Robert Plant: Then & Zen. Η περιπλάνηση ενός θρύλου
Πέμπτη

19Απρ

Robert Plant: Then & Zen. Η περιπλάνηση ενός θρύλου

Δημοσιεύθηκε από:

19/04/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1983
Μετά το θάνατο του John Bonham επακολούθησε σχεδόν μοιρολατρικά, χωρίς θρήνους και οιμωγές, η διάλυση των Led Zeppelin με μια λιτή ανακοίνωση, στις 4 Δεκεμβρίου του 1980. Ειδικά ο τραγουδιστής τους, δεν είχε αφήσει πίσω του απλώς ένα κολοσσιαίο συγκρότημά. Είχε χάσει για πάντα τον καλύτερό του φίλο.
«Για μένα η μπάντα σταμάτησε να αναπνέει εκείνο το πρωί που βρήκαμε τον Bonzo νεκρό.
Η απουσία του άφησε μέσα μου ένα τεράστιο κενό. Και δε μιλάω καν για μουσικό κενό. Ο μουσικός εαυτός μου πήρε μέσα σε μια νύχτα, για να το θέσω όσο πιο ήπια γίνεται, δευτερεύουσα σημασία,. Είχα χάσει τον φίλο μου, τον άνθρωπο που ήταν δίπλα μου από το ξεκίνημά μας.  
Είχαμε μια σχέση βασισμένη στην ειλικρίνεια, δεν υπήρχε μεταξύ μας ανταγωνισμός, κανενός είδους. Θυμάμ
aι, συχνά με πείραζε : “Κοίτα, όλοι το ξέρουν ότι δεν μπορείς να τραγουδήσεις. Μην ανησυχείς, όμως. Θα’ μαι ‘γώ πάνω στη σκηνή και θα τα καλύπτω τα λάθη σου, πάλι θα σε σώσω ”. Μου λείπουν αυτές οι στιγμές.
Κανείς μουσικός δεν έχει τέτοια σχέση μαζί μου, κανείς δεν μπορεί να μου πει κάτι τέτοιο μ’ αυτόν τον τρόπο. Οι άνθρωποι γύρω μου είναι είτε ευγενικοί και δουλοπρεπείς, είτε το αντίθετο, φθονεροί και αγενείς. Δεν έχω από κανέναν πια αυτή την πλάκα, το καλοπροαίρετο αστείο».

Δακτυλοδεικτούμενος στα χρόνια του punk ως δεινοσαυρικό τοτέμ και κοπιαρισμένος στα επόμενα από στρατιές μιμητών, ο Robert Plant συνειδητά προσπάθησε να αποστεί από τις δάφνες του παρελθόντος.
Του πήρε 8 χρόνια και 3 προσωπικά άλμπουμ, αναλαμβάνοντας στο καθένα όλο και πιο «κόντρα ρόλους» απ’ ό,τι στο αμέσως προηγούμενο. Στις αρχές του 1988 ελάχιστοι μπορούσαν να συνδέσουν την σοφτ παρουσία του ως
crooner με το προ δεκαπενταετίας γυμνόστηθο εικόνισμα που βρυχάτο στη θηλυκιά του «να του στίψει το λεμόνι μέχρι τα ζουμιά να τρέξουν στο πόδι του».
Μπορεί το
Big Log” να ξεγλίστρησε μέσα στα ραδιοφωνικά hits (US#15/10/83) και το “Little By Little” (US#36, 6/7/85) ν’ ακούστηκε σε επεισόδιο του Miami Vice, όμως το mainstream παρέμενε διστακτικό απέναντι σ’ έναν πρώην ημίθεο που ήταν αναποφάσιστος με ποιά μουσικά ενδύματα – new wave, rockabilly, electro-ψυχεδέλεια;- θα έπρεπε να ντυθεί και να κατέβει στη γη, επιτέλους, θνητός.
«Η σόλο καρριέρα μου ελίσσεται συνειδητά μεταξύ καθολικής αμνησίας και απόρριψης του ο,τιδήποτε είχα γράψει μέχρι το 1982 και μιας ανεξήγητης επιθυμίας να γράφω τραγούδια χωρίς ρεφραίν».  
Ώσπου, τον Μάρτιο του ’88, η μορφή του φιγουράρει και πάλι στο εξώφυλλο του τέταρτου προσωπικού του άλμπουμ, Now And Zen” (US#6, UK#10, 12/3/88). Σε πρώτο πλάνο ο ίδιος, με πανωφόρι ευγενούς τουαρέγκ και βλέμμα Λώρενς της Αραβίας. Στο φόντο αμμόλοφοι - παραπέμπουν σ’ έναν τόπο - φετίχ, τη Βορειοδυτική Αφρική- από ψηλά ένας ακραιφνώς γαλανός ουρανός και πίσω του πορφυρά λάβαρα – στα οποία πάντως μπορεί κανείς να διακρίνει, όχι τυχαία, το έμβλημα της μεγάλης του πώρωσης, των ποδοσφαιρικών «Λύκων» της Wolves.


 

Ύστερα από χρόνια επισταμένης προσπάθειας να σβήσει το βαρύ παρελθόν, το μουσικό αποτέλεσμα επανακάμπτει μέσα από τα αυλάκια του δίσκου φρέσκο, αυθόρμητο, ενώνοντας ήχους του ’88 με απόηχους του ’72.
Ένα αποφασιστικό βήμα στο τώρα, με βατήρα το χθες.  Στο σύγχρονο
rockabilly – ποπ "Tall Cool One" (US#25, 2/7/88) διακρίνει κανείς τον παλιό ηδυπαθή Plant, υπογραμμισμένο από κιθαριστικά loop από τα "Black Dog", "Dazed and Confused" και "Whole Lotta Love". Και δεν είναι λάθος, είναι σκόπιμο, ότι στο τελείωμα του "White, Clean and Neatρέπει προς μια επανάληψη της φωνητικής γραμμής του "Since I've Been Loving You".
Ο ήχος των Zeppelin επανακάμπτει σαν κάτι περισσότερο από αύρα, με σάρκα και οστά, καθώς η αυτού δαιμονιότης ο Jimmy Page εισφέρει αναγνωρίσιμα κιθαριστικά σόλο στα δύο single, "Heaven Knows" και "Tall Cool One".
Μια αίσθηση πειραματισμού οικεία, κοντά σ’ αυτό που θα μπορούσε να προκύψει μετά το “In Through The Outdoor” φέρουν και τα "Dance on My Own" και "The Way I Feel". Το πρώτο κυριαρχείται από ένα αυτοστιγμεί αναγνωρίσιμο πέπλο πλήκτρων, το οποίο ακκίζεται ευπρόσδεκτα από ίχνη κιθαριστικών φράσεων. Το δεύτερο εισβάλλει στα χωρικά ύδατα των U2 με τον Plant ελεγχόμενα εγκεφαλικό, ως συνήθως στη μεταζεππελινική δισκογραφία του. Μέχρι που πριν το τέλος, μια κραυγή απ’ τα παλιά χρωματίζει όλη τη σύνθεση με ρίγη νοσταλγίας.
Οι απόηχοι των Zeppelin δε σταμάτησαν να στοιχειώνουν την καλλιτεχνική του πορεία. Καθώς η δεκαετία του ’80 έπαιρνε την τελευταία της ανοιχτή στροφή, η επιτυχία των Whitesnake με το “Still Of The Night” υπενθύμισε πόσο το κοινό αποζητούσε την εικόνα και τον ήχο των μύθων, τον τραγουδιστή με την κραυγή που σκίζει τους ουρανούς και τον κιθαρίστα που εκτοξεύει δαιμόνια από τις έξι χορδές. Ακόμη και μπάντες που σύρθηκαν έξω από τα goth σκοτάδια, όπως οι Cult και οι Mission άρχισαν να δηλώνουν ανοιχτά ως επιρροή τους Zeppelin, να κοπιάρουν το “Kashmir” και το “Houses Of the Holy” και να απολαμβάνουν απενοχοποιημένη επιτυχία πάνω σε ό,τι είχε καθιερωθεί από τους Zeppelin 15 χρόνια πιο πριν. Το αποκορύφωμα ήρθε το ’87 με τις λούπες του Rick Rubin από το ριφ του "The Ocean", τις καρφωμένες ξεδιάντροπα στο "She's Crafty" των Beastie Boys.
«Ο Rick Rubin ήρθε σε επαφή με τον μάνατζέρ μου και είπε ότι θα’ θελε να κάνει παραγωγή στο καινούριο μου άλμπουμ. Δεν κρατάω πάντως κακία στον Rick Rubin, έχει βγάλει αρκετό χρήμα, ώστε κάποια στιγμή μπορεί και να με κεράσει ένα ποτό. Σίγουρα χρωστάει στον Page πολλά περισσότερα απ’ ό,τι σε μένα και σίγουρα όχι μόνον ένα ποτό. Αλλά τί να πεις; Αν είναι να κλέψει κάτι, υποθέτω ότι είναι καλύτερο να κλέψει τουλάχιστον κάτι που να αξίζει πραγματικά».
«Οι Cult είναι καλά παιδιά. Θα ήταν τελείως άτοπο εκ μέρους μου να τους κατακρίνω επειδή βασίζονται σε κάποια παλιά γνωστά πράγματα.
Ιδίως αν λάβει κανείς υπ’ όψη πόσο εγώ ο ίδιος ερωτοτρόπησα με
Muddy Waters, Willie Dixon και τους άλλους μεγάλους. Όλοι κοιτούν πίσω, μάλιστα καμιά φορά ρίχνουν κλεφτές ματιές και δεξιά κι αριστερά. Κι εμείς έτσι κάναμε. Είναι σα να κλέβεις στις εξετάσεις. Ο Jeff Beck κι ο Rod Stewart είχαν ξεκινήσει να περιοδεύουν και εμείς αμέσως ακολουθήσαμε το ίδιο στυλ. Ο Beck όλο γκρίνιαζε για τον Page.
“Είχε μάθει τί κάναμε και πήγε και πήρε εκείνον τον τύπο από τα
Midlands και κάνει το ίδιο πράγμα” – ο τύπος αυτός ήμουν εγώ. Το στενάχωρο είναι ότι τώρα, οι φανς και οι καινούριες μπάντες κοιτούν διαρκώς πίσω σε ονόματα όπως οι Zeppelin επειδή δεν έχουν καμία καλή ή πρωτότυπη ιδέα για πώς θα προχωρήσουν μπροστά».
«Οι Mission κάνουν τα πράγματα σωστά κατά τη γνώμη μου. Και οι Sisters Of Mercy επίσης. Το προσπαθούν και το εννοούν.
Δεν είναι μπάντες – παρωδία. Έχουν πάρει μερικά ακκόρντα από δω κι από κει, αλλά αυτό δεν σημαίνει και τίποτε. Τουλάχιστον έχουν μπει στο πνεύμα αυτού που κάνουν. Κατά τα άλλα, όταν χωνέψει καλά το πρώτο δωρεάν δείπνο που θα του παραθέσει η εταιρία, κάθε πεινασμένος καλλιτέχνης συνήθως αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν σπουδαιότερα πράγματα από το, ας πούμε, να θρηνεί και να εκλιπαρεί το Θεό για έλεος».

«Το θέμα με τους ρόκερ που γνωρίζουν τελευταία μεγάλη επιτυχία δεν είναι τόσο ότι είναι όλοι ίδιοι μεταξύ τους.
Ειλικρινά, δεν μπορώ να πω αν οι
Bon Jovi είναι καλύτεροι από οποιονδήποτε. Απλώς, σκοπός τους είναι να κάνουν μεγάλη επιτυχία και αυτό τους αρκεί. Η αισθητική του πράγματος δεν φαίνεται να συνδέεται καθόλου μ’ αυτό το σκοπό στο μυαλό τους. Αυτοί, οι Bon Jovi και οι όμοιοί τους, κάποτε δεν πουλούσαν σχεδόν τίποτε.
Είδαν λοιπόν πώς λειτουργεί ο μηχανισμός και κατάλαβαν ότι πρέπει ν’ ακολουθήσεις τη σκληρή αλλά ξεκάθαρη γραμμή της εμπορικοποίησης, να έχεις να παρουσιάσεις τα σωστά ρεφραίν και να ξέρεις να κουνάς τον κώλο σου την κατάλληλη στιγμή. Δεν υπάρχει τίποτε το αυθόρμητο ή το συμπτωματικό σ’ αυτή τη διαδικασία. Και δεν έχει απολύτως καμία σημασία αν πρόκειται για μουσική
hard rock ή όχι. Θα μπορούσε να είναι ο – πώς τον λένε αυτόν τον τύπο με τη μεγάλη μύτη; - ο Barry Manilow.



Ευτυχώς, εγώ κατόρθωσα και είχα μεγάλη επιτυχία πριν καθιερωθούν όλοι αυτοί οι κανόνες, οπότε τώρα έχω τη δυνατότητα να πώ “Άντε γαμηθείτε”.
Παρατηρώντας όλον αυτόν τον καλλιτεχνικό πληθυσμό να πλουτίζει από το παρελθόν του, μόνο και μόνο επειδή ο ίδιος, ίσως από αξιοπρέπεια, ίσως από ανάγκη για αυτοπροσδιορισμό, απέφευγε να το κάνει, κάποια στιγμή, ο Plant το είδε αλλιώς.
Μια από τις δεκάδες demo κασσέττες που έφταναν κατά καιρούς στο γραμματοκιβώτιό του περιείχε ένα κομματάκι με το τίτλο "Heaven Knows" γραμμένο και παιγμένο από ένα γκρουπ νεαρών που ονομαζόταν “Rest Is History”. Το είδε σαν μια ανανέωση, σε σχέση με τις κόπιες του νεώτερου εαυτού του, που βρίσκονταν παντού. Ανανέωση, όμως ταυτόχρονα με κάτι από το μυστηριακό ύφος των δικών του Zeppelin, αυτού του είχε μέσα του και έμεινε ανολοκλήρωτο.
Δεν του έκανε εντύπωση όταν πληροφορήθηκε ότι συνθέτης  του τραγουδιού -που έπαιζε μάλιστα όλα τα πλήκτρα στο demo- ήταν ο 30χρονος Phil Johnstone, ένας βαμμένος οπαδός των Zeppelin.
«Άρχισα να ξανασχολούμαι με το παρελθόν μου επειδή ολοένα και περισσότεροι μου έλεγαν ότι “εκείνο το παλιό υλικό ήταν φοβερό”. Όταν άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα τριγύρω, διαπίστωσα ότι όσο εγώ απέφευγα να κάνω ο,τιδήποτε μπορούσε να θυμίζει Zeppelin, τα ίχνη από τον ήχο τους βρίσκονταν παντού. Με τον Phil βρεθήκαμε και αμέσως γράψαμε τα "Tall Cool One” και ”White, Clean and Neat”, μέσα στο ίδιο απόγευμα. Μου είπε ότι ήταν μεγάλος φαν και – τί έκπληξη- συνειδητοποίησα ότι το ίδιο θα μπορούσα να πώ και ‘γω το ίδιο για το παλιό μου συγκρότημα».  
Το δίδυμο πλαισίωσαν νεαροί μουσικοί στο ίδιο μήκος κύματος, ο Doug Boyle στην κιθάρα, ο Chris Blackwell στα ντραμς και ο Charlie Jones στο μπάσο. Εννέα κομμάτια ακόμη, όλα προϊόντα συνεργασίας Plant και Johnstone άρχισαν να δουλεύονται για να μπορούν να παιχτούν ζωντανά πάνω σκηνή. Σχεδόν όλα θα κατέληγαν στον καινούριο δίσκο του Robert Plant.  
«Προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε κάτι που θα κρατούσε ένα μέρος από το προσωπικό μου στυλ, αλλά την ίδια στιγμή θα είχε και το στίγμα των υπόλοιπων μουσικών προσωπικοτήτων που συμμετείχαν. Δε θέλαμε σε καμία περίπτωση να είμαστε ένας αλεξιπτωτιστής Plant που θα περιβάλλεται από ξεπέτες τύπου Whitesnake».


Τα αποφασιστικά slide και τα μελωδικά κουπλέ του Helen Of Troyκαι η μυσταγωγία του Ship Of Fools (US#84, 3/9/88), με ένα βίντεο βασισμένο στο υδάτινο στοιχείο, αποδεικνύουν ότι ο Plant πέτυχε διάνα στο σκοπό του.
Μέρος της διαδικασίας αποκατάστασης της σχέσης του Plant με το παρελθόν ήταν ότι η μπάντα δοκίμασε επανεκτελέσεις στα "Misty Mountain Hop," "Trampled Underfoot" "The Wanton Song" και "In the Evening" και τις κράτησε για να τις συμπεριλάβει στην επερχόμενη περιοδεία. Ο Johnstone, χωρίς φόβο και πάθος, εκθέτει ότι η διαδικασία αυτή δεν ήταν εύκολη (“Rolling Stone”, 24/3/88).
«Δουλεύαμε πάνω στο “White, Clean and Neat” και είχα ένα καλό ριφ που ταίριαζε καλά. Ο Plant δυσανασχέτησε. “Μα, αυτό είναι πολύ bluesy”. Του απάντησα : «Μα αυτό είσαι. Είσαι κατά βάση ένας blues τραγουδιστής. Το να αρνείται τις ρίζες του μέσα στα χρόνια είχε γίνει γι’ αυτόν δεύτερη φύση».
Πράγματι. Από έφηβος ακόμη, ο Plant blues τραγουδούσε στα μικρά folk club των Midlands. Στα 18 του είχε ήδη ηχογραφήσει τρία single για τη CBS, περισσότερο αναλώσιμης ποπ με μια hippie δόση για ν’ ακούγεται «μοντέρνα». Και συνέχισε να τραγουδά, αυτή τη φορά περνώντας μέσα στα σετ και δικές του εκδοχές από το "White Rabbit" ή το "Omaha των Moby Grape, ώσπου τον εντόπισε ο Jimmy Page και του πρότεινε να τραγουδήσει για το δικό του σχήμα, για 35 δολλάρια την εβδομάδα.
Έτσι είχε ξεκινήσει να παίζει στη μπάντα που αργότερα έγινε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στην ροκ ιστορία.
Όπως και το 1968, έτσι και 20 χρόνια αργότερα, λίγους μήνες πριν κλείσει τα 40, ο Plant διατηρούσε ευαίσθητες τις κεραίες του για τις σύγχρονες τάσεις. Του άρεσαν οι garage – punk Hüsker Dü, μιλούσε με θαυμασμό για μια νεαρή ιρλανδέζα ονόματι Sinead O'Connor και πίστευε ότι αυτό το περίεργο συνονθύλευμα ήχου από το San Francisco που έπαιζαν οι Faith No More κάπου θα οδηγούσε, αργά ή γρήγορα. Του άρεσαν οι τελευταίες δουλειές του Prince («θα ήθελα να τον δω να δουλεύει μαζί με τον Page αυτόν»), ενώ δήλωνε ότι «θα ήταν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος αν είχε γράψει κάτι που να ακούγεται σαν το “Document” των R.E.M.».
Όμως, για πρώτη φορά μετά τα τέλη του 1980 στεκόταν απέναντι στην δική του κληρονομιά άφοβα. Συνεργάστηκε με τον Page γράφοντας τη μελωδική γραμμή και ηχογραφώντας τα φωνητικά στο “The Only One” που μπήκε στο “Outrider”, τον πρώτο προσωπικό δίσκο του πρώην συνεταίρου του. Μάλιστα τον κάλεσε να προσθέσει μερικά σόλο στο “Now And Zen”. Ήταν, μετά από τόσα χρόνια, μια συνάντηση που έτρεφε τις επιθυμίες μεγάλης μερίδας του μουσικόφιλου κοινού. Tις ημέρες που ήταν να ηχογραφηθούν τα δύο σόλο του Page, στα “Heaven Knows” και “Tall Cool One”, ακόμη και τεχνικοί που είχαν δει πολλά με τα μάτια τους, στριμώχτηκαν σε booth και σκαρφάλωσαν στους τοίχους του στούντιο, να δουν τον άρχοντα επί τον έργον.
«Θα ήθελα να είχα μια κάμερα να απαθανατίσω την έκφραση του προσώπου του, όταν ο Pagey άκουσε τα λουπ από τα δικά μας κομμάτια μέσα στα καινούρια μου τραγούδια. Ειδικά αυτό εφέ της κάθετης εφόρμησης της κιθάρας του, απ’ το “Whole Lotta Love”. Με κοιτούσε με απορία. “Μα τί τα θέλει; Τόσο μεγάλη σημασία έχoυν; Μήπως θέλει να κάνει πλάκα;”. Κι όμως, σε καμία περίπτωση δεν είχα τέτοια πρόθεση και του το είπα. Τα ριφ του είναι ό,τι πιο δυνατό έχει ακουστεί στον κόσμο από έξι χορδές. Στην ουσία, αυτό που δανείστηκα από τον παλιό μας ήχο ήταν τα δικά του ριφ. Γιατί ήθελα να ξαναπαίξω κάτι με ήχο σκληρό και συναρπαστικό".



Αντίστοιχο ντελίριο προκάλεσε στις 14 Μαίου του ’88 και η προγραμματισμένη συνεύρεση Page και Plant στη σκηνή του Madison Square Garden με τον 22χρονο Jason Bonham στα τύμπανα για την επετειακή συναυλία των 40 χρόνων της δισκογραφικής εταιρίας Atlantic.

Για δεύτερη φορά μετά το Live Aid οι φήμες για επανασύνδεση οργίασαν. O Plant, με το “Now And Zen να έχει γίνει ήδη πλατινένιο μετά από 2 μήνες κυκλοφορίας και μια περιοδεία που κράτησε ολόκληρο σχεδόν το χρόνο και μέτρησε 112 συνολικά εμφανίσεις, έβαλε στις φήμες αυτές τέλος:
«Αν η
Coca-Cola θα ήθελε να μας μπουκώσει με δολλάρια για να ξαναβγάλουμε εγώ κι ο Jimmy το παλιό μας τσίρκο στο δρόμο, δεν θα το θεωρούσα τίμιο να το δεχτώ. Αντίθετα, όταν καταφέρνω να γεμίσω ένα άλμπουμ με τουλάχιστον επτά πολύ καλά κομμάτια από καινούρια μουσική, νιώθω εντάξει με τον εαυτό μου».
«Διαρκώς αναζητώ να φτιάξω το ύστατο κομμάτι μουσικής», θα πει ο Plant στο Melody Maker, στις 30 Ιανουαρίου του ’88. «Ο κόσμος είναι πεπεισμένος ότι αν υπάρχει κάτι τέτοιο, έχει φτιαχτεί το ’72 και διαρκεί 12 λεπτά. Όμως την αίσθηση του Kashmir”, του “Achilles Last Stand”, του “Slow Dancer και τώρα του Heaven Knowsείναι αυτό που ψάχνω εγώ, αυτή τη δραματική διάσταση.
Θέλω να διατηρήσω κάποια αξιοπρέπεια στην προσωπική μου ματιά. Δε θεωρώ ότι ανήκω στην ομήγυρη του
heavy metal, ούτε την ομήγυρη του hard rock, ούτε σε καμιά ομήγυρη γενικά. Δεν έχω περάσει και τόσες πολλές εξετάσεις από τη βιομηχανία για να επιστρέψω από τώρα στη λήγκα των ηλικιωμένων. Κι αν παίξω τα χαρτιά μου σωστά, ίσως και μη μου ζητηθεί ποτέ κάτι τέτοιο».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου