ESPANA ’82. Αξέχαστο λεπτό προς λεπτό, σαν τα διπλά με την πρώτη δερμάτινη μπάλα
Έχει μπει Ιούνιος. Σε λίγες μέρες η έκτη Δημοτικού τελειώνει και το πρώτο Μουντιάλ που θα παρακολουθήσω έγχρωμο, αρχίζει. Θα είναι μάλιστα και το πρώτο έγχρωμο. Η Saba με τις στρογγυλεμένες άκρες έχει αντικαταστήσει την αρχαία «ΠΙΤΣΟΣ» από το Σεπτέμβριο του ’81.
Δεν μπορώ να φανταστώ τίποτε πιο μαγικό από την ατέλειωτη ακολουθία από έγχρωμες μάχες που με περιμένουν κάθε απόγευμα και κάθε βράδυ στην τηλεόραση. Για την ακρίβεια, είναι το πιο μαγικό μαζί με το να μην έχεις την άλλη μέρα σχολείο.
Μοιάζει απίστευτο, όπως έμοιαζε στην αρχή της περσινής χρονιάς ότι από δω και πέρα θα κάνουμε σχολείο μόνο πέντε μέρες, ότι το Σάββατο θά’ ναι ελεύθερο, όπως η Κυριακή. Ωραίο νά’ σαι έντεκα το καλοκαίρι του ’82. Τα κορίτσια δε σε βασανίζουν ακόμη και το μόνο που σε νοιάζει είναι πότε θα βγεις να παίξεις μπάλα, ποιούς συμπαίχτες θα βρεις, πόσα διτέρματα μέχρι τα 10 γκολ θα παίξεις μέχρι να νυχτώσει και το πότε πρέπει να γυρίσεις, μπας κι ανησυχήσουνε στο σπίτι.
 
Το μουντιαλικό κλίμα με έχει συνεπάρει. Η ΥΕΝΕΔ έχει ξεκινήσει με τον Γιάννη Αργυρίου να βάζει σε συνέχειες «τη ζωή του Πελέ», που στην πραγματικότητα είναι η ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου του Μεξικού το ’70 σε πετσοκομμένα δεκάλεπτα, τα οποία βάζει και ξαναβάζει «γιατί εσείς [δείχνει με το στυλό την οθόνη] το ζητήσατε». Βλέπω και ξαναβλέπω την ντρίμπλα του αιώνα με την Ουρουγουάη, το σουτ από τη σέντρα που παρά λίγο να μπει, την απόκρουση του Γκόρντον Μπανκς στην καρφωτή κεφαλιά του.  Από το Φεβρουάριο, το «Έθνος» κάνει κάθε Τρίτη αφιέρωμα για κάθε μια από τις 24 φιναλίστ του Μουντιάλ της Ισπανίας, με άρθρο και φωτογραφίες στην τελευταία σελίδα. «Βραζιλία – Φουλ επίθεση στο Μουντιάλ», «Με εμπειρία και ταλέντο -για την Αργεντινή – με φωτό’’ του Μαραντόνα, ανάμεσα από Περουβιανούς αμυντικούς. Ο «Ταχυδρόμος» έχει στη μέση μια δισέλιδη διαφήμιση της PUMA σε σκληρό ιλλουστρασιόν, που μπορείς να τη βγάλεις από τα σιδεράκια και να την κρατήσεις.



Έχει πάνω σε λευκό φόντο ζωγραφισμένους με τις φανέλλες των εθνικών τους ομάδων τον Μπόμπυ Μουρ (’66), τον Πελέ (’70), τον Κρόϋφ (’74), τον Κέμπες (’78) και τον Μαραντόνα, όλους σε δράση. «Οι άσσοι του Παγκοσμίου Κυπέλλου φορούν
Puma». Έχω πάρει από περίπτερο μια ειδική έκδοση με την ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων (’30-’78) και την καταβροχθίζω. Συνθέσεις, ιστορία, φωτογραφίες, όλα.
 
Φτάνει η μεγάλη πρεμιέρα. Αργεντινή – Βέλγιο. Οι Παγκόσμιοι Πρωταθλητές δε μοιάζουν τόσο μοβόροι όπως σ’ εκείνον τον τελικό πριν τέσσερα χρόνια. Έχουν το στυλ, τις κατεβασμένες κάλτσες, τον Κέμπες, τον Μπερτόνι, τον Φιλιόλ, τον Πασαρέλλα, τον Αρντίλες, τον Γκαγιέγκο και πάνω απ’ όλα τον νευρικό, αξύριστο, αγχωμένο νεαρό παιχταρά τους, τον Μαραντόνα. Ο αχός από τις κερκίδες του θεόρατου γηπέδου της Μπαρσελόνα τρυπώνει στο μυαλό. Σα νά’ ναι συνεχώς σε αναβρασμό, κορυφώνεται με κάθε ανέβασμα προς τη μεγάλη περιοχή, ξεσπάει σε κάθε χαμένη ευκαιρία. Το Βέλγιο, με κατακόκκινες στολές Άντμιραλ, με δύο κίτρινα σειρήτια από το στήθος μέχρι και πάνω στο σορτσάκι –τη μάρκα την αναγνωρίζω εύκολα: την φοράει ο αιώνιος αντίπαλος, με τον οποίο έχει αποφασιστεί ότι θα παίξουμε μπαράζ στο Βόλο για το Πρωτάθλημα μέσα σε λίγες μέρες. Πφαφ το τέρμα, Λούντο Κεκ, το 10 με την αφάνα και το μουστάκι, Βάντεμπεργκ, Βαντερέϋκεν, Κέλεμανς. Αμύνονται οργανωμένα και περιμένουν. Δεύτερο ημίχρονο.
Μια βαθιά μπαλιά και ο Έρβιν Βάντερμπεργκ ξεπετάγεται από το πουθενά μπροστά απ΄τον Φιλιόλ, μην πιστεύοντας τί είναι έτοιμος να κάνει. Ένα αδέξιο κοντρόλ, πλασέ και όλος ο κόσμος ανάποδα. Αγχωμένοι οι Αργεντίνοι δεν τα καταφέρνουν να ανταποδώσουν, όπως πριν από τέσσερα χρόνια. Έχω καθηλωθεί στην καρέκλα της κουζίνας με το ψάθινο κάθισμα και είναι μόνο η πρεμιέρα.

 
Την επόμενη μέρα το πρωί, ο θείος Νίκος περνάει από το σπίτι για να μου θυμίσει ότι κρατάει την υπόσχεσή του. Θα πάμε να μου αγοράσει την πρώτη μου μπάλα. Προορισμός, το μαγαζί με αθλητικά του Χρήστου του Καρσιώτη, του αρχηγού της Κορίνθου. Ο Καρσιώτης συνήθως φοράει το περιβραχιόνιο, έχει στην πλάτη πιο συχνά το δέκα και φέρνει όλα τα γνωρίσματα της κοψιάς του παιχταρά. Γεροδεμένος, μουστάκι και ακούρευτη μπούκλα με χωρίστρα στην άκρη, μπαίνει στις φάσεις με φόρα, με πόδια και κεφάλι. Η κερκίδα περιμένει απ’ αυτόν να πάρει την ομάδα πάνω του, να βάλει το γκολ. Του το ζητάνε με παλαμάκια, με φωνές, παρακαλετά, σα νά’ναι κάποιος μυστήριος προύχοντας με υπεράνθρωπες ιδιότητες. Εκείνος το κάνει. Πανηγυρίζει με τα χέρια ψηλά στην εξέδρα, πιάνει το κεφάλι του απαρηγόρητος όταν τα χάνει. Όταν αυτός κρεμάει το κεφάλι, ξέρουμε όλοι ότι η ομάδα έκανε ό,τι μπορούσε. Τα ξέρω όλα αυτά, τα έχω δει. Οι φορές που ο θείος Νίκος μ’ έχει πάει στο γήπεδο είναι μια μεγάλη, παλλόμενη, συμμετοχική αποκάλυψη. Μεγάλη στιγμή λοιπόν να πάρω την πρώτη μπάλα μου από τα χέρια του αρχηγού.
 
Η μπάλα που με περιμένει είναι μια «όμοια με Tango Adidas, αλλά λίγο καλύτερη». Πείθομαι γιατί το ακούω από το στόμα του ίδιου του Χρήστου του Καρσιώτη, που τη διαλέγει από τη βιτρίνα, τη χτυπάει δυνατά κάτω δύο φορές και μου την παραδίδει χαμογελαστός. «Με γειά σου, μεγάλε!».
Το παιχνίδι ξεκινάει ούτε μισή ώρα αργότερα, στα τσιμέντα του περίβολου του Απόστολου Παύλου. Όλη η κομπανία καλείται τηλεφωνικά και καταφθάνει αμέσως. Διάλειμμα μόνο για το μεσημεριανό και το απόγευμα συνεχίζουμε. Με το που πέφτει το σκοτάδι νιώθουμε ότι έχουμε μάθει όλοι μας «περισσότερη και καλύτερη» μπάλα. Όχι βέβαια τόση, όσο στο ματς που θα δούμε το βράδυ. Βραζιλία – Ρωσία.
Είναι η πρώτη φορά που βλέπω Βραζιλία. Όλα όσα λένε για μαγικά, φαίνονται αλήθεια. Μορφές και ονόματα που έρχονται από ένα μυστικό μέρος μεταξύ ιστορίας και εξωτικών μύθων. Σώκρατες, Ζίκο, Έντερ, Φαλκάο, Ζούνιορ. Οι Ρώσοι είναι σκληροί αντίπαλοι και το γκολ του Μπαλ στον τρυπιοχέρη καμπριολέ Βαλντίρ Πέρεζ κάνει τα πράγματα να κοχλάζουν. Οι Βραζιλιάνοι έχουν κίνηση χορευτική, άνετη, ρηξικέλευθη. Συγκλονιστικές μάχες και λίγο πριν το τέλος, το στόμα μένει ανοιχτό, μ’ ένα χαμόγελο να κρέμεται στην άκρη. Δύο κεραυνοί, ένας του Σώκρατες –πρώτα μια προσποίηση- και μετά του Έντερ –ο Ζίκο την αφήνει να περάσει κάτω απ’ τα πόδια κι ο Έντερ τη στρώνει στον εαυτό του μ’ ένα καλλιτεχνικό τσίμπημα - και οι δύο έξω από την περιοχή, καρφώνονται στο γάμα του Ντασάεφ.
Τα καλύτερα γκολ που έχω δει στη ζωή μου. Γεννημένα από επιμονή, έμπνευση και ασύλληπτη δύναμη. Μια τέτοια δύναμη της φύσης, που γεννάει αισθήσεις και συναισθήματα είναι η Βραζιλία του Mundial ’82. Σε κερδίζει με την πρώτη ματιά, σε πείθει ότι σε θέλει μαζί της, να σε ξεναγήσει στον πλανήτη ποδόσφαιρο, να σου γνωρίσει σπάνιες συγκινήσεις.
Όλη η παρέα παραμιλάει, καθώς τις επόμενες μέρες αντιγράφουμε σε χωμάτινα γηπεδάκια και πλακόστρωτα την κίνηση του τελευταίου γκολ: σέντρα συρτή από τα δεξιά, αυτό πού’ναι στη μέση αφήνει τη μπάλα κάτω απ’ τα πόδια και ο σουτέρ έρχεται με φόρα. Πολλές φορές τη σηκώνει με το ένα, τη σουτάρει με το άλλο.



Χάνω ελάχιστα παιχνίδια. Τα μισά τα βλέπω στην κουζίνα μας, τ’ άλλα μισά στο θείο μoυ το Νίκο, για να μπορούμε να συζητάμε το ματς ενώ το βλέπουμε. Ρουφάω τη μετάδοση λεπτό προς λεπτό:
Τις τεσσάρες της Βραζιλίας με την Σκωτία -νέα έκσταση το γκολ του Έντερ με το σκάψιμο πάνω από τον κακομοίρη τον Άλαν Ραφ- και με την Νέα Ζηλανδία, όπου έχω τα μάτια μου στον Ζίκο, τον «λευκό Πελέ». Βάζει το πρώτο με κάτι σαν ψαλιδάκι («αυτό λέγεται ντεμί βολέ»), το δεύτερο με συρτό μέσα απ’ την περιοχή, ενώ σερβίρει το τέταρτο στον Σερτζίνο. Τη ματσάρα Σκωτία – Ρωσία, με τους Σκωτσέζους -Νταλγκλίς, Σούνες, Στράχαν, Τζόρνταν, Μπραζίλ, Άρτσιμπαλντ - να θέλουνε μόνο νίκη, να προηγούνται, να χάνουν τα άχαστα, να ισοφαρίζονται, να τρώνε το δεύτερο καθώς τα δύο μπακ κουτουλάνε το ένα πάνω στ' άλλο και νά’ ρχεται το γκολ κουτί στον Σενγκέλια με τις φαβορίτες, στο τέλος να ισοφαρίζουν με τον Σούνες που κάνει νοήματα στην ομάδα να μην τα παρατήσει.
Την Αργεντινή να συνέρχεται και να βάζει 4 στην Ουγγαρία, με Κέμπες και Μαραντόνα να τα κάνουν όλα ίσωμα. Το Αγγλία – Γαλλία 3-1, με το γκολ του Ρόμπσον στο πρώτο λεπτό και τον Μάρινερ να υψώνει τα χέρια και να πανηγυρίζει ακίνητος στο τρίτο μπροστά στην Αγγλική κερκίδα. Την Ισπανία να μη μπορεί να βάλει γκολ στην Ονδούρα και να μένει στο 1-1. Να τη γλυτώνει απέναντι στην Γιουγκοσλαβία -με Ζάες, Σούσιτς, Πέτροβιτς, Γκούντελι- και να παίρνει ψεύτικα πέναλτυ για να ισοφαρίσει – προς μεγάλη μου τσαντίλα - και τελικά να την πατάει από τη Βόρεια Ιρλανδία και τον Τζέρυ Άρμστρονγκ, τον ξερακιανό με το μουστάκι. 
Σε μια ταβέρνα που έχουμε πάει για παϊδάκια έξω από την πόλη, παρακολουθώ το Γερμανία – Αυστρία. Δεν θέλω να πιστεύω ότι «έχουνε συμφωνήσει» το παιχνίδι να λήξει 1-0, όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει και μάλιστα με το χειρότερο τρόπο: οι δύο ομάδες ανταλλάσσουν πασούλες σε ολόκληρο τον αγώνα. Ο αχώνευτος Χορστ Χρούμπες γίνεται η προσωποποίηση όσων αντιπαθώ στο ποδόσφαιρο. Κι αυτή η αδυσώπητη, η υπολογίστρια, η στυγνή ομάδα με τις άσπρες φανέλες και τα μαύρα σορτσάκια, που επειδή έχασε απ’ την Αλγερία, θέλει να την τιμωρήσει, αφηνοντας την έξω από τη συνέχεια του τουρνουά, με όπλο τη διαφορά τερμάτων κι έναν «συμφωνημένο» 1-0, γίνεται από κείνη την ημέρα ο εχθρός. Ο θείος ο Νίκος χαμογελάει και καπνίζει τη «Μάτζικ Λάϊφ» του. Δεν έχει σηκωθεί από το τραπέζι των μεγάλων. «Αφού το ξέρουνε όλοι, ότι είναι φτιαχτό», λέει, εξηγώντς μου κάπως διστακτικά τα γιατί και τα πώς. 
 
Δεύτερος γύρος και ολόκληρος ο κόσμος μου είναι η τηλεόραση. Ο Τζεντίλε δέρνει το Μαραντόνα σε όλο το μήκος και πλάτος του γηπέδου, του σκίζει τη φανέλα, αλλά δεν του δείχνουν κόκκινη. Ο φανερά ζοχαδιασμένος Πασαρέλλα κοντεύει να σκίσει τα δίχτυα μ’ ένα απευθείας φάουλ (2-1), αλλά οι Παγκόσμιοι Πρωταθλητές παραδίδουν πνεύμα, μπρος στους Ιταλούς που παίζουν σκληρά και δυνατά, από το πρώτο λεπτό. Απογευματάκι στην κουζίνα μας, η Βραζιλία βάζει τρία στην Αργεντινή και χάνει άλλα τόσα. «Θα πάνε τελικό, μάλλον με τη Γερμανία», λέω με την πεποίθηση του ειδικού. Το βλέπεις κι από τα διάπλατα χαμόγελα του Ζίκο, του Ζούνιορ του Σερτζίνιο, του Τονίνιο Σερέζο. Κι αυτοί το ίδιο πιστεύουν. Είναι η μόνη ομάδα που πρέπει να φάει πρώτη γκολ για να πάρει μπρος, αλλά μετά, το σενάριο που μας χαρίζει είναι σκέτη απόλαυση.
 
Όταν ο Φαλκάο με την αλανιάρικη προσποίηση στέλνει τη μισή ιταλική άμυνα δύο βήματα προς την αντίθετη κατεύθυνση και ισοφαρίζει σε 2-2, πιστεύω ότι το μαρτύριο των βραζιλιάνων με τη αφελή τους άμυνα έλαβε τέλος. Όμως ο κοκκαλιάρης με το 20, ο Ρόσσι, βάζει το πόδι στο σουτ του Ταρντέλι, αλλάζει πορεία στη μπάλα και η ομάδα που δεν χορταίνω να βλέπω, αποκλείεται. «Ευτυχώς που δε σε πιστέψαμε για Βραζιλία - Γερμανία στον τελικό», μου πετάει χαιρέκακα ο ξάδερφός. Προβοκάτορας, όπως όσοι δεν έχουν καμία σχέση με το ποδόσφαιρο και τρέφονται με το να μας τη χαλάνε. Αδιαφορώ. Τί ξέρουν αυτοί τις προβλέψεις, τις προσδοκίες και τις επιθυμίες που απαρτίζουν την απαράμιλλη ιερουργία ενός Μουντιάλ.
 
Υποστηρίζω Αγγλία. Έχει μια καταπληκτική φανέλα -Άντμιραλ κι αυτή- με τις μπλε και κόκκινες γραμμές από τον ώμο μέχρι και το στήθος. Μάρινερ, Γούντκοκ, Φράνσις, Ρόμπσον ιδρώνουν, αλλά είναι απελπιστικά άστοχοι στο τελευταίο κρίσιμο παιχνίδι με την αποκλεισμένη Ισπανία.
Μέχρι και ο Κήγκαν επιστρατεύεται.
Παρ’ ότι στο τέλος της καρριέρας του, τον έχω λατρέψει από την εικονογραφημένη βιογραφία του που έχει βάλει πρόπερσι σε συνέχειες το «Αγόρι». Όμως, είναι φανερά σκουριασμένος. Παρ’ ότι αφύλακτος, η στριφτή του κεφαλιά στη σέντρα του Μάρινερ, φεύγει έξω απ’ το δοκάρι του Αρκονάδα. Ήταν η μοναδική και τελευταία του ευκαιρία να κάνει κάτι σε Μουντιάλ αυτός ο παιχταράς. 0-0 και η Αγγλία, που χρειαζόταν ένα 2-0 για να περάσει στα ημιτελικά, αποκλείεται αήττητη.
 
Βράδυ Ιουλίου, ο  μεγάλος ημιτελικός Γαλλία – Δυτική Γερμανία, με τον πατέρα μου στη κουζίνα μας, με την Saba σε μια από τις καλύτερες στιγμές της. Τη γουστάρω τη Γαλλία. Έχασε από την Αγγλία στην αρχή, αλλά παίζει ένα ωραίο ελεύθερο στυλ, με αυτοπεποίθηση παρόμοια με της Βραζιλίας. Με μεγάλη μορφή τον Πλατινί, τον κοντοπίθαρο Αλαίν Ζιρές και τον μαύρο Ζαν Τιγκανά στο κέντρο, τους δύο μαλλιάδες – αλλά λίγο άστοχους – Ροστώ και Σιξ μπροστά, τον Αμορός με το 2 και τις κατεβασμένες κάλτσες να πηγαίνει πάνω – κάτω από δεξιά. Είμαι μαζί τους. Δεύτερο ημίχρονο και παραμένει από το πρώτο το 1-1, μετά από το μακρινό συρτό σουτ του Λιτμπάρσκι και το πέναλτυ του Πλατινί.



Η αγωνία μεγάλη. Και τότε, η φοβερή σκηνή με τον Μπατιστόν. Δεν θα έβαζε γκολ. Δεν ήταν επιθετικός, δε θα μπορούσε να είναι με το «3» στην πλάτη. Ο χασάπης Σουμάχερ βγαίνει με ορμή δέκα νίντζα από ταινία Μπρους Λη και τον καρατομεί, προαποφασισμένος να τον τιμωρήσει για το γκολ που πιθανόν και να έβαζε. Και πάλι, αυτή τη ψυχρή, τιμωρητική στάση. Δε φταίω ‘γω αν ο Σουμάχερ διάλεξε τη συγκεκριμένη στιγμή για να εντυπώσει στην τρυφερή μου ποδοσφαιρική μνήμη από τί είναι φτιαγμένοι οι Γερμανοί, αλλά η σκηνή με τον τσακισμένο Μπατιστόν ανάσκελα, με σπασμένα πλευρά και σαγώνι και το χέρι του υψωμένο σε μια απόκοσμη προσπάθεια να ζητήσει βοήθεια, δεν ξεχνιέται ποτέ.
 
«Μα… δεν χρειαζόταν να τον χτυπήσει ! Δεν το βλέπεις; Το δείχνει καθαρά το ρηπλαίϋ ! Δεν πήγε να κόψει τη μπάλα, πήγε καταπάνω του ! Γιατί;».
 
Ο πατέρας έχει καταλάβει ότι παραληρώ από τσαντίλα και πάει να με ηρεμήσει «Άμα κάνεις έτσι για τον αγώνα, για τα σοβαρά πώς θα κάνεις;». Όμως, στην παράταση, ακόμη κι εκείνος δεν μπορεί να κρύψει τη χαρά του από το γεμάτο γυριστό του Τρεζόρ και τη βολίδα - δοκάρι και μέσα του Αλαίν Ζιρές. Μοιάζει να υπάρχει θεός, δικαιοσύνη. Όχι να κερδίσουν αυτά τα καθάρματα. Τρώω τα νύχια μου από αγωνία. Με ζώνουν τα φίδια όταν ο Ρουμενίγκε μειώνει σε 3-2 μ’ ένα ακατανόητα ανάποδο μυτάκι, με τον Γάλλο αμυντικό κολλημένο πάνω του. Κοντεύω να καταρρεύσω με το ανάποδο σουτ του Φίσερ μετά από πάσα - κεφαλιά του γομαριού του Χρούμπες. Τα δικά μου πόδια είναι κομμένα, σκέψου δηλαδή των Γάλλων. Ακόμη λίγο να κρατούσανε. 3-1 ήταν, που να πάρει ο διάολος! Στα πέναλτυ, κρατάω την αναπνοή μου, αλλά επέρχεται το μοιραίο.
Ο Σουμάχερ, με τσίχλα και απλανές βλέμμα, έχει κάνει τους Γάλλους να τρέμουν με την ψυχρότητά του. Έστειλε έξω με καρατιά σακατεμένο τον συμπαίκτη τους, εδώ θα κωλώσει; Ο Στίλικε το χάνει και αναθαρρώ. Όμως ο Σιξ και στο τελευταίο πέναλτυ ο Μποσσίς, σουτάρει άτσαλα, στα γόνατα του Γερμανού. Η κάμερα τον δείχνει γονατιστό, αποσβολωμένο. Οι μισητοί εχθροί είναι στον τελικό. Μετά το τέλος του δυομισάωρου αγώνα, μου είναι αδύνατο να κοιμηθώ. Πώς είναι να έχεις στα πόδια σου το βάρος μιας ολόκληρης πρόκρισης μ’ ένα και μόνο σουτ; Πώς είναι να πρέπει να δαμάσεις την απογοήτευσή σου από την απρόσμενη ισοφάριση και να συνεχίσεις;
Είναι καλύτερο να μισείς τον αντίπαλο, ή μήπως είσαι πιο συγκεντρωμένος, αν δεν αφήνεις τα συναισθήματά σου να σε Κάνουν ό,τι θέλουν; Έπρεπε να πρόσεχε περισσότερο αυτός ο Μποσίς.

 

Ο μικρός τελικός είναι αντίδοτο στο διαλυτικό σύνδρομο εκείνου του τρομακτικού ημιτελικού. Στο σαλόνι του θείου Νίκου, με παγωτό κουπάκι Μαρενγκάτα της ΔΕΛΤΑ - μεγάλη πώρωση. Η Γαλλία παίζει με τη δεύτερη ομάδα. Ο Πολωνός Σάρμαχ με μουστάκι ταβερνιάρη και ο Κούπτσεβιτς με μούσι μαθητευόμενου διάκου φέρνουν τους Πολωνούς στην τρίτη θέση, καθώς νικάνε με 3-2. Όλες οι ομάδες που υποστηρίζω έχουν αρχίσει και χάνουν κι αυτό με ανησυχεί. Μόνο η Ιταλία απομένει. Κάποιος να αντισταθεί στους Γερμανούς, τελοσπάντων.
Ο μεγάλος τελικός σε περιγραφή Διακογιάννη είναι το αποκορύφωμα του πρώτου ολοκληρωμένου μου Μουντιάλ. Είναι Κυριακή, παίζω μπάλα από το πρωί ασταμάτητα και φτάνω στο σπίτι ίσα-ίσα για να κάνω μπάνιο και να στηθώ στην τηλεόραση. Ιταλία – Δυτική Γερμανία. Ακόμη κι όταν ο Καμπρίνι χάνει το πέναλτυ, στο πρώτο ημίχρονο, διαπιστώνω με έκπληξη ότι δεν απογοητεύομαι. Κάτι θα γίνει καλό στη συνέχεια.
Οι Ιταλοί έχουν κατέβει αποφασισμένοι και ο Ρουμενίγκε που παίζει μπροστά για τους Γερμανούς, είναι βαρύς.  Όταν στα μέσα του δεύτερου ημιχρόνου ο Ρόσσι πετάγεται από το πουθενά στην καρδιά της γερμανικής άμυνας και κάνει με κεφαλιά το 1-0, η χαρά είναι μεγάλη κι η ανακούφιση περισσότερη. Όμως, λίγα λεπτά μετά, το ουρλιαχτό του Ταρντέλι που σκοράρει από το ύψος της μεγάλης περιοχής και φεύγει σαν τρελλός για έναν εκτροχιασμένο, προσωπικό γύρο θριάμβου δεν αφήνει ούτε τον πατέρα ούτε το θείο μου ασυγκίνητους. «Άντε, επιτέλους, να ξεμπερδεύουμε με τους Γερμανούς!».


«Το μπαγάσα, τον Ιταλό, πώς κάνει έτσι !». Στο τρίτο του Αλτομπέλι, ακόμη και η συγκίνηση του Διακογιάννη είναι φανερή. «Το ποδόσφαιρο της φαντασίας απέναντι στο ποδόσφαιρο των ρομπότ…». Έπρεπε να χάσει η αγαπημένη του Γαλλία με αυτόν τον κυνικό τρόπο για να ακούγεται, επιτέλους, ότι βάζει λίγη ψυχή στον αγώνα που μεταδίδει.
Ο γερο-Σάντρο ο Περτίνι κοντεύει να μείνει στην εξέδρα των επισήμων από από συγκίνηση, ο Ντίνο Τζοφ σηκώνει το αγαλματάκι ψηλά και ο πατέρας βγάζει δύο μπουκάλια Χέννιγκερ από το ψυγείο. Είμαι χαρούμενος, ζωντανός μ΄αυτή την περίεργη χαρά που ένας νικηφόρος τελικός μπορεί να δώσει. Απομένει το μισό καλοκαίρι και το μυστήριο που λέγεται Γυμνάσιο μπορεί ακόμη να περιμένει. Η «σαν Tango αλλά λίγο καλύτερη» μπάλα μου, περιμένει να πρωταγωνιστήσει σε άπειρες ηρωϊκές προσομοιώσεις όσων πέρασαν μπροστά απ’ τα μάτια μου τον τελευταίο μήνα. Πρέπει να κρατήσω τη μνήμη απ’ το Παγκόσμιο Κύπελλο γερά. Όπως και να το δεις, κάνω πρόχειρο τον υπολογισμό, όταν θα ξανάχει Μουντιάλ, θα πηγαίνω - πω, πω, απίστευτο - θα πηγαίνω Λύκειο, ρε.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου


 

// Live Favorites

// Rocktime Songs