Megadeth: “Sο Far, So Good … So What!”
Παρασκευή

11Μάι

Megadeth: “Sο Far, So Good … So What!”

Δημοσιεύθηκε από:

11/05/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1098
Το όνομα που θα βάφτιζε την «επόμενή του μπάντα», ξεπήδησε από το μυαλό απρόσμενα, σε χρονική στιγμή όπου κείτονταν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, νοκ άουτ:
Πεταμένος στην καρότσα ενός βαν καθ’ οδόν προς το L.A., ανεπιθύμητος από το μέχρι τότε συγκρότημά του, πάνω που αυτό είχε αρχίσει να λειτουργεί καλά σαν φυσούνα στη χύτρα της white trash καταγωγής του, με το κυκλοφορικό του σύστημα γεμάτο παραισθησιογόνα και την καρδιά του μαύρη από θυμό. Ήταν 22 και χωρίς ορατό μέλλον, άϋπνος, βρώμικος, απένταρος, χωρίς έναν άνθρωπο πρόθυμο να σταθεί στο πλευρό του.
Ο «Μεγαθάνατος» - γιατί αυτό θα ήταν το όνομα- μονάδα μέτρησης των θυμάτων σε πυρηνικό πόλεμο, αντικατόπτριζε τη μηδενιστική θεώρησή του για τον κόσμο που τον είχε γεννήσει.

Ο βενιαμίν της εξαμελούς μεσοαστικής οικογένειας από τη La Mesa της Καλιφόρνια, είχε βιώσει από νωρίς πώς είναι τα σταθερά σημεία της ανήλικης ζωής να καταρρέουν. Η μητέρα του πήρε τον ίδιο και τις τρεις μεγαλύτερες αδελφές του και εγκατέλειψε την οικογενειακή στέγη, στην προσπάθειά της να σωθούν από την καθημερινή σωματική και ψυχική κακοποίηση του συζύγου και πατέρα, που ο έξω κόσμος γνώριζε ως έναν «καθωσπρέπει» τραπεζικό, που μεταμορφωνόταν σε μέθυσο δυνάστη κάθε φορά που επέστρεφε στο σπίτι από τη δουλειά. Θυματοποιημένος, αποξενωμένος και χωρίς να έχει ακούσει από κανέναν αν ξεχωρίζει σε ο,τιδήποτε, ο γεννημένος το Σεπτέμβρη του 1961 Dave Μustaine, πριν καν ακόμη μπει στην εφηβεία, για να διαχειριστεί την οργή του απέναντι σε καταπιεστικές δομές και ακυρωμένα πρότυπα βρίσκει την απόδραση στα ντραγκς.
Από τα μέσα του ’76 γραπώνεται και από την μόνη ενασχόληση που συνδιαλέγεται φιλικά με τα αισθητήριά του, την ηλεκτρική κιθάρα. Αναπτύσσει κάποια σχετική ευχέρεια με τις έξι χορδές και διεκδικεί προσωπική αποσυμπίεση προσχωρώντας
heavy metal βέρτιγκο της εποχής : Kiss, Alice Cooper, Aerosmith, Black Sabbath. Τα μετεφηβικά του χρόνια συμπίπτουν με την έκρηξη της underground σκηνής της δυτικής ακτής και με τα γεννοφάσκια μιας μπάντας που έμελλε να τον σημαδέψει καθ’ όλη του τη ζωή με τη σκιά της, των Metallica.



Μετά από δύο χρόνια δίαιτας με σπηντ, αϋπνία, αλκοόλ και junk food, επινόησης δεκάδων ριφ με το μαχαίρι στα δόντια και συναυλιών με τους Metallica σε ιδρωμένα καταγώγια του L.A., εκδιώκεται κακήν – κακώς.
Πίνει και παίρνει περισσότερο απ’ όλους, έχει θυμικές κρίσεις μεγαλομανίας, ενώ ταυτόχρονα συνηθίζει να σωριάζεται λιπόθυμος στις πλέον ακατάλληλες για μια μπάντα που προσπαθεί να μπει στο χάρτη στιγμές. Με το νέο όνομα και πολλά σχέδια στο μυαλό, θα βάλει στόχο να ξεπεράσει τους πρώην συντρόφους του. Σνιφάρει, καπνίζει και καταπίνει ο,τιδήποτε μοιάζει να του υπόσχεται από αταραξία ως ευδαιμονία και παίζει κιθάρα ακατάπαυστα, ξεκαθαρίζοντας σε όποιον συναντά ότι αυτή τη φορά φτιάχνει μια «δική του» μπάντα.
Μέσα σε 12 μήνες έχει σχηματίσει γύρω του μια ικανή ομάδα : πρώτη προσθήκη ένας φιλόδοξος μουσικός μετανάστης από την Μινεσότα, ο 3 χρόνια μικρότερός του Dave Ellefson στο μπάσο, που γίνεται το alter ego του στην κατά το ήμισυ μουσική και κατά το ήμισυ χημική καθημερινότητα. Λίγο αργότερα θα κολλήσουν δίπλα τους οι προερχόμενοι από την jazz & fusion σκηνή - Chris Poland, 27, στην κιθάρα και Gar Samuelson, 26, στα τύμπανα.
Tο ντεμπούτο lp “Killing Is My Business ...And Business Is Good”, έρχεται την Άνοιξη του ’85, αρκούντως κακόηχο. Στριγγιά, οργισμένη φωνή, μυδραλιοβόλα για ριφ και ικανές ποσότητες speedball για ανάπτυξη της απαραίτητης κεντρομόλου. Είναι το απαραίτητα ανώριμο πρώτο βήμα.

Με τον ανίερο βόμβο της thrash σκηνή της δυτικής ακτής να γίνεται ολοένα και πιο αισθητός στη διεθνή μεταλλική κοινότητα, οι ζωντανές εμφανίσεις των Megadeth ξεχωρίζουν για την ταχύτητα και την κιθαριστική τους πολυπλοκότητα. Γίνονται από τους πρώτους που συνδέουν το όνομά τους με τον όρο “techno-thrash”, ενώ ετοιμάζουν ήδη υλικό για ένα δεύτερο άλμπουμ. Στα μέσα του ’86 τους ψαρεύει από τη μικρή ανεξάρτητη εταιρία Combat Records η πολυεθνική Capitol.
Ο Mustaine έρχεται πάλι δεύτερος, καθώς οι μισητοί εχθροί Metallica έχουν νωρίτερα υπογράψει με την εξίσου μεγάλη Elektra, όμως το πράγμα σοβαρεύει: μαζί με την πεποίθηση ότι ξεκινά πλέον μια κανονική καρριέρα, εξασφαλίζονται και οι αναγκαίες ευχέρειες: τουλάχιστον η μισή προκαταβολή για την υπογραφή του συμβολαίου φεύγει σε σκόνες και χάπια. Το μουσικό αποτέλεσμα σχηματοποιείται από τον Randy Burns το φθινόπωρο του ’86 και ανεβάζει την μπάντα του στο επόμενο επίπεδο, διασώζοντας καθαρότητα στην εκτέλεση και προσδίδοντας όγκο εκεί που εύκολα θα μπορούσε ν' ακούγεται απλώς ένας πολτός από fuzz.
Νευρωτικά ριφ, αχαλίνωτες ταχύτητες, εισαγωγές και σόλο με τεχνική δεινότητα και πάνω απ’ όλα η σαρκαστική, μοχθηρή, πανκ φωνή του Mustaine. Στις αρχές του ’87 βγαίνουν στο δρόμο μαζί με Motorhead και στη συνέχεια με Alice Cooper, ενώ τα δύο τους βίντεο κλιπ, “Peace Sells” και “Wake Up Dead”, κάνουν αίσθηση στις metal ζώνες του αμερικάνικου ΜΤV.

Οι Poland και Samuelson θα γίνουν τα πρώτα θύματα της ναρκοπαράνοιας που καθορίζει τους βιορρύθμους της μπάντας. Ο πρώτος συλλαμβάνεται στα πράσσα να πουλάει όργανα και μηχανήματα για ηρωίνη. Ο δεύτερος είναι τόσο λιώμα ώστε στο τελευταίο σκέλος της περιοδείας το παίξιμό του τους εκθέτει συνεχώς. Απολύονται και οι δύο, μετά την τελευταία συναυλία της περιοδείας στη Χαβάη, σ' ένα διάλειμμα νηφαλιότητας του Mustaine. Είναι κι ο ίδιος εξαρτημένος από πρέζα και κρακ, αλλά παραμένει ο «αρχηγός». Κανείς δεν μπορεί να τον απολύσει από την «δική του» μπάντα.
Ο 22χρονος Chuck Beehler, βαρυκόκκαλος τεχνικός τυμπάνων του Samuelson, χωρίς δεύτερη σκέψη αναπληρώνει τη μία από τις δύο κενές θέσεις στην τετράδα. Το καλοκαίρι του ’87 ξεκινούν ηχογραφήσεις για το καινούριο αλμπουμ και εκεί η παρουσία ενός δεύτερου κιθαρίστα γίνεται αισθητή. Στην αρχή ο Mustaine επιλέγει έναν γνωστό του Ellefson, τον Jay Reynolds από τους Malice, ένα συγκρότημα πεπεισμένο ότι το να παίζουν σαν ηχητική φωτοτυπία των Priest θα μπορούσε να τους οδηγήσει κάπου ψηλά. Τα πράγματα όμως με τον Reynolds δεν εξελίσσονται ομαλά.



«Κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά, όταν άρχισε να παραπονείται ότι τα σόλο της κιθάρας του φαίνονταν δύσκολα. Μου ζήτησε να καλέσω στο στούντιο τον δάσκαλό του στην κιθάρα, κάποιον Jeff Young. Το έκανα. Λίγο μετά όμως άρχισε να το χοντραίνει. ”Ας γράψει ο Jeff τα μέρη της κιθάρας και μου τα μαθαίνει εμένα αργότερα. Όταν θα βγούμε στο δρόμο, θά΄ μαι έτοιμος”. Θύμωσα. Του είπα ότι δε χρειάζομαι ενδιάμεσο, θα προσλάβω στη μπάντα κατευθείαν εκείνον που μπορεί να τα παίξει, οπότε για λόγους οικονομίας, απολύεται. Έτσι, ο Reynolds πήρε πόδι και προσέλαβα τον Jeff».
 Ο 25χρονος Jeff Young, απόφοιτος του Musicians Institute του L.A. δε χρειάζεται πολύ για να πείσει τον Mustaine για τις ικανότητές του. Μαθαίνει απ’ έξω όλα τα σόλο του Chris Poland από το προηγούμενο lp μέσα σε μισή ώρα, αποδεικνύοντας ότι, αφού «τα παίρνει γρήγορα», σίγουρα είναι ο κιθαρίστας που ο Mustaine γυρεύει για να καλύπτει τα νώτα του. Βέβαια, είναι αναγκαίο να διευθετηθούν πρώτα ορισμένες κρίσιμες λεπτομέρειες.
«Ο Jeff ήταν άριστος δάσκαλος κιθάρας. Όμως ερχόταν στις πρόβες ντυμένος με ναυτικό πατούμενο καταστρώματος –απ’ αυτά με το κορδονάκι- και φανταχτερές βερμούδες “Ocean Pacific” με πάνω τους φοίνικες. “Είσαι έτοιμος να γίνεις ροκ σταρ 101%;” τον ρώτησα. Ήταν μια ρουτίνα δικής μου επινόησης, που την χρησιμοποιούσα σε κάθε καινούριο μουσικό που δοκίμαζα να βάλω στην μπάντα, για να τον κάνω να νιώσει σημαντικός».
Οι ηχογραφήσεις δεν είναι ανώδυνες. Η εξάρτηση έχει μπήξει βαθιά τα νύχια της στις φλέβες των Mustaine και Ellefson, όμως κι οι δύο είναι ακόμη σε θέση να την ταίσουν- «ξοδεύαμε τουλάχιστον 300 με 500 δολλάρια την ημέρα ο καθένας μόνο για κρακ» - τόσο ώστε να μην βρει χρόνο να βγάλει στην επιφάνεια το βρωμερό της πρόσωπο. Βέβαια, όταν καθημερινά η προτεραιότητα των μουσικών είναι πώς να προμηθευτούν τη δόση τους και να την σουτάρουν, δύσκολο να επιδειχθεί επαγγελματισμός ή να διατηρηθεί ανέπαφο το όποιο καλλιτεχνικό αισθητήριο.
«Μια μέρα είχα μέσω ενός γνωστού μου κανονίσει να έρθει στο studio η τραγουδίστρια των GoGos, η Belinda Carlisle. Ανυπομονούσα πολύ να την γνωρίσω, τη θεωρούσα φοβερή γκόμενα. Τη βλέπω να στέκεται στην πόρτα, με τα κόκκινα εντυπωσιακά της μαλλιά και τα πράσινα μάτια και να με καρφώνει. Για κακή μου τύχη, μόλις πριν λίγο είχα ανάψει ένα φουλ παραγεμισμένο joint. Με το που ανοίγω το στόμα μου να την χαιρετήσω, δε βγαίνει από το στόμα μου ήχος, βγαίνει ένα ολόκληρο σύννεφο μαριχουάνας. Με κοιτάει χωρίς να πει τίποτα για ένα δευτερόλεπτο, κάνει μεταβολή κι εξαφανίζεται». 

Ο Mustaine, βίαιος και αντικοινωνικός όταν κατέχεται από «rock nroll pneumonia», θεωρεί ότι ο παραγωγός Paul Lani, που έχει μετακομίσει - «για έμπνευση», όπως έχει πει - στη Νέα Υόρκη για να μιξάρει το υλικό, «είναι απατεώντας». «Αργεί να παρουσιάσει τελειωμένη τη δουλειά και ό,τι μας έχει στείλει ν’ ακούσουμε ακούγεται σα λάσπη». Αυθημερόν προσγειώνεται στην εξοχή του Woodstock – εκεί βρίσκεται το στούντιο –- και βρίσκει τον Lani στον περίβολο με ρόμπα και παντόφλες να ταίζει κάτι περιστέρια. Τον απολύει επί τόπου, παίρνει τις πομπίνες και αυθημερόν πετάει μαζί τους πίσω στο L.A.. Από τον τηλεφωνικό θάλαμο του στούντιο ουρλιάζει στον μάνατζερ ότι θέλει «να του φέρει τον Michael Wagener να τελειώσει την κ@λοδουλειά». Αυτό και γίνεται.
Το νέο άλμπουμ θα πάρει τον τίτλο “So Far, So Good ... So What !” και θα κυκλοφορήσει σε παγκόσμια διανομή στις 19 Iανουαρίου του ’88. Στο εξώφυλλο, ο σκελετωμένος Vic Rattlehead, η «μασκώτ» της μπάντας, με πλήρη στρατιωτική εξάρτηση σ’ ένα στιγμιότυπο από έναν απροσδιορίστως μελλούμενο πυρηνικό πόλεμο, σα να περιφρονεί ανέκφραστος το μέχρι σήμερα (“So Far, So Good…”), υπενθυμίζοντας ότι τίποτε και κανένας δε θα σεβαστεί το αύριο (“So What!”).
Στο περιεχόμενο, χαοτικός ήχος, ισοδύναμος ενός γερού hangover, με πωρωτικούς Megadethισμούς σε αρκετά σημεία, αλλά και ανολοκλήρωτες ιδέες σε άλλα. Αισθητά πιο αργό από το “Peace Sells” και σύντομο σε διάρκεια – μόνο 34 λεπτά- έρχεται σε μια στιγμή που η μπάντα του Mustaine είναι έτοιμη για την μετάβαση από τις thrash ρίζες της προς ένα πιο mainstream μεταλλικό ακροατήριο.


Ξεκινά με το Into The Lungs Of Hell, ένα πυρετώδες instrumental με πνευστά που αγκομαχούν ν’ ακουστούν μέσα από μια λάβα riff και παράλληλων σόλο. Φωνή από ανέμελο crooner των fifties ακούγεται για λίγα δευτερόλεπτα από άγνωστη ραδιοφωνική συχνότητα, πριν διακοπεί από το σφύριγμα μιας βόμβας που σκάει θρυμματίζοντάς την. Είναι το Set The World On Fire που κάποτε λεγόταν “Megadeth”, το πρώτο κομμάτι μουσικής που έγραψε ο Mustaine όταν έπιασε για πρώτη φορά την κιθάρα μετά το διωγμό του από τους Metallica. Με κοψίματα που παίρνουν κεφάλια, εξελίσσεται σ’ ένα βόρβορο θορύβου και κρατά ψηλά το ενδιαφέρον στην πρώτη πλευρά. Ακολουθεί η διασκευή στο Anarchy In The U.K.” (UK#45, 27/2/88) των Sex Pistols, όσο πιο κοντινή στο πρωτότυπο γίνεται. Δεν είναι τυχαίο ότι ακούγεται εκεί μέσα και η κιθάρα του ίδιου του Steve Jones, μιξαρισμένη ώμο με ώμο με αυτές των Mustaine και Young.


«Ακούγaμε αρκετό punk εκείνη την εποχή. Tον κάλεσα να έρθει σαν guest και κείνος έφτασε στο στούντιο με τη Harley και – εντελώς απροσδόκητα – με γύψο γύρω από το δεξί του χέρι. Το είχε σπάσει. Πριν μπούμε στο στούντιο, με έκοψε απότομα. “Πρέπει να σε ενημερώσω ότι θέλω 100 δολλάρια μπροστά και … ένα ρούφηγμα”. Του λέω θα σου δώσω 1.000 δολλάρια μπροστά και πήγαινε βρες εσύ καμία να σε ρουφήξει, γιατί εγώ αποκλείεται να πάω να ψάξω να σου βρώ και μάλιστα να στην κουβαλήσω και μέσα στο στούντιο».
Ο Jones, που είχε μόλις καθαρίσει από ηρωίνη αλλά παρακολουθούσε – όχι με ιδιαίτερη επιτυχία – συνεδρίες απεξάρτησης από το σεξ, δέχτηκε αδιάφορα τον τσαμπουκά από τον 6 χρόνια μικρώτερό του Mustaine, έπαιξε τα κιθαριστικά μέρη στο κομμάτι -παρά τον γύψο- πήρε τα μετρητά και την έκανε. «Δεν ήμουν στη φάση της σκληρής μέταλ σκηνής - έβλεπα λίγο καχύποπτα όλον αυτό τον ξαφνικό θαυμασμό για τους Pistols», θα πει αργότερα στην αυτοβιογραφία του.

Την πρώτη πλευρά κλείνει το Mary Jane (UK#46, 21/5/88), βασισμένο, σύμφωνα με τον Mustaine, σε «πραγματική» ιστορία, αυτήν μιας νεκρής ανήλικης μάγισσας που από τον τάφο προκαλεί μακαβριο θάνατο σ’ όσους απειλούν την μακαριότητά της. Φλάντζερ, εφέ στα τύμπανα, φωνητικά μεταξύ υστερίας και απόγνωσης και αντιστοίχως αγχωτικά ριφ και σόλο.

Η δεύτερη πλευρά ξεκινά ορμητικά με το “502”. Είναι η συντομογραφία του ειδικού ποινικού νόμου της πολιτείας της Washington (RCW 46.61.502) που προβλέπει και τιμωρεί την οδήγηση οχημάτων υπό την επήρεια (“intoxicating liquor, marijuana, or any drug”). Το τραχύ, πανκίζον κομμάτι περιέχει εφέ από σειρήνες περιπολικών, πόρτες να βροντάνε, ρόδες να μαρσάρουν, φρεναρίσματα και τον ήχο της σύγκρουσης, αμέσως πριν σκάσει ένα εκτροχιασμένο σόλο από τον Mustaine που στο στίχο αυτοβιογραφείται με σφιγμένα δόντια.
“Driving fast makes me feel good - the speed of light trapped under my hood - breaking laws, 'cause there's nothing to do - driving the interstate, stopped for a 502”.
Το jam που κλείνει το “502” δεν αφήνει δευτερόλεπτο κενό. Από τις πρώτες νότες, το In My Darkest Hour προϊδεάζει για βαριά σημαινόμενα.
«Έμαθα για τον θάνατο του Cliff Burton περίπου δύο βδομάδες αφ’ ότου συνέβη. Στην ανάμνηση της μορφής του Cliff, τόσο γεμάτου από ζωή και κίνητρα, ξέσπασα σε ασυγκράτητα κλάμματα. Κατέβηκα αμέσως στην πιάτσα του L.A., αγόρασα ηρωίνη, κλειδώθηκα στο δωμάτιό μου και με φως μόνο από ένα πορτατίφ, έγραψα ολόκληρο το κομμάτι με τη μία».
Το αργόσυρτο ριφ απαιτεί να πιαστείς καλά απ' το στίχο, καθώς ακολουθεί μια επώδυνη, κοπιώδης κατάβαση στην ψυχή του Mustaine.
“In my hours of need – hα, no, you’re not there – and though I reached out for you – wouldn’t lend a hand…”. Ο μονόλογος έχει απολογισμό, πίκρα, μίσος, έκκληση για βοήθεια και επιτάφιο λόγο, καθώς η ταχύτητα του κομματιού αυξάνεται σταδιακά προς ένα φρενήρες εξόδιο. Αποδέκτης του στίχου είναι άραγε η Diane, η «μόνιμα περιστασιακή» σύντροφός του μέσα στην αποξένωση, το κυνήγι της φήμης, τη σπήντα του δρόμου και την εξάρτηση, ή μήπως είναι η ίδια η ηρωίνη;
«Τhings will be better when I'm dead and gone - don't try to understand, knowing you - I'm probably wrong – but, oh, how I lived my life for you – ‘till you'd turn away - now, as I die for you - my flesh still crawls as I breathe your name - all these years, thought I was wrong - now I know it was you».
Η απόπειρα αυτοκάθαρσης του Mustaine παίρνει στη συνέχεια πιο απτές διαστάσεις. Αρχικά με το Liar, ένα χλευαστικό παραλήρημα πάνω σ’ ένα – ακόμη μια φορά- πανκ ριφ, τόσο μυτερό που χρειάζεται προειδοποιητική ετικέτα «κρατήστε απόσταση ασφαλείας - βγάζει μάτια» («Είναι γραμμένο γι’ αυτό το φίδι, τον Chris Poland, που ήταν ικανός να πει απίστευτα ψέμματα χωρίς ίχνος ντροπής»).
Και τέλος, με το Hook In Mouth ένα μάλλον τετριμμένο κατηγορώ κατά της PMRC, της οργάνωσης γονέων της Tipper Gore, γυναίκας του γερουσιαστή Al Gore, που έχει ανοίξει πόλεμο στο «επικίνδυνο και έκφυλο ροκ ν’ ρολ» με το να τοποθετεί μαυρόασπρα αυτοκόλλητα ταμπελάκια στους δίσκους με την ένδειξη “Parental Advisory – Explicit Content”.
Ένα τέτοιο θα φορεθεί και στο άλμπουμ των Megadeth, χωρίς πάντως να εμποδίσει τις πωλήσεις του να φθάσουν τις 400.000 αντίτυπα μέσα σε έξι μήνες κυκλοφορίας (US#28, 27/2/88).
Έχουν βγει στο δρόμο πριν ακόμη κυκλοφορήσει το άλμπουμ, ήδη από την πρωτοχρονιά του ’88, support στους Dio μαζί με τους Savatage. Μετά από 100 εμφανίσεις φτάνουν στις 10 Μαίου να περάσουν τον Ατλαντικό και να προσθέσουν 18 ακόμη σε Ιρλανδία, Αγγλία, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Φινλανδία και Ολλανδία, με support Τεσταμεντ και Sanctuary, πριν ξαναγυρίσουν στις Η.Π.Α. για 10 ακόμη και πετάξουν, στις 12 Ιουλίου σε Τόκυο, Οζάκα και Ναγκόγια για 5 επιπλέον. Όταν τα ντραγκς φτάνουν στην ώρα τους και είναι καλής ποιότητας, η μπάντα σπέρνει τον πανικό, ξεκινώντας με “Wake Up Dead” και παίζοντας περίπου μία ώρα, με 4 κομμάτια από το καινούριο άλμπουμ και encore το “Anarchy In The U.K.”. Όταν όμως η τροφοδοσία παρουσιάζει προβλήματα είναι νευρικοί, ανόρεχτοι και ασύνδετοι. Παρ’ όλα αυτά, το hype ενός μέχρι πρότινος thrash γκρουπ που τώρα εμφανίζεται αναμετρώμενο δίπλα στα μεγάλα metal ονόματα όλο και δυναμώνει.

Το καλοκαίρι βγαίνει σε περιορισμένο δίκτυο αιθουσών των Η.Π.Α. το ντοκυμανταίρ της Penelope Spheeris για τη μέταλ σκηνή του L.A. “The Decline Of  Western Civilization part II – The Metal Years”. Κλείνει με μια επιβλητική live εκτέλεση του “In My Darkest Hour”. Όχι τυχαία, αφού η σκηνοθέτις θα δηλώσει ότι ο Mustaine δείχνει «με διαφορά ο πιο έξυπνος απ’ όσους όσους πήρα συνέντευξη και η μπάντα του πολύ συγκεντρωμένη και σοβαρή».

Στις 20 Αυγούστου του ‘88 εμφανίζονται στο φεστιβάλ του Donington με headliners τους Maiden, μαζί με David Lee Roth, Kiss, Helloween και Guns N’ Roses, όμως αυτή θα είναι και η τελευταία εμφάνισή τους για τη χρονιά.
Ο Mustaine, χωρίς κανείς να μπορεί να είναι σίγουρος αν είναι η πρέζα που μιλάει γι' αυτόν, ισχυρίζεται ότι «έμαθε» κάτι ασυγχώρητο για τον Jeff Young. «Τηλεφώνησε στην Diane και της είπε ότι σκέφτεται εκείνην όταν πηδάει τη γκόμενά του». Σε ένα ακόμη επεισόδιο σπασμωδικής επίδειξης δύναμης ανακοινώνει ότι Beehler και Young απολύονται, διαδίδει μάλιστα στον τύπο ότι «η περιοδεία στην Αυστραλία ματαιώνεται, γιατί ο Jeff Young έφυγε ξαφνικά για το L.A. επειδή ξέμεινε από ηρωίνη».
Στην πραγματικότητα, είναι ο Μustaine που παραπαίει. Προς το τέλος της περιοδείας, με το ζόρι κρατιέται όρθιος κατά τη διάρκεια του σετ. Όταν ανακτά τις αισθήσεις του, συνήθως «διατάζει» τα μέλη του γκρουπ να πάνε εκείνα να του αγοράσουν ηρωίνη, πολλές φορές κάνοντας ακόμη και διαδρομή ωρών.
Στην Ιαπωνία, είναι αυτός που παραγεμίζει πλαστικά μπουκάλια από σαμπουάν με stuff και αναγκάζει μια σειρά από τεχνικούς, φροντιστές και τα μέλη της μπάντας να τα παραχώσουν στις αποσκευές τους, ώστε να περάσει το τελωνείο φορτωμένος, ριψοκινδυνεύοντας να συλληφθούν στη χώρα με την πιο σκληρή νομοθεσία κατά των ναρκωτικών παγκοσμίως. Ο Young, αηδιασμένος από την εκτός ελέγχου, αναξιόπιστη και χειριστική συμπεριφορά του εργοδότη του ανακουφίζεται από την «απόλυση». Ο Mustaine εισάγεται κατεπειγόντως σε κλινική για αποτοξίνωση, καθώς οι άνθρωποι της Capitol Records, έχοντας καταλάβει ότι έχουν στα χέρια τους ένα φρέσκο brand name, προσπαθούν να τον κρατήσουν ζωντανό.


Με την μπάντα σε προσωρινή αναστολή εργασιών, αρχές του ’89 εμφανίζεται στο στούντιο να γυρίσει το βίντεο - κλιπ για μια διασκευή που τους έχει προσφερθεί να κάνουν στο “No More Mr. Nice Guy” του Alice Cooper, για το soundtrack ενός b-movie τρόμου, το “Shocker” του Wes Craven. Η σκηνοθέτης του κλιπ Penelope Spheeris καταθέτει ότι ο Mustaine εμφανίζεται σε τέτοιο βαθμό καμμένος, ώστε του είναι αδύνατο να παίξει και να τραγουδήσει συγχρόνως, ούτε καν για να εξασφαλιστεί ένα take για τον συγχρονισμό του ήχου με εικόνα.
 
Τον ίδιο Μάρτιο συλλαμβάνεται για επικίνδυνη οδήγηση, κατ’ ειρωνεία της τύχης σε μια εκπλήρωση των όσων έχει περιγράψει έναν χρόνο πριν, στο κομμάτι «502» (“Pull over, shithead, this is the cops !”). Οι τοξικολογικές δείχνουν ότι στις φλέβες του ανιχνεύονται επτά διαφορετικές ναρκωτικές ουσίες. Για να μην εγκλειστεί, υποχρεώνεται να ενταχθεί για δεύτερη φορά σε κλειστό πρόγραμμα αποτοξίνωσης και πάλι όμως χωρίς αποτέλεσμα.

Την Άνοιξη του ’89 πάντως είναι μια άλλη, αυτή τη φορά σημαντική, ταινία που πιστοποιεί το πόσο οι Megadeth έχουν καταφέρει να εισχωρήσουν στο mainstream: “Talk Radio” του Oliver Stone. Εκεί, ο ακόμη ελάχιστα αναγνωρίσιμος Michael Wincott παίζει έναν μικρό αλλά αξεχαστο ρόλο: τον Kent, μετέφηβο χεβυμεταλλά που φιλοξενείται σε ραδιοφωνικό σταθμό, μπροστα από το μικρόφωνο ενός αδυσώπητου όσο και χαρισματικού Eric Bogosian. Ο αθυρόστομος παραγωγός επιχειρεί να εκθέσει τον Kent ως πνευματικά ακατοίκητο δείγμα μιας παρακμασμένης νεολαίας, ρωτώντας τον για τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Κι εκείνος, αφού αραδιάζει μερικά κακοχωνεμένα κλισέ για «αλληλεγγύη» και «ενότητα» απέναντι στο «σύστημα», αρχίζει να ουρλιάζει στο μικρόφωνο το ρεφραίν του “Peace Sells” χτυπώντας με τις παλάμες του το ντεκ και αποδεικνύοντας ότι τα πιστεύω του απαρτίζονται από ένα ασυνάρτητο μίγμα ψευδοαναρχίας, ανευθυνότητας, κωλοπαιδαρισμού και ...Megadeth.

 
Το κινηματογραφικό στιγμιότυπο αντικατoπτρίζει την θέση που έχει λάβει γκρουπ στο μουσικό μωσαϊκό των ‘80s που σε λίγο τελειώνουν, ως το συνώνυμο του νέας κοπής heavy metal, αυτού της πρέζας και του πολικοφανούς άλλοθι. Ο Mustaine, μια κοκκινόξανθη μάζα μαλλιών έτοιμη και πρόθυμη για headbanging, ζωσμένος με την μαύρη γωνιώδη Jackson, τις σφαίρες, το τζην – σωλήνα και τα αθλητικά μποτάκια απέχει ελάχιστα από το να γίνει ο παράφωνος spokesman της νεώτερης γενιάς μεταλλάδων. Κι ας μην γνωρίζει αυτή η γενιά ότι ακόμη ο ίδιος βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας πλέον από την ηρωίνη.
Τα επόμενα χρόνια θα χρειαστούν συνολικά δεκαεπτά φορές στην αποτοξίνωση, ωσότου να «καθαρίσει». Μέχρι εδώ καλά. Και λοιπόν;

 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου


// Old Time Rock

// Live Favorites