντάρει στη δύναμη, στο να αψηφάς, με μια μετρημένη δόση φάντασυ και τρόμου για να μην ξεχνιόμαστε. Μια  συνέντευξή τους στο
Kerrang!” αναδημοσιεύεται μέσα από τις σελίδες του δικού μας του “Heavy Metal” στο τεύχος Μαρτίου, που έφτασε στα περίπτερα λίγες μέρες πριν φύγουμε για Κρήτη. Έχει δοθεί λίγο πριν τα Χριστούγεννα, όταν και εμφανίστηκαν μπροστά στο μανιασμένο κοινό του Leeds, σαν σαπόρτ στους Megadeth στο φεστιβάλ “Christmas On Earth”, Μιλάει ο κιθαρίστας Bobby Gustafson και δηλώνει σίγουρος ότι η μπάντα του μέσα στο ’88 «θα μπει μέσα στις 5 καλύτερες μπάντες του thrash».


Ο δημοσιογράφος και ρωτάει αφελώς «Το “thrash θα κερδίσει τη θέση του δίπλα στα άλλα είδη του ροκ;» και ο Gustafson απαντάει:
«Πιστεύω ότι το thrash θα έχει πάντα τη θέση του. Και ότι στο εξής θα υπάρχει πάντα χώρος για ιδιαίτερους τύπους μουσικής. Όλα τα μέλη των Overkill άρχισαν παίζοντας punk την εποχή των Ramones και των Pistols. Από τότε όμως έχουμε εξελιχθεί. Στην πραγματικότητα όμως δεν ξεχνάς όμως ποτέ αυτά που πρωτάκουσες, πάντα γυρίζεις στις πρώτες επιρροές. Σήμερα, ο κόσμος θέλει κάτι διαφορετικό, έχει αρχίσει να βαριέται. Αυτό το κάτι είναι μάλλον η γρήγορη μουσική. Μόλις αρχίζουν να το συνειδητοποιούν και οι δισκογραφικές εταιρίες. Αυτό κάτι λέει: ας βρούμε τα καλά γκρουπ να τα ξεχωρίσουμε απ’ αυτά που δεν έχουν δυνατότητες. Το πράγμα γίνεται ολοένα και καλύτερο.
Η Ευρώπη έχει αρχίσει να πιάνει αυτή την μουσική κίνηση και βγάζει πλέον και τα δικά της
thrash γκρουπ. Δεν είναι μια καινούρια μόδα. Συμβαίνει τα τελευταία τουλάχιστον δύο χρόνια. Το thrash έχει αρχίσει να αφήνει το σημάδι του και αξίζει να ακούγεται όσο πιο πολύ γίνεται».


«Ο μέσος όρος ηλικίας των οπαδών είναι γύρω στα 16 χρόνια, αλλά διαρκώς εμφανίζονται ολοένα και πιο νέοι και πιο πεινασμένοι. Εγώ είμαι 22, ο μικρώτερος στο γκρουπ. Όμως ασχολούμαι από τα 15 μου και δεν μου είναι κάτι καινούριο. Δεν είμαστε καλύτεροι από το κοινό μας. Είμαστε το κοινό. Δεν έχουμε απομακρυνθεί από τους ανθρώπους που βλέπαμε πριν έξι χρόνια.
Παίζουμε για τα παιδιά που είναι ό,τι κι εμείς. Στα παιδιά του
Leeds δεν πρόκειται να παίξουμε καινούρια κομμάτια, παρ’ ότι έχουμε ήδη έτοιμα 3 για τον καινούριο δίσκο. Θέλουμε να παίξουμε μόνο αυτά που ξέρουνε, μας νοιάζει να ξέρουνε τα λόγια, εμείς σ΄αυτούς απευθυνόμαστε, θα παίξουμε μόνο γι’ αυτούς».
Γυρίζω την πελυρά πίσω, την ξανακούω. Ανεβοκατεβαίνω στην σκοτεινή και υγρή Εθνική και ο πορτιέρης στην είσοδο – άνετα roadie των Gypsy Kings – με κόβει να περιφέρομαι με τα ακουστικά στ’ αυτιά με μια γκριμάτσα οίκτου ανάμικτου με απορία.
Η αυτοεξορία μου ολοκληρώνεται κατά τις μιάμισυ, αφού έχω κάνει άλλη μία απόπειρα να μπώ μέσα στη μπυζουκλερί, χωρίς όμως να έχω αντέξει περισσότερο από ένα εφιαλτικό δυομισάλεπτο, αρκετό για ν’ ακούσω μια βιασμένη εκδοχή του καψουρολάγνου έπους «Παντρεμένοι κι οι Δυό» και να φύγω τρέχοντας σα να είδα το χάρο με τα μάτια και να επιστρέψω στα ντεσιμπέλ των
Overkill, που παίζανε μέσα απ’ το γουώκμαν μόνο για μένα. Βλέπω τους συμμαθητές με μούρες ιδρωμένες, αναψοκοκκινισμένες, μερικούς να τραγουδάνε αγκαλιά, ενώ ο κράσος χυμαδούρα είναι φανερό ότι έχει κάνει θαύματα, αν κρίνω από μύτες βαρελοφρόνων και γλαρά μάτια ωλ αράουντ. Δε νιώθω ούτε κρύο, ούτε τίποτα.
Έχω σωθεί από την άδοξη δεύτερη βραδιά της «πενταήμερης», από τον Bobby “Blitz” και τον D.D. Verni.

Υ.Γ.: Οι Overkill εξακολουθούν και σήμερα να χαίρουν άκρας υγείας. Έχουν κυκλοφορήσει 18 άλμπουμ, στο ίδιο στυλ : τραχύ, ασυμβίβαστο, επιθετικό, ίσια στα μούτρα, πάρτε νά’ χετε. Ποτέ δεν άλλαξαν, δεν πειραματίστηκαν.
Δεν περιφρόνησαν τους οπαδούς, δεν κουρεύτηκαν, δεν έγραψαν ποτέ μπαλάντα. Δεν διαλύθηκαν για να χρειαστεί να «επανενωθούν» και να «γυρίσουν στα παλιά».
Ήταν και είναι πάντα εδώ, ανεύθυνοι γαι όσους σαρώθηκαν από εφήμερες μπουζουκλερί και άλλες μόδες. Υπεύθυνοι μόνο για τη φωτιά που σιγοκαίει ακόμνη και σήμερα ανάμεσα στα
zombie του thrash nation, που ζουν παντού, ανάμεσά μας. Το λέγανε και το λένε στα εξώφυλλα, στις συναυλίες και στις συνεντεύξεις τους. “To our fans we say we do care. To all the others, we don’t care what you say, fuck you”. 


Παναγιώτης Παπαϊωάννου