Joe Cocker: Unchained στη “Gefyra”, 30.3.88
Δευτέρα

2Απρ

Joe Cocker: Unchained στη “Gefyra”, 30.3.88

Δημοσιεύθηκε από:

02/04/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

879
Τελευταία βραδιά στην Κρήτη. Μετά από περιήγηση στην Κνωσσό υπό ντάλα ήλιο, πίτσες σπέσιαλ χωνεμένες με κουτάκια Χέννιγκερ θερμοκρασίας δωματίου στο Ηράκλειο και ακρόαση από το ράδιο του πούλμαν του πρώτου ημιτελικού του κυπέλλου – τριάρα στον ΟΦΗ, με δύο τεμάχια από Χουάν Χιλμπέρτο Φούνες- αρριβάρουμε Αγία Πελαγία και την πέφτουμε σε κάτι χλιδουά μπανγκαλόους, σάπιοι από το ξενύχτι.
Κατά τις εννιάμισυ το βράδυ, ξεμυτάμε στο φουαγιέ της ρεσεψιόν, σενιαρισμένοι κατά το δυνατόν – μίας μέρας ρούχα μόνον στα μπαγκάζια- και περιμένουμε να μαζευτούμε όλοι για να την κάνουμε με τα λεωφορεία για ντίσκο.
Το εστιατόριο του ξενοδοχείου έχει ανοίξει για βραδυνό, κάτι ραμολιμέντα τουρίστες έχουνε ορμήσει στους ανυπεράσπιστους μπουφέδες. Χτυπάμε μπαγκέτες ζαμπόν-τυρί και πατατάκια από το μπαρ και ανταλάσσουμε αναγνωριστικές ματιές με κάτι ρούκουνες από Λύκειο πρωτεύουσας απωτάτου βορρά.
Έχουνε φτάσει πριν καναδυό ώρες κι ετοιμάζονται για τη δική τους πρώτη βραδινή έξοδο – μακάρι να γυρίζαμε το χρόνο πίσω και νά’ μαστε μεις στη θέση τους. Αρχηγός τους ο Πασχάλης, ένας ψηλέας με αχνό μουστάκι, γυαλαμπούκα, πέτσινη γραββάτα - κορδόνι, ίδιος ο Weird Al Yankovic. Αραχτοί σε καναπέδες από βυσινί δερματίνη, τον ακούμε να παρλάρει και τον αφήνουμε - ίσα που καταλαβαίνουμε τί λέει, κοιταζόμαστε κλεφτά και δαγκωνόμαστε να μην πέσουμε στα μάρμαρα απ’ τα γέλια.
Τα κορίτσια έχουν αρχίσει να κατεβαίνουν από τα δωμάτια. Λακαρισμένο μαλλί, βαμμένες βλεφαριδάρες, λαμέ και γκλαμ κομπλήτλυ από αλλού σε σχέση μ’ ότι έχουμε βαρεθεί να βλέπουμε κάθε μέρα στο σχολείο.

Ο πουλμανατζής μας προκύπτει με απωθημένο ξεναγού, αλλά ό,τι και να σπηκάρει απ’ το μικρόφωνο, έχει πέσει σκοτάδι, δε μπορούμε να καταλάβουμε μία από υποτιθέμενα αξιοθέατα. Κατά τις δέκα και μισή, κι αφού όλη την ώρα κιαλάρουμε τα κορίτσια να μετρηθούμε πόσο μας παίρνει απόψε, φτάνουμε σε μια ντίσκο έξω από το Ηράκλειο με το όνομα "Gefyra", αφού κατά σατανική σύμπτωση βρίσκεται κοντά σε ένα «ιενετικουό», σύμφωνα με τον πουλμανατζή, γεφύρι.



Κανονικό, με ξεροπόταμο από κάτω και τα συναφή. Είναι Τετάρτη, το μαγαζί για πάρτη μας. Τετράγωνη πίστα, τρεις μπάλες φωτορρυθμικά, καναπεδάκια των τεσσάρων θέσεων, ελάχιστα πιο ψηλά από στρώματα σκέτα στο πάτωμα. Κοζάρουμε τον ντι-τζέϊ. Πουκαμίσα με κομμένο γιακά και χαίτη Τζίμη Πατίκα, στο πιο ανοιχτόχρωμο, θά’ ναι καμιά εικοσιπενταριά χρονών. Προθερμαίνει το πρόγραμμα γρήγορα, η πίστα γεμίζει. Από Rick Astley και Taylor Dayne αρχίζει και πετάει κάτι ΖΖ Τοp και Billy Idol, κάνει ό,τι μπορεί.
Τί διάολο, μην και ο χαιτάς είναι δικός μας; Αρχίζει να σηκώνει τα εξώφυλλα των δίσκων ψηλά, να δείχνει σ’ όλη την πίστα ποιό το επόμενο, κάνει αφιερώσεις, δείχνοντας πότε τον έναν πότε τον άλλον, προκαλεί το σχετικό τζέρτζελο. Οι ξελιγωμένοι για ροκ ξεθαρρεύουμε - «λες ρε μ@λ@κα να το πάει έτσι συνέχεια;» - και αρχίζουμε με τη χάρη σουρωμένου βροντόσαυρου να στριμωχνόμαστε στην πίστα, ανάμεσα σε ξαναμμένους μιμητές του Τέρενς Τρεντ Ντ΄Αρμπυ και της Τζόντυ Γουώτλεϋ. Μόνο που αυτή τη φορά, κάτι μυστήριο, εμείς οι δαχτυλοδεικτούμενοι κονκαρδοφόροι, τους συγχωρούμε όλους τους κατσίφλωρες και είμαστε σίγουροι ότι το ίδιο κάνουν κι αυτοί.
Τα Ρόσσο Αντίκο και οι Μπατίντες χύνονται πάνω σε παλτά, καλσόν σκίζονται, νερά καταβρέχουνε ζαλισμένα πρόσωπα, αλλά όπου και να δεις γύρω σου, χαμόγελα. Είναι η τελευταία βραδιά της εκδρομής, αύριο τέτοια ώρα θά’ μαστε πάνω στο πλοίο για πίσω.
Ένα τελευταίο πάρτυ πριν τις εξετάσεις. Κάποια αναστάτωση ασυμμάζευτη τη νιώθουμε, τί να πούμε, ψέμματα; Και τότε, ακούγεται απ’ τα ηχεία η κακοτράχαλη φωνή να προλογίζει.

Μετά το “You Can Leave Your Hat On” και τον Μickey Rourke που μάζευε υπό τους ήχους του τα λευκά είδη της Kim Basinger, ο μέθυσος με την ψυχεδελική μπλούζα που έβγαζε τα σωθικά του στο “With A Little Help From My Friends” στη σκηνή του “Woodstock” ανήκε και στη δική μας γενιά. Τον Ιανουάριο του ’88 μπήκε η κέρινη βούλα, όταν το «Μουσικόραμα» έπαιξε για πρώτη φορά το βίντεο κλιπ του “Unchain My Heart”.
Πρώτες αχτίδες του ήλιου στο πιάνο μπαρ και ο μαέστρος, με λυμένη τη γραββάτα, παίζει ό,τι τού’ρχεται στο μυαλό για τα ξοφλημένα θαμωνοειδή της βραδιάς που μόλις έχει τελειώσει. Η εξώπορτα ανοίγει. Ένας γέρος με καπαρτίνα Λεμύ Κωσιόν και καπελλαδούρα ασσορτί στέκεται στην είσοδο, κόβοντας με τη σκιά του την εισβολή μέσα στο καταγώγιο από το φως της λεωφόρου. Πίσω του ένας σκούρος σκέτο βουνό. Κοστούμι λευκό, γραββάτα ισχνή, ίσα να κρατάει τα πέτα, για τα μάτια.
Περπατάνε κι οι δυό προς τον μαέστρο και ο σκούρος – που, ναι, αυτός είναι, ο Clarence Clemons, ο γίγας του σαξοφώνου στη μπάντα του Springsteen, ρίχνει την άκαιρη παραγγελιά: Hey, ‘d you playUnchain My Heart”?”. Ο μαέστρος αντιπαρατάσσει limey προφορά που δε σηκώνει ρηκουέστς: Im done singing for the night.
Όμως το βουνό, χωρίς να σκεφτεί στιγμή να βγάλει τα γυαλιά του, έχει το αντεπιχείρημα έτοιμο: You aint got to sing it. Just play it”. Και ο γέρος αποκαλύπτεται. Βγάζει το Λεμύ Κωσιόν και το γυαλί – όχι την καπαρτίνα - και αφήνει με τη μία την ιερή βραχνάδα να γεμίσει το ημίφως του πιάνο μπαρ. Είναι ο λευκός που ο ίδιος ο Ray Charles έχει αναγνωρίσει ως κάτι σαν συνεχιστή του («απ’ όλους όσους τραγουδάνε σαν κι εμένα, εσύ είσαι ό,τι πιο κοντινό μπορεί να βρεθεί»).



Πίσω από τον Τζο Κόκερ, μια καλοκουρδισμένη ομάδα από παίκτες κλάσης: Μπάσο ο T.M. Stevens, o 36χρονος Νεοϋορκέζος με θητεία στον David Sanctious και τους Pretenders, προσωπική επιλογή του James Brown όχι μόνο για να παίξει, αλλά και για να τραγουδήσει τα δεύτερα στο “Living In America”, έναν χρόνο πριν. Phil Grande στις ακονισμένες φανκ κιθάρες, ο latin fusionίστας Sammy Figueroa στα κρουστά και last but never least το επιβλητικό, σκούρο βουνό, ο Clarence στα πνευστά που διαλύουν τις αισθήσεις στα εξ ων αύτες συνήθως συντίθενται.

Ο δίσκος έχει γενικό τίτλο “Unchain My Heart” και κινείται στη γραμμή του “Cocker” του ’86. Καλολαδωμένo soul, blues και rock υλικό, πανέτοιμο να διανθίσει το ζωντανό σετ του Τζο, στα καθιερωμένα του ταξίδια ανά τα καλοκαιρινά φεστιβάλ της Ευρώπης.
“Two Wrongs”, “A Woman Loves A Man”, “The River’s Rising”, μια διασκευή στο “Isolation” του Lennon, εκτελέσεις που με όπλο μια τριζάτη ενορχήστρωση από έναν νεοϋορκέζο ειδικό στο χειρισμό «μαύρων» φωνών, τον Charlie Midnight, θέτουν με τη μία σε κίνηση πόδια, σπονδυλική στήλη και εσώψυχα, όπως ακριβώς δείχνει και το κλιπ του “Unchain My Heart”, όπου η ερμηνεία του Τζο οδηγεί σ’ ένα ξέφρενο χορό το ψόφιο μέχρι εκείνη τη στιγμή πιάνο - μπαρ. Υπάρχει κι ένα σόουλ ντουέτο με την τρομερή Phoebe Snow, το “The One”, ένα τρακ που θα ήταν ποπ της σειράς, χωρίς την έξυπνη σκηνοθεσία των φωνών από τον Midnight.



Βέβαια, μπροστά απ’ όλους και όλα βρίσκεται αυτή η φωνή, το κατευθείαν απ’ τα έγκατα, το απειθάρχητο blues ουρλιαχτό του Cocker. Το κομμάτι θα φτάσει μόλις στο Νο 46 των βρετανικών σινγκλ και ο δίσκος θα παραμείνει στα τσαρτ μόλις για τέσσερις εβδομάδες.
Είχε κυκλοφορήσει από το Νοέμβριο του ‘87, αλλά το μόνο που μπόρεσε να καταφέρει στην Αμερική είναι να κάνει μια σύντομη είσοδο στα πρώτα 200 (US#89, 16/1/88). Για μας βέβαια, το ιδρωμένο στην ευεξία της τελευταίας εξόδου "πενταήμερης" τσούρμο της Τρίτης Λυκείου, αυτές οι λεπτομέρειες δεν είχαν καμία σημασία, ακόμη κι αν τις γνωρίζαμε τότε. Το “Unchain My Heart”, ξεχύθηκε από τα ηχεία με τον αφοπλιστικό χρονισμό που εγγράφονται οι ωραίες συλλογικές εμπειρίες. Ροκ, σόουλ, χορευτικό, μπλουζ, κινηματογραφικό, εθιστικό, ολοδικό μας, έγινε εκεί, επιτόπου, μια σπονδή στα ανήλικα σχολικά χρόνια τετελεσμένη με την οίηση ενηλίκου, ένας παιάνας της στιγμής μας.



Επιστρέφουμε τέσσερις το πρωί από τη “Gefyra” στα μπάνγκαλοους της Αγίας Πελαγίας. Είναι η πιο μακριά μέρα της «πενταήμερης», αλλά δεν έχει τελειώσει ακόμα. Την ιδέα τη ρίχνουνε οι του Γ1, που έχουνε ξεφύγει από νωρίς -εκείνα τα κόκκινα σφηνάκια της “Gefyraς” δεν είχανε καρπουζοχυμό, ούτε πεντρεξύλ αντιβίωση, σίγουρα.
Και ξεκινάει ένας κολασμένος μπουγελοπόλεμος έξω, μέσα κι ενδιάμεσα απ’ τα μπανγκαλόους μέχρι τις 6:00 το πρωί. Επικές φάσεις αλληλοκαταβρέγματος ακολουθούν, χωρίς κανείς να μπορεί να τις απαθανατίσει, γιατί απλώς όλοι περνάμε φοβερά και το αύριο και οι συνέπειές του δεν υπάρχουνε. Ρούχα πεταμένα στα πατώματα, βαλίτσες ανοιχτές πάνω στα κρεββάτια, δωμάτια ανατιναγμένα beyond recognition, άγρια χαρά και γέλια μέχρι παράνοιας αντηχούν σε ολόκληρο το συγκρότημα.
Καταλήγουμε τέσσερις– δυο από κάθε φύλο- να σαπίσουμε στο ίδιο διπλό κρεββάτι, ενώ πάνω απ’ τον κόλπο της Αγίας Πελαγίας ο ήλιος όχι μόνο έχει ξυπνήσει, έχει πιει και τον πρώτο καφέ.
Έχει πάει 8:00 και σηκωνόμαστε, ντυνόμαστε, μαζεύουμε ό,τι μπορούμε από την πυρηνική έκρηξη που έχει συνταράξει το δωμάτιό μας, το χώνουμε τσουβαληδόν στις βαλίτσες και κατεβαίνουμε στο κεντρικό κτίριο για πρωινό, επιτιθέμενοι με το μένος βησιγότθων σε φρέκα κρουασάν.
Κλεφτές ματιές πάνε κι έρχονται. Όλες τους πιο όμορφες, κι ας δίνουν τα υπολείμματα ρίμμελ της χθεσινής βραδιάς μια ξεπεσμενέ γκοθ εσάνς. Ο Τζώνης έχει πάρει πρέφα προς τα πού αλλοιθωρίζω. Καθώς προσπαθεί να παραγεμίσει μπέϊκον τα έγκατα από ένα μπριοσάκι, μου κλείνει το μάτι.
«Αντσέεεεϊν μάϊ ΄χαρτ, σετ μη φρη, σου λέω...».


Παναγιώτης Παπαϊωάννου


 

// Old Time Rock

// Live Favorites