Judas Priest: “…This army of rock will be there”
Τετάρτη

6Ιούν

Judas Priest: “…This army of rock will be there”

Δημοσιεύθηκε από:

06/06/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

2151
Οι πρώτες ύποπτα λαμέ αντανακλάσεις πάνω στα δερμάτινα άμφια των αρχιερέων του metal είχαν αρχίσει να φαίνονται την Άνοιξη του ’86, με το δίσκο “Turbo”. Ξαφνικό φουλ του synth guitar, ψευδοsci-fi βίντεο – κλιπ, από τα περικάρπια με τα καρφιά στις περμανάντ, ένας απ’ άκρη σ’ άκρη γλυκερουά μουσικός εξανθρωπισμός, στα όρια της προδοσίας.
Οι πρεσβευτές του British Steel”, οι “Defenders Of The Faith”, έδωσαν πρώτοι αυτοί το πάτημα για να γεννηθούν διχόνοιες και οι μουρμούρες για «ξεπούλημα» μέσα στο ίδιο μας το μεταλλικό σπίτι.
Και τους αμέσως επόμενους μήνες, ιδίως από το φθινόπωρο του ’86 ως και τον χειμώνα του ‘87, ενσκήπτει η επέλαση των ΜπονΤζοβιοειδών. Όλα όσα μέχρι τότε ακούγαμε μεις και γελάγαν οι πολλοί στα μούτρα μας ειρωνικά, τα παραχώσανε στο ίδιο τσουβάλι, μαρκάρανε το τσουβάλι με σιδερότυπες τις μούρες του Jon και του Joey κι άρχισαν να το αποκαλούν συλλήβδην heavy metal”. Μέσα σε λιγώτερο από χρόνο είχαμε γίνει η πιο “hot” μόδα: Europe, Whitesnake, Poison, Def Leppard, Cinderella, The Cult στριμώχνονταν στα πάνω πατώματα του Billboard. Μπαντάνες, εκρηκτικές χαίτες και πετροπλυμένα τζην με σκίσιμο στο γόνατο φορούσε πλέον χωρίς το παραμικρό ενοχικό σύνδρομο και η κουτσή Μάϊρα (πρώην μπανάλ Μαρία, που άκουγε μόνο Φιλ Κόλλινς).

Ιούνιος του ’88. Οι Maiden έχουν βάλει για πρώτη φορά σε δίσκο τους κανoνικά πλήκτρα. O Οzzy έχει διώξει τον Jake E. Lee και με το “Tribute” ζει απ’ τα έτοιμα. O Dio εδώ και δύο δίσκους βρίσκεται σε πτώση. Sabbath στην ουσία δεν υπάρχουν, προλάβαμε και το διαπιστώσουμε σε κείνη την περίληψη συναυλίας στη Λεωφόρο, έναν χρόνο παρά κάτι πριν. Οι Saxon φθάσανε να διασκευάζουν Christopher Cross, ζητιανεύοντας μισή κλεφτή ματιά από την αμερικάνικη αγορά, ενώ ο Udo παράτησε τους Accept, γιατί του ζητούσαν να τραγουδήσει μπαλάντες. Μέχρι κι οι πολλά βαρείς Manowar, μόλις υπέγραψαν στην πολυεθνική Atlantic, κυκλοφόρησαν σε single ένα κομματάκι που, όπως και να το πάρει κανείς, γράφει πάνω του “false metal” από ‘δω μέχρι το Rainbow Bar & Grill. Μα πού πάει το καλό, το δικό μας το heavy metal;
Παγιδευμένοι στην παρατεινόμενη απεργία των καθηγητών, ελέγχουμε στο ρελαντί το ρυθμό των επαναλήψεων για τις πανελλαδικές και μετράμε μέρες για ν’ αρχίσει το Euro της Γερμανίας. Προφανής λόγος να ξεχάσουμε τις θεμελιώδεις συνήθειές μας δεν υπάρχει. Ο Μιχάλης σκάει μύτη το απόγευμα στο σπίτι με μια τσάντα με τέσσερα «καινούρια». Ανάμεσα σε Malmsteen (“Odyssey”), Armored Saint (“Raising Fear”) και Riot (“Thundersteel”), αυτό που κι οι δύο δεν κρατιόμαστε ν’ ακούσουμε, είναι ασφαλώς το τέταρτο.
Καταλύουμε στο καθιστικό, κλείνουμε ερμητικά πόρτες και αράζουμε. Το βινύλιο αποτίθεται στο πικάπ. Το σελοφάν, στρογγυλό από τη μία πλευρά – πώς και δεν το’χε σκεφτεί κανένας μέχρι τώρα, μπαινοβγαίνει πιο εύκολα στο εξώφυλλο - προστατεύει το καινούριο βινύλιο των Judas Priest, που τιτλοφορείται “Ram It Down”. Η κραυγή του Halford έρχεται από το υπερπέραν και πριν προλάβει να θυμίσει για τα καλάFast As A Shark”, ένα υπερσπηνταρισμένο ριφ σκάει μύτη. Ιερός θόρυβος ξεχύνεται από τα ηχεία, σα ν’ άκουσε το πιστόλι του αφέτη για να επιτεθεί. Το “Turbo” είναι μια μακρινή ανάμνηση. «Αυτό ρε μ@λ@κα είναι επιστροφή ! Αυτό !». Ο Μιχάλης αραχτός στην κουνιστή πολυθρόνα του παππού μου, με τα μάτια γουρλωμένα, κουνάει το σαγόνι σα μέλος της βουλής των λόρδων που επευφημεί τον αγορητή. 
Μετά τη δεύτερη στροφή και το ρεφραίν, ετοιμάζεται το σόλο, σαν δίμετρο κύμα που το κοζάρεις στην παραλία απ’ τα δέκα μέτρα νά’ρχεται πάνω σου και ξέρεις ότι δεν μπορείς να τ’ αποφύγεις, θα βουτήξεις μέσα του. Σκάει πάνω μας σα σμήνος από δαιμονισμένες μέλισσες. Το κόκκινο μονόφυλλο που υπάρχει στο δίσκο είναι φτιαγμένο για να το πιάσουν στα χέρια τους αρρωστάκια όπως εμείς. Κάτω απ’ τους στίχους παρατίθενται τα κρίσιμα “Lead Break Credits”, το ποιός από τους δύο κιθαρίστες ρίχνει τα σόλο.



Στο “Ram It Down”, από το πρώτο κομμάτι, γίνεται της κολάσεως :
“1st section – K.K.
2nd section – Glenn
3rd section – Κ.Κ.
4th section and up to harmonies – Glenn
5th section harmonies – K.K.
6TH section after harmonies up to and through stop – Glenn
Final section up to vocal entry – Glenn & K.K.”


Δεύτερο έρχεται το “Heavy Metal”. Εισαγωγή μ’ ένα φλύαρο σόλο από Tipton και μπαίνει ο βαρβάτος καλπασμός για να σερβίρει την κατάλληλη στιγμή ρεφραίν πιστοποιητικού φρονημάτων (“Heavy Metalwhat do you want?”). Μεσαίας ταχύτητας ηλεκτροφόρο σόλο – πάλι του Tipton- αποσαφηνίζει τις προθέσεις. Ναι, λέμε, το “Turbo”δεν υπάρχει, ήταν ένα λάθος.

«Τί σημαίνει “Ram It Down”; Να το κοιτάξουμε σε κανα λεξικό…».

Ο Μιχάλης έχει κατέβει διαβασμένος. «Τό’κανα ήδη. Δεν είναι «χώστο», εκεί πήγε το μυαλό μου και μένα. Δε μεταφράζεται κι ακριβώς. Είναι κάτι σαν «Κοπάνα το», «βάρα του», «ζόριστο», «στούμπηξέ το», ρε παιδί μου. Βλέπε και “fighting the world like a battering ram”, απτο “Rapid Fire”».


Στο “Love Zone” ψεύτικα ντραμς κι ένα ριφ κάπως υπερβολικά Motley Crue, ισορροπεί όμως τa πράγματα το “Come N’ Get It”, τόσο μονοκόμματο που σε ψήνει ότι το χρειάζεσαι σαν τρίτο ποτήρι νερό μετά από δίτερμα σε ξερό με 35 βαθμούς υπό σκιάν. «Δώσε, δώσε, δυνάμωσε !».
Στο κενό που μέσα του εξαφανίζεται το fade out, τσιμπάω το ασημένιο ποτενσιόμετρο δύο διαγραμμίσεις. Το “Hard As Iron” μπαίνει σφυροκοπώντας. Λες και το ανθρωποειδές, το χέρι του οποίου βλέπουμε στο εξώφυλλο του δίσκου να «στουμπώνει» τον πλανήτη γη, ν’ αποφάσισε να κάνει επίδειξη δύναμης. Τα ριφ σκάνε μαζί με εφέ από εκρήξεις, από κτίρια να καταρρέουν, ακούς – ή μήπως φαντάζεσαι- αμόνια να κοπανάνε κι ακούς στη στρατόσφαιρα τον Halford να λυσσομανάει («Πωωωω, μέχρι το Θεό φτάνει ο κ@ργιόλης! Λες να μπορεί να τα πει και έτσι live;»).
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το ‘Blood Red Skies”. Μας μεταφέρει κατευθείαν σε κείνες τις σεκάνς από τα φλας μπακ του Kyle Reese στον «Εξολοθρευτή», με τους ανθρώπους του μέλλοντος να ζουν κρυπτόμενοι, κάτω από το έδαφος, αντάρτες, καθώς στη γη κυριαρχούν τα κακόβουλα και μοχθηρά ρομπότ με τη δική τους, ανθρωποδιωκτική νοημοσύνη, που κυνηγούν να μας αφανίσουν.

“Through a shattered city, watched by laser eyes
Overhead the night squad glides
The decaying paradise
Automatic sniper
With computer sights
Scans the bleak horizon for its victim of the night
They're closing in
They'll never win…”.
 

Το ντραμς ελαφρώς τσίγκινα και τα συνθ γκιτάρ προφανή, αλλά αντί να μας ξενερώνουνε, δίνουν επιβλητικό βάθος. Το κομμάτι εξελίσσεται σ’ ένα φουτουριστικό σάουντρακ που καθηλώνει. Η ερμηνεία του Halford ασκεί στα σαγώνια την γνώριμη επίδραση : τα ανεξαρτητοποιεί από το κεντρικό νευρικό σύστημα, αφήνοντάς τα να κρέμονται ανοιχτά.
«Πες μου σε ποιό είδος μουσικής – ‘ντάξει, όπερα και τα λοιπά τ’ αφήνουμε απ’ έξω, δεν τα ξέρουμε– σε ποιό είδος μουσικής ρε μ@λ@κα, υπάρχει τέτοια φωνάρα!».

Το “Ι’ m A Rocker” είναι η τρίτη περικοπή από την αυτοομολογούμενη μεταλλοφροσύνη που πρεσβεύει το άλμπουμ. “I’ m a rocker - I do as I feel as I say – Ι’ m a rocker – and no one can take it αway”.

Με κάτι από την περηφάνια του “Rock Hard, Ride Free” κι ένα σύντομο αλλά πωρωτικό σόλο από Tipton, είναι ένα ακόμη κομμάτι που μας πείθει ότι οι Priest, έχουν για τα καλά μεταμεληθεί για την εμπορική λοξοδρόμησή τους και επιστρέφουν αμετακίνητοι στο heavy metal. Το “Johnny B. Goode”, διασκευή του Chuck Berry αγνώριστa μεταλλοποιημένη, βάζει το βουλοκέρι στο συμπέρασμα. “The Priest Is Back !


To “Love You To Death” με τον heavy αυταρχικό ρυθμό το υπογραμμίζει. Μόνο που τα εφέ από μαστίγια που τινάζονται και οι κιθάρες που βογκάνε και ουρλιάζουνε όσο κι ο Halford, που παροτρύνει το “μωρό του” να τα δώσει όλα, μας κάνει να ανταλλάσσουμε κάποια καχύποπτα βλέμματα.
«Τί εννοεί “You hit the spot, give it all you’ve got, I don’t care”; Γουστάρει να τον δέρνουνε; Εντάξει, τώρα… αυτό πάει λίγο να μας τα χαλάσει…»
«Αφού ξέρεις τώρα, τί λέγεται για τον Halford. Τί θρυλείται…».
«Μαλακίες, αποκλείεται».

Αν αφαιρέσεις το κουραστικό και χωρίς λόγο αργόσυρτο “Monsters Of Rock” που κλείνει το δίσκο, οι άνθρωποι το έχουν κάνει ξεκάθαρο: προτίθενται να παίζουν αυτό που ξέρουνε και μόνον, εις τον αιώνα τον άπαντα. Ο Μιχάλης το σκεφτόταν ώρα : «Εντάξει, θα τους είπε ο Tom Allom, εγώ σας χάλασα ρε αρ#ί@ia, ε, εγώ και θα σας ξαναφτιάξω».
Κινούμενοι όντως σε αντίστοιχο mindset, χωρίς να το ξέρουμε, οι ήρωές μας είχαν ήδη ξεκινήσει την Ευρωπαϊκή τους περιοδεία “Mercenaries Of Metal”. Mε support τους Bonfire και τους Cinderella πέρασαν από 11 χώρες για να καταλήξουν τον Ιούνιο σε 9 εμφανίσεις στην Αγγλία. Το “Ram It Down” έφθασε στο Νο 24 του αγγλικού τσαρτ και έναν μήνα πριν ξεκινήσουν την Αμερικάνικη περιοδεία τους έμπαινε και στο top-40 του Billboard (US#31, 18/6/1988). Ακολούθησαν 70 εμφανίσεις σε μεσαίες και μεγάλες αίθουσες, όπου όλα τα γνωστά όπλα ακουμπήθηκαν απασφαλισμένα και με τον κόκκορα σηκωμένο στο τραπέζι: Τα μηχανικά χέρια του ρομπότ που κατεβάζουν τον Halford στη σκηνή, τα μαύρα δερμάτινα, το “Sinner” με τον K.K. να οργιάζει, ξανά στο σετ μετά από τέσσερα χρόνια, η Harley στο “Hell Bent For Leather”, όλα.

Στα μάτια μας, το μέταλ σύμπαν ξαναστάθηκε στα πόδια του, πήραμε τη δόση μας, εξοβελίσαμε τη «ντροπή» του “Turbo”, οπλιστήκαμε μ’ επιχείρημα απέναντι στις φωνές όσων μιλούσανε για εκποίηση του heavy metal. Μετά την τρίτη καπακωτή ακρόαση του “Ram It Down” ήμασταν έτοιμοι να μπούμε να δώσουμε πανελλαδικές επιτόπου. Ό,τι και να γίνει, “this army of rock will be there”.


Υ.Γ. Ι: Ήταν τέτοια ενεσάρα μεταλλοσύνης η επιστροφή των Priest, ώστε ακόμη και το πολύ ανώτερο από κάθε άποψη “Painkiller” που ακολούθησε δυόμισυ παρά κάτι χρόνια μετά, μας φάνηκε κάπως αναμενόμενο, προϋπολογισμένα εκμοντερνισμένο. Βέβαια, μέσα σ’ αυτά τα δυόμισυ χρόνια, πολλά πράγματα στη hard rock σκηνή και το κοινό της είχαν αλλάξει. Η φυσιολογική κάμψη ή και δισκογραφική σιγή των μεγάλων ονομάτων της δεκαετίας που τελείωνε, αναπληρώθηκε από την εφήμερη άνθηση του sleaze/hair metal, την υπερπροβολή των κυκλοφοριών της γερμανικής σκηνής – μια ολόκληρη επίχρυση στρατιά μετριότητας, με καστράτη φωνή επιμελώς διορθωμένη στη μίξη για να μην ενοχλεί η κακοτράχαλη προφορά, κατά συνήθειαν διπλομποτιές και πυκνά μιξαρισμένες διπλές κιθάρες στη φλέβα των Helloween- και την ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση του thrash. Τα στοιχεία αυτά πόλωσαν τα ηχητικά στάνταρ του μέταλ «γενικού πληθυσμού», απομακρύνοντας αρκετά από τον κλασσικό metal ήχο των Saxon, των Accept, του Dio και οπωσδήποτε των Priest.

Υ.Γ. ΙΙ: Οι έφηβοι των ‘80s συνειδητοποιήσαμε κάπως αργότερα, άλλος με λιγώτερο, άλλος με περισσότερο επώδυνο τρόπο, ότι η «απαίτηση» του οπαδού από τον μουσικό του ήρωα να προσκολληθεί σε συγκεκριμένη φόρμα και σε συγκεκριμένα στάνταρ δισκογραφικής παραγωγής, όταν δεν είναι αμιγές προϊόν της άγιας εφηβικής ορμονικής διαταραχής που μεγιστοποιεί στις απολυτότητες, συνήθως οδηγεί σε αντίστροφα αποτελέσματα.
Οι μπάντες ασφυκτιούν, διαλύουν ή και αποδρούν όπως – όπως από τον αφόρητο εναγκαλισμό των κολλημένων τους οπαδών. Οι ίδιοι οι κολλημένοι, κάποια στιγμή, σχεδόν μοιραία, κατακεραυνώνουν τους ήρωές τους ως «αποσκιρτήσαντες» από τα ιερά και τα όσια που οι ίδιοι έχουν θέσει μέσα στην μουσική ανηλικότητά τους και βρίσκουν άλλη μπάντα – συνήθως κατά πολύ μετριώτερη, δευτεράντζα - πρόσφορη για να ταυτιστούν μαζί της και συνακόλουθα να «απαιτήσουν» την «αφοσίωσή της». Κάπως έτσι, το επίπεδο αντίληψης του κοινού για την ουσία ενός συγκροτημένου μουσικού ιδιώματος φθίνει.
Οι γενιές αλλάζουν, κι έρχονται μετά οι επόμενοι και πέφτουν με τα μούτρα στο να λατρεύουν ως κληρονομιά όχι την μουσική, αλλά την πώρωση που είχαν καταλάβει ότι έτρεφαν οι προηγούμενοι για τη μουσική. Αποσπασματικά, χωρίς να μπορούν να αντιληφθούν ούτε ποιές συνθήκες την είχαν εξαρχής δημιουργήσει, ούτε πού και πότε αυτή η πώρωση των προηγούμενων λάθεψε από υπερβολή ή λοξοδρόμησε. 


Υ.Γ. ΙΙΙ: Σε κάθε περίπτωση, με όσους καλλιεργούν το πώς να ακούνε heavy metal, συνεννοούμαστε.
 

Παναγιώτης Παπαϊωάννου