USA ’94: Μιας τεσσάρας νιάτα, in the land of the free. Μάρτυρες, βούδες και φοβικοί πρωταθλητές ντο Μπραζίλ.
Mετά από προσπάθειες τόσων δεκαετιών, η Εθνική θα φτάσει, επιτέλους να πάρει την πρόκριση σ’ ένα Μουντιάλ. Έμοιαζε σαν ένα όνειρο χρωστούμενο από καιρό, σε πολλούς, σε όλους μας.
Εμείς του ’80 μεγαλώσαμε με Χατζηπαναγή, Μαύρο, Αναστόπουλο, Κούδα, Αρδίζογλου, Λιβαθηνό, Νικολούδη, Κυράστα, Δαμανάκη, Κούη, Σαργκάνη, Φοιρό, Κουσουλάκη, Λάκη Παπαϊωάννου και Μπάμπη Ξανθόπουλο. Κανείς απ’ αυτούς δεν πρόλαβε να γευτεί τη χαρά ενός Μουντιάλ. Είχαν μείνει τουλάχιστον στις τάξεις της Εθνικής οι τελευταίοι των Μοϊκανών:
Ο Τάσος ο Μητρόπουλος και ο Σαραβάκος, κι ας είχαν αλλάξει κι οι δύο την κανονική τους φανέλλα γι’ αυτήν της Α.Ε.Κ.. Ο γερο-Μήνου, ο χεβυμεταλλάς μας ο Κωφίδης, που πέρασε τέσσερα άνυδρα χρόνια κι από μας και βρισκόταν πλέον στον Άρη, ο πάντα γερός και τσαμπουκάς Μανωλάς κι ο κοκκινοτρίχης Αλεξίου -πλέον του ΠΑΟΚ. Μούρες απ’ τις δικές μας, απ’ αυτές πού’χαν φάει τα ξερά και τα ημικάραφλα γήπεδα της Α΄ Εθνικής με το κουτάλι.
Φάτσες που μας μεγάλωσαν κάθε Κυριακή απόγευμα που ακούγαμε τα νόματά τους απ’ το ραδιόφωνο και φανταζόμαστε τις μονομαχίες τους υπό το σπηκάζ του Μιλτιάδη Παναγιωτόπουλου, μέχρι να φτάσει Κυριακή το βράδυ και να δούμε μια δίλεπτη περίληψη από δαύτες στην «Αθλητική Κυριακή», με ξύλινες εισαγωγές από Κατσαρούς, Σεφτελήδες και Πουλιάσηδες και μουσικά χαλιά από προπέρσινα
instrumental των Alan Parsons Project, όταν έδειχνε την κάρτα με «τα σκορ της αγωνιστικής».
Τώρα, σε μια ενήλικη για μας εποχή, όπου τα ραδιοφωνάκια δε χρειάζονταν, γιατί το πρωτάθλημα το έδειχνε το “Mega Channel” με έναν και δύο αγώνες ζωντανά κάθε σαββατοκύριακο και live σύνδεση με όλα τα γήπεδα, ήτανε σα να πήγαινε κι η δική μας γενιά εκεί. Στο πρώτο της Μουντιάλ.
Ας όψεται βέβαια και ο αποκλεισμός από τη FIFΑ της Γιουγκοσλαβίας λόγω πολέμου, που έχοντας κληρωθεί μαζί μ’ εμάς, την Ουγγαρία, τη Ρωσία, την Ισλανδία και το Λουξεμβούργο στον όμιλο των προκριματικών, αφήνοντάς μας χώρο και ψυχολογική αβάντα για να προκριθούμε, έστω και δεύτεροι. Τελικά προκριθήκαμε πρώτοι, ηρωοποιώντας την μετριότητά μας και εξυψώνοντας το αντικειμενικό ύψος των εμποδίων που είχαμε να ξεπεράσουμε.
Τον Ολυμπιακό ακόμη βάρυνε η βαριά σκιά της ιστορίας Κοσκωτά, στην οποία είχε προστεθεί αυτή της ανασφάλειας, της κουτοπονηριάς και της ασυναρτησίας που διέχεε με κάθε δημόσια εμφάνισή του ο Σαλιαρέλης. Παιχταράδες βλέπαμε : Ντέταρι, Προτάσοφ, Λιτόβτσενκο, Καραπιάλη, Κρίστενσεν - μέχρι και τον Μπατίστα από την ΑΕΚ πήραμε. Η ομάδα ξεκινούσε δυνατά, κέρδιζε ντέρμπι και το πάλευε το κάθε πρωτάθλημα, τουλάχιστον μέχρι τα μισά.
Κάπου ξέραμε, κάπου πιστεύαμε, κάπου μας έπεισαν ότι δεν πρόκειται να δούμε άσπρη μέρα. Γιατί, όπως γραφόταν και λεγόταν από ‘δω κι από κει, «Σιγά μην το πάρουνε αυτοί που έχουνε ρίξει έξω το δημόσιο της χώρας». Κι όμως, Ολυμπιακογενής ήταν η συνεισφορά στην πρόκριση περισσότερο απ’ όσο θέλουν να θυμούνται οι περισσότεροι. Σχεδόν όλα τα γκολ στα προκριματικά τα έβαλαν παίχτες που φορούσαν ή είχαν φορέσει τη φανέλα μας.

Γκολ ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος με κεφαλιά από κοντά, στην πρώτη του συμμετοχή στην Εθνική σε επίσημο αγώνα, το Μάϊο του ’92 στο Ολυμπιακό Στάδιο κατά των Ισλανδών. Γκολ τον Οκτώβριο ο Τσαλουχίδης μέσα στο Ρέϊκιαβικ. Γκολ ο Μητρόπουλος (το πρώτο ο Δημητριάδης) στο 2-0 με το Λουξεμβούργο, μέσα Φεβρουαρίου του ’93. Στο κρίσιμο ματς με τους Ούγγρους, κούρσα από αριστερά και σέντρα ο αριστίνδην φύλαρχος των μουστακοχαιταίων Νίκος Τσιαντάκης, χτυπάει στο χέρι του Ούγγρου αμυντικού, πέναλτυ, δίνεται με ύποπτη σπουδή, στο 70’, γκολ ου Στράτ’ς ου Απουστουλάκ’ς με τη χειρότερη εκτέλεση όλων των εποχών τσαρουχιά, ίσια χαμηλά και στο κέντρο. Εκτέλεση φάουλ από Τσιαντάκη, ξανά γκολ με κεφαλιά ο γεροντάρας - 36φεύγα - ο Τάσος μέσα στη Μόσχα, 1-1.
Μ’ αυτά τα ερυθρόλευκης ούγιας γκολ και με συμμετοχές από Μίρτσο, Παχατουρίδη και Βαίτση, φτάσαμε στο γεμάτο Ολυμπιακό Στάδιο και στη στριφτή κεφαλαιά του Μαχλά, ανήμερα 17 Νοεμβρίου 1993, κατά τραγική ειρωνεία, 20 χρόνια μετά την αποφράδα ημέρα του Πολυτεχνείου.

 

Σε σχέση με τις φοιτητικές ασωτίες του καλοκαιριού του Ιτάλια Νοβάντα, αρκετά είχαν αλλάξει. Στα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν έχω πια περάσει και το τελευταίο μου μάθημα στη Νομική, τα Αξιόγραφα, λίγες μέρες πριν το γκολ του Τσαλουχίδη μέσα στην Ισλανδία, περνώντας καπάκι στο νεοσύστατο Μεταπτυχιακό του Ποινικού Τομέα. Τα μαθήματα του πρώτου εξαμήνου ξεκίνησαν τα απογεύματα στο κυριλέ «ροζ» κτίριο Κωστή Παλαμά στην Ακαδημίας, λίγο μετά τις εθνικές εκλογές της 10ης Οκτωβρίου του ’93, όπου το ΠΑΣΟΚ, επανήλθε στην εξουσία με 46,88%.
Πέντε μέρες πριν την έναρξη του Μουντιάλ, σύμφωνα με στοιχεία έρευνας που διαβάζω στις αθλητικές σελίδες των «ΝΕΩΝ», το 80% των Αμερικάνων δεν γνωρίζουν ότι τα τελικά του παγκόσμιου κυπέλλου “soccer” φιλοξενείται στη χώρα τους, ενώ το 34,3% δεν ξέρει καν πώς παίζεται αυτό που προσπαθούν να προσδιορίζουν αντιθετικά από το δικό τους, το “english football”. Tο 20% των ερωτηθέντων δεν είναι σίγουροι αν στα τελικά συμμετέχει και η δική τους εθνική ομάδα και ένα ποσοστό επίσης 20% δεν ξέρουν πού βρίσκονται στο χάρτη τα κράτη που συμμετέχουν, ενώ με βεβαιότητα απαντούν ότι δεν θα άλλαζαν το επεισόδιο της αγαπημένης τους σαπουνόπερας για να δουν ένα ματς soccer. Το απόλυτο ξενέρωμα να διεξάγεται κάτι τόσο ιερό, σε μια χώρα παντελώς ασχέτων.
 
Η έναρξη του Μουντιάλ συμπίπτει με τα τελευταία μαθήματα και την εξεταστική του Μεταπτυχιακού. Οι ώρες διεξαγωγής των αγώνων, μεγάλο πακέτο. Εφτά το απόγευμα το πιο νωρίς και μετά πρέπει να ξενυχτήσεις για να δεις το δεύτερο, που ξεκινούσε έντεκα το βράδυ και συνήθως έχανες το τρίτο που ξεκινούσε στις δύο το πρωί. Στις 17 Ιουνίου επιστρέφω με τον ηλεκτρικό από τον Πειραιά και το μόνο που έχω στο μυαλό είναι η σέντρα του μεγάλου αυτού περιοδικού πανηγυριού, που τόσο  λατρεύω να παρακολουθώ.
Το Γερμανία – Βολιβία είναι βαρετό. Το γκολ του Κλίνσμαν άχαρο, μακρινή μπαλιά σπάει το τεχνικό οφσάϊντ, άστοχη έξοδος του τερματοφύλακα. Σα να μην έφτανε αυτό, ο χαιτάς Ετσεβέρρυ το Βολιβιανό «10», παίρνει κόκκινη λίγα λεπτά αφ’ ότου μπήκε αλλαγή. Μοιάζει έκπληκτος, πιο πολύ κι από συφιλιασμένος («Μα αφού με κλώτσησε το @ρχίδι ο Ματέους, να μην του επισημάνω, με μια κλωτσίτσα στο καλάμι  ότι στην επόμενη φάση θα του δώσω τη νεφραιμιά στα χέρια;»).




Η Ελλάδα για πρώτη φορά σε Μουντιάλ. 21 Ιουνίου απόγευμα πέντε η ώρα, που παίζουμε με την Αργεντινή, έχουμε κανονικά μάθημα στο Μεταπτυχιακό. Μέχρι να βρω τηλεόραση ή να γυρίσω σπίτι, θα χάσω το πρώτο ημίχρονο και τά’ χω πάρει. Προσπαθώ να πείσω κάτι νεαρούς δικηγόρους στο μεταπτυχιακό να κάνουμε κοπάνα, αλλά δε βλέπουνε το θέμα ζεστά. Γύρω στις έξι, στο δρόμο για το σπίτι ακούω από περαστικούς ότι χάνουμε 1-0 από το πρώτο λεπτό. Στο μυαλό έρχεται ακαριαία ο Αντρέας Μικρούτσικος, που στην πρωϊνή του εκπομπή, με το γνωστό γλοιώδες στυλ χλεύαζε τον Μαραντόνα. «Έλα, μωρέ, τί να μας πεί ο κοντός, θα τον πιάσει ο Καλλιτζάκης και θα τον εξαφανίσει».
Βλέπω το δεύτερο ημίχρονο αγχωμένος. Κάτι πάμε να κάνουμε, αλλά στο γκολ του Μαραντόνα χάνεται η μπάλα και ξεροκαταπίνω. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι το είδωλό μου θα γράψει μια τέτοια γκολάρα, αυτήν της επιστροφής του, απέναντι στους δικούς μας. Η τεσσάρα είναι λογική, αλλά πονάει.
Η μεγάλη φρίκη όμως έρχεται στο 4-0 με τη Βουλγαρία. Το βλέπουμε συνοδεία Heineken με τον φίλο και αδελφό Κώστα στο κονάκι μου στη Χέϋδεν. Δε μας δίνει πέναλτυ στον Αλεξούδη αυτή η μουστακοφόρος γυφτοπούλα ο διαιτητής και καπάκι σφυράει πέναλτυ επειδή σε μια διεκδίκηση, ο ίδιος ο Αλεξούης πέφτοντας ακουμπάει τη μπάλα. Ο μονίμως άλουστος και φουλ αντιπαθητικός Χρίτο Στόϊτσκοφ, σημαδεύει σωστά, ο Ατματσίδης πέφτει σα σακί, 1-0. Η προσπάθειά μας να ισορροπήσουμε, άκρως αγχωτική. Ασύνδετοι, χωρίς αυτοπεποίθηση, δεν μπορούμε να βγάλουμε ούτε μία μπαλιά. Ο γίγας ο Ατματσίδης, έχει κόψει το τετ α τετ και ο Καλλιτζάκης ετοιμάζεται να διώξει μακριά, χωρίς λόγο πιάνει το πόδι του Κονσταντίνοφ και δεν τον αφήνει να κινηθεί προς τη μπάλα. Τέτοια αντίδραση τερματοφύλακα, ούτε στα χαλικόστρωτα γηπεδάκια, όταν χάναμε από κάτι ομάδες μεγαλύτερων 5-0 και ήμασταν τσαντισμένοι δεν έχω δει. Δεύτερο πέναλτυ, 2-0. Το τρίτο έρχεται μετά από 1-2 ανάμεσα από Κούλη Καραταίδη, Νιόπλια και Βάϊο Καραγιάννη που στέκουν σα ζαλισμένα ταγάρια, αφημένα στο λιβάδι, με πλασέ του καράφλα του Λέτσκοφ. Ο Ατματσίδης αποκρούει το φάουλ σαν τενίστας, στρώνοντας το 4-0 στον Μποριμίροφ. Απογοήτευση. Από μιάμισυ Χάϊνεκεν ο καθένας μόνο, αδύνατον να χωνέψουμε το ρεζίλι. Τί να το κάνω αυτό το Μουντιάλ; Καλύτερα να μην προκρινόμασταν ποτέ και να βλέπαμε μια χαρά τις άλλες ομάδες, όπως πάντα.
 

Στις 18 Ιουνίου, στο Giants Stadium στις κερκίδες υπερισχύουν οι Ιρλανδοί, στο ντέρμπυ των παροικιών του New Jersey, ένα event που από μόνο του θα μπορούσε να γεννήσει αρκετές ιστορίες για να γεμίσουν πάνω από μισό άλμπουμ του Bruce Springsteen. Με απογευματινό φραπέ φουλ στο παγάκι απολαμβάνω τη σύγκρουση δύο κόσμων, αποφασισμένος ότι το καλύτερο, όπως πάντα όταν αναμετρώνται δύο αδυναμίες μου, είναι ένα ξερό χινάρι. Ιταλία – Ιρλανδία έχουν ξανασυναντηθεί πριν τέσσερα χρόνια στα προημιτελικά, τότε που ο Σκιλάτσι σταμάτησε τη μεθυσμένη από την απρόσμενη επιτυχία διμοιρία του Τζάκυ Τσάρλτον. Μοράν, Πάτ Μπόνερ, Στηβ Στόουντον, Άντυ Τάουνσεντ και Ραίϋ Χάουτον είναι ξανά εδώ, τέσσερα χρόνια μετά – διότι ως γνωστόν, τα γνήσια Ιρλανδέζικα προϊόντα δεν γερνάνε, απλώς ωριμάζουν με το χρόνο. Οι Ατζούρρι του φωτογενικού Αρίγκο Σάκκι, του πρώην προπονητή της Μίλαν των Ολλανδών, στον οποίο θα ανήκε δια βίου, αν υπήρχε, το βραβείο «αρτιότερος σιτεμένος σβερκοχαιτάς», είναι φορτωμένοι τραυματισμούς και αμφισβήτηση από τον ιταλικό τύπο.
Μόλις στο δεκάλεπτο, ο Ραίϋ Χάουτον περιμαζεύει μια τζούφια κεφαλιά - απόκρουση του Μπαρέζι και πέντε μέτρα έξω από την περιοχή, πριν κανείς να καταλάβει τις προθέσεις του, με τη μπάλα να αναπηδά μπροστά του γυρίζει ενενήντα μοίρες κι εξαπολύει ένα πυραυλοκίνητο ψηλοκρεμαστό, που αφήνει τα καυσαέριά του σχεδόν ορατά πάνω από τους ανύποπτους Κοστακούρτα και Παλιούκα και καρφώνεται στα δίχτυα.
Ο Χάουτον μπήγεται στις αγκαλιές των συμπαικτών του που κοντεύουνε να βγούνε επί τόπου από τη φυσούνα να πάνε σε πάμπ να γίνουνε κωλοτρυπίδι, την ώρα που οι περισσότεροι από τους 75.000 στα τρία διαζώματα του Τζάϊαντς είναι προφανές ότι τελούν ήδη από ώρα σε ανάλογη κατάσταση.
 

25 Ιουνίου, με ανοιχτές τις σημειώσεις για τις εξετάσεις των «Ειδικών Θεμάτων Ποινικής Δικονομίας», ετοιμάζομαι να δω την αγαπημένη μου Αργεντινή. Μπορεί να μας ξέσκισε τα βάρδουλα, αλλά από από την ταξιαρχία των μπαλαδόμουτρων, με ηγέτη τον θεό επί της γης, μπορώ να το ανεχτώ. Δεύτερο παιχνίδι του ομίλου με τη Νιγηρία, που μετά το 3-0 επί της Βουλγαρίας έχει τρομοκρατήσει τους πάντες. Οι Αφρικάνοι στο ματς εκείνο το πρώτο, φοράγανε μια μυστήρια λευκή εμφάνιση με κάτι πράσινα σχεδιάκια στα σειρήτια και απαρτίζονταν από κάτι παίχτες νταμάργια, πολύ πιο υποψιασμένους απ’ τους χαρωπούς Καμερούνιους που θεωρούσαμε ως το ποδοσφαιρικό ταβάνι της μαύρης Αφρικής. Ειδικά αυτό το κτηνάρι ο σέντερ φορ, ο Ρασίντι ο Γιεκινί, που μπήκε με τη μπάλα στο τέρμα των Βουλγάρων κι έπαθε παράκρουση, έχωσε τις δαχτυλάρες του στα δίχτυα αδράχνοντάς τα σα γιακά μαλακιστηρίου που τόλμησε να πειράξει τη γκόμενά του και σε κατάσταση ένθεης μανίας αποδύθηκε σε μια ακατάληπτη ικεσία προς κάποια ανώτερη δύναμη, ήταν κάποια μορφή. Οι Νιγηριανοί προηγούνται 1-0 με ένα έξυπνο σκαφτό πάνω απ’ τον Ίσλας. Είναι τρομερά δυνατοί, κάνουν τα πάντα να φαίνονται αβίαστα και έχουν ονόματα που παραπέμπουν σε επιβλητικά τοτέμ αγνώστων φυλών - Αμοκάτσι, Αμουνίκε, Αντεπόγιου - που. Βέβαια, έναν υπερβολικό ενθουσιασμό που οδηγεί κάπου – καπου σε μια έλλειψη συγκέντρωσης, την έχουν. Είναι αυτή που κάνει τον γκολκήπερ τους με το ακατάλληλο για τη θέση του όνομα Πέτερ Ρουφάϊ να χάσει τη μπάλα μέσα απ΄τα χέρια, μετά τη βολίδα φάουλ του Μπατιστούτα, για νά’ ρθει το άτι ο Κανίγια και να μαχαιρώσει από κοντά.
Η Αργεντινή επιτίθεται μανιασμένα, ο Ντιέγκο, εντυπωσιακά
fit, τρομάζει και μόνο με την παρουσία του, για το απρόβλεπτο που είναι ανα πάσα στιγμή ικανός να διαπράξει.  Και το κάνει, λίγα λεπτά μόλις μετά το 1-1. Κοιτώντας αλλού, εκτελεί ένα φάουλ στρώνοντας τη μπάλα ίσια μπροστά στον Κανίγια, που μπαίνει στην περιοχή, παίρνει τα μέτρα του έντρομου Ρουφάϊ και πλασσάρει ψηλά και διαγώνια, μακριά από κει που μπορεί να φτάσει, όσο κι αν εκτιναχθεί. Το 2-1 μένει μέχρι το τέλος και η κάμερα παρακολουθεί το Μαραντόνα ν’ αποχωρεί αγκαζέ με μια νοσοκόμα, κατευθυνόμενος στο ουρητήριο του ντόπινγκ κοντρόλ, χαμογελώντας που δίδαξε πάλι σε όλον τον πλανήτη πώς είναι να έχεις γεμάτο σορτσάκι χωρίς να φοράς σπασουάρ.


 

Η Βραζιλία, σε όμιλο με Καμερούν, Ρωσία και Σουηδία, κατεβαίνει με ομάδα πλήρη σε δυσκοίλιες αμυντικόφατσες. Ζίνιο, Ντούνγκα, Μάουρο Σίλβα και ο παράδοξα χαμογελαστός αλλά σκληρός σαν Ιταλός στόπερ του ’82 Λεονάρντο αφήνουν μόνο τον πονηράντζα Μπεμπέτο και τον υπερφίαλο κοντοπ@ύτανο Ρομάριο να θυμίζουν την τέχνη που έχει συνδεθεί με την κίτρινη φανέλα. Χαρακτηριστικό γι’ αυτή τη διστακτική, βεβιασμένη Βραζιλία, ο Ραί, αδελφός του μεγάλου Σώκρατες, που φοράει το «10» ως αρχηγός, χωρίς να έχει ούτε το ένα δέκατο της κλάσης του τιτάνα αδερφού του. Καθαρίζουν πάντως εύκολα 2-0 την αποπροσανατολισμένη Ρωσία που έχει κατέβει χωρίς αξιώσεις και 3-0 το αφελέστατο Καμερούν χωρίς η απόδοσή τους να έχει καμία σχέση με τα 3-0 άλλων εποχών. Η εντελώς διαφορετική αντιμετώπισή τους στο παιχνίδι φανερώνεται κυρίως στο τελευταίο ματς του ομίλου με τους Σουηδούς, όπου έρχονται 1-1 και το κρατάνε, δείχνοντας ικανοποιημένοι. Οι Σουηδοί, από την άλλη, έχουν βάλει στο παιχνίδι τους πολύ περισσότερο χρώμα απ’ ότι η Σουηδία του Italia Novanta.
Ο 23χρονος μιγάς Χένρικ Λάρσον με το «7» και τη βαμμένη ξανθιά ράστα και ο 26χρονος με πατέρα Βενεζουελάνο Μάρτιν Νταλίν με το «10» πλαισιώνουν με ποικιλίες τον μπέϊμπυ φέϊς Τόμας Μπρολίν και το ντερέκι σέντερ φορ με το κούρεμα καπελλάκι, Κένετ Άντερσσον.
Στο μεταξύ, το να προσπαθήσεις να συνδυάσεις τακτική χωροχρονική συνάφεια με γυναίκα τις μέρες που μαίνεται Μουντιάλ είναι ένα λάθος στο οποίο πρέπει να υποπέσεις μικρός για ν’ αντιληφθείς αφενός το πραγματικό εύρος και βάθος των συνεπειών του, αφετέρου το συνολικώς μάταιον του πράγματος. Υποχρεώνομαι με μισή καρδιά να περιδιαβαίνω σε διάφορα καλοκαιρινά μπαράκια όπου ακούγεται διαρκώς το άθλιο φλωροκλαμπίστικο “Don’t Turn Around” των Ace Of Base. Στο τέλος, δεν αντέχω – είναι που χάνω και τα δυο ματς Η.Π.Α. – Ρουμανία και Κολομβία – Ελβετία – και της το πετάω : «Το ξέρεις ασφαλώς ότι αυτή τη μαλακία που ακούμε την έχει τραγουδήσει πρώτη η Tina Turner, έτσι; Πιο γνωστό βέβαια έγινε από τους Aswad». «...Ποιοί είναι οι Ασουάντ;». «Τίποτα, άσ’το να άει στο διάλο, να πούμε τίποτ΄ άλλο».
Χάνω κάποια ματς που το φυσάω και δεν κρυώνει, ας όψεται η ανάγκη της ομογενοποίησης, αυτό το «πού θα πάμε σήμερα μωρό μου», που μας έχουνε φορέσει καπέλο ο Μπίλυ Κρύσταλ κι η Μεγκ Ράϋαν, από τότε που ο Χάρρυ γνώρισε τη Σάλλυ. Μπορεί μεν στο κατά Ρούλα Κορομηλά πρωϊνάδικο ευαγγέλιο –το κρυφοβλέπουν όλες μεταξύ 20 και 25 κι ας μην το παραδέχονται – «ο αυθορμητισμός είναι βασικό σε μια σχέση», όμως σε μας τους βαμμένους Μουντιαλικούς, η ειλικρίνεια είναι απαγορευμένη, καθ΄ότι ικανή να επιφέρει διαλυτικές συνέπειες: «Πουθενά, μωρό μου και, να σου πώ, έχω πρόβλημα, γιατί την κάβα της γωνίας την έχω ρίξει έξω από μπυρόνια, η Πιτσαρία στην Αχαρνών αργεί τις παραγγελίες η γ@μημένη, αν δεν κάτσει παράταση θα φάω αύριο και στο μεταξύ αρχίζει το Ισπανία – Γερμανία σε δέκα λεπτά».
Ρουμάνοι και Βούλγαροι είναι μέχρι τώρα η κανονική εκδίκηση της γυφτιάς στο Μουντιάλ της μούρης και της πλησμονής. Οι πρώτοι, με οδηγό τον Γκεόργκι Χάτζι, τον κατά καιρούς «σίγουρο» για την Παιανία «Μαραντόνα των Βαλκανίων», έχουν αφαλοκόψει στην πρεμιέρα 3-1 τους πολλά βαρείς Κολομβιανούς, που έχουν κατέβει ως φαβορί των προγνωστικών, με την ελαφρώς μαραμένη πορτοκαλί αφάνα του Βαλντεράμα στα 34 της πια. Οι δεύτεροι έχουν την εκθαμβωτικά πιο αντιτουριστική αγέλη μούτρων που πρέπει νά’ χει κατέβει σε Μουντιάλ από καταβολής κόσμου. Αξύριστοι, άλουστοι, με χαίτες τσέλιγκα, ύφος αγενές απ’ την απόλυτη άγνοια των περιστάσεων, με τον αγροίκο τσαμπουκά του χωριαταραίου που μπήκε στο πάρτυ, κατάλαβε ότι μπορεί και να τον παίρνει να το χαλάσει, κι αρχίζει να κάνει χοντράδες για να την σπάσει σε όλους.

 

Αρχηγός των Βουλγάρων – που ακόμα κι η adidas στολή είναι σα να φωνάζει ότι θέλει να βγει από πάνω τους, είναι ο 28χρονος Χρίστο Στόϊτσκοφ της Μπαρσελόνα, μεγάλος αλήτης και μπαλαδόρος, με βαλκάνια κατατομή που μόνο για κομπάρσος στον «Καιρό των Τσιγγάνων» κάνει και υπαρχηγός του ο 27χρονος ξερακιανός με καράφλα εξηντάρη δεξιού ψάλτη Γιόρνταν Λέτσκοφ με το «9», που σε συνέντευξή του απέδωσε στις παρενέργειες της πρόωρης αλωπεκής στη ραδιενέργεια του Τσέρνομπιλ, 8 χρόνια πριν. Μετά από την πρώτη τους νίκη σε Μουντιάλ εναντίον μας με το εμφατικό 4-0, έχουνε πάρει αέρα.
 
Κρίσιμη καμπή όμως στο να ξεκινήσουν οι Βούλγαροι την “Vulgar Display Of Power” - παρεμπιπτόντως οι Pantera παρέμεναν το ίδιο και χειρώτερο Vulgarοι το ’94, έχοντας φτάσει, άκουσον – άκουσον, στο Νο 1 του Billboard με το cd που έδειχνε απ’ έξω ένα τρυπάνι να βγαίνει από ένα κρανίο -  διαδραμάτισε η σοκαριστική ανακοίνωση της 29ης Ιουνίου, που έκανε το γύρο του κόσμου: Ανιχνεύθηκαν απαγορευμένες ουσίες στα ούρα του Μαραντόνα και γι’ αυτό αποβάλλεται από το Μουντιάλ και τιμωρείται με 15μηνο αποκλεισιμό από τα γήπεδα. Εντάξει, το καταλάβαμε. Μετά τις δύο εμφανίσεις της Αργεντινής, κάποιοι αξιωματούχοι άρχισαν ν’ ανησυχούν κι ανοίξαν αμέσως το συρτάρι με τα αδιαμαρτύρητα γραμμάτια.
Συζητάμε στο «ΔΙΠΛΟ» με το Γιώργο, τον «Αιώνιο» -κάποτε είχε περάσει Φυσικό, πρέπει νά’ναι κοντά 30, μεροκάματα και μπάσο σε διάφορα πρότζεκτ που «δεν έχουνε γράψει ακόμα ούτε ντέμο», για την δημόσια καταγγελία του Μαραντόνα κατά του Ζοάο Χαβελάζε. Έβαλαν, λέει, επίτηδες άνθρωποι του Χαβελάνζε εφεδρίνη στο δείγμα του. «Δεν ξέρω, δεν μπορώ να ξέρω», λέει με ύφος επιθεωρητή Μονταλμπάνο σε πρες κόνφερανς για τον ασύλληπτο ακόμη σήριαλ κίλλερ. «…Αλλά αν ήξερε κάτι, δε θα πήγαινε χαμογελαστός για να δώσει τσίσα μετά από ματς που έδωσε δύο ασίστ. Με πιάνεις;».
 
Κυκλοφορώ Εξάρχεια γενικώς, μόνο που τις μέρες του Μουντιάλ το απογευματινό ματς το βλέπω συνήθως στο κονάκι μου δίπλα από το ανοιχτό παράθυρο, με τη δέουσα προσήλωση, ένεκα και τα διαβάσματα. Η αλήθεια είναι ότι από πλευράς νυχτερινών σκηνικών δε χάνω και τίποτα σπουδαίο. Κάτι “Mr. Jones” των Counting Crows και “Dreams” των Cranberries ακούγονται ανά τα μπαράκια του οιονεί παραλληλογράμμου μεταξύ Θεμιστοκλέους – Κωλλέτη – Ζωοδόχου Πηγής και Καλλιδρομίου. Το πιο αναγνωρίσιμο που θα πάρει τ’ αυτί μου είναι καμιά Melissa Etheridge, εν μέσω Pixies, Smashing Pumpkins και R.E.M.. Πάει καλά για κανα 15λεπτο, αλλά πέραν αυτού, δεν αντέχονται. Οι μουσικές αυτές οι καινούριες σα να προϋποθέτουν από τον ακροατή μια επιθυμητή αμφιταλάντευση χωρίς σκοπούμενο τέλος για το τί θέλει να κάνει στη ζωή του. Κορωνίδα των εναλλακτικών διεργασιών που αερίζονται στα ραδιοκύματα το ηττοπαθές, ανέμπνευστο και για κλωτσές “Loser” του Beck, που περνιέται και για πολύ ροκ. Γυρίζοντας σπίτι να δω το Μεξικό – Ιρλανδία αναρωτιέμαι αν είμαι ήδη εξόριστος στα 23. Έχεις πάρει πρέφα ρε μ@λ@κα ότι αυτή είναι η μουσική που φτιάχτηκε και αφορά τη γενιά σου; Με 2 γκολ του Λουίς Γκαρσία το Μεξικό παίρνει πολύτιμη νίκη, ενώ ο χασογκόλης Ώλντριτζ, ο πρώην της Λίβερπουλ – ακόμα παίζει αυτός; - μειώνει σε 2-1. Ο όμιλος έχει γίνει κουλουβάχατα, αφ’ ότου οι δυσκολοκατάβλητοι ξυλοκόποι Νορβηγοί κέρδισαν το Μεξικό, αλλά έχασαν από την Ιταλία. Το ηρωϊκό παιχνίδι των τελευταίων όλα για όλα, στο οποίο έπαιζαν με 10 από το 20΄, λόγω αποβολής του τερματοφύλακα Παλιούκα το βλέπω στην καφετέρια του Δομάζου στην Πλατεία Βικτωρίας, ανάμεσα σε λαό, με πρώτη θέση τον ίδιο τον ιδιοκτήτη και ένα μάτσο απόμαχους, ποιάς ομάδας δε γνωρίζω, ίσως και της ζωής.
Ο όμιλος με Ολλανδία, Βέλγιο, Σαουδική Αραβία και Μαρόκο μου είναι ο πιο αδιάφορος. Ποτέ δεν μ’ έχουν ψήσει οι ανιστόρητοι συνειρμοί που συνοδεύουν τους Ολλανδούς από δημοσιογράφους που δεν έχουν καν προλάβει τον Κρόϋφ και μιλάνε για τόταλ φούτμπωλ και παπαργιές. Εντελώς άλλος οργανισμός η Ολλανδία των εργαλείων Κούμαν, Μπέρκαμπ, των αδελφών Ντε Μπουρ, του Βίντερ και του Όφερμαρς σε σχέση με την ομάδα του ’74. Απορώ πώς δεν έχει βγει να το πει κάποιος. Είναι σα μια μικτή από τα δεύτερα Γαλλίας – Γερμανίας, χωρίς το φόβητρο Βαν Μπάστεν, που έχει πάρει γραμμή από τη Μίλαν να μη συμμετέχει, μπας και γιάνουν οι κατεστραμμένοι του αστράγαλοι. Τους έχω σιχαθεί ακόμη περισσότερο όταν στο πρώτο ματς έκαμψαν την αντίσταση των Σαουδαράβων στο τέλος με 2-1, πάνω που μύριζε μια ευχάριστη έκπληξη. Τα ματς του ομίλου έχουν επισημανθεί ως τα πλέον αναλώσιμα, πλην του τελευταίου.
Εκεί, εν μέσω επαναλήψεων για το Πανοπτικό του Μπένθαμ παρακολουθώ το δεκάρι των Αράβων να πιάνει ένα τρομερό σλάλομ, κουταίνοντας όποιον Βέλγο βρίσκει στο δρόμο του και να σκοράρει αλα Μαραντόνα. Τον λένε Οβαϊράν κι αν λεγόταν Οβανεϊρίνιο πάω στοίχημα ότι θα μνημομονευόταν για πάντα – έστω και με δυσκολία – από τον Μπάμπη Κουβαράκη.
 
Οι χόστηδες – όπως θα λέναν και στην Αστόρια- Αμερικάνοι με τις φυσφιριλέ φανέλλες με τα αστέρια καταφέρνουν τελικά να προκριθούν ως τρίτοι, μαζί με την άχρωμη Ελβετία και την ομάδα - έκπληξη Ρουμανία. Σταρ των Αμερικάνων ο σέντερ μπακ Αλέξι Λάλας, του οποίου το πλήρες όνομα είναι Παναγιώτης Αλεξάντερ Λάλας και είναι γιος έλληνα μετανάστη, μεγαλωμένος στο Μίτσιγκαν. Σταθερός και αξιόπιστος στα αμυντικά του καθήκοντά, με πορτοκαλί μαλλούρα και goatee φέρνει μια Alice In Chains αύρα χάρις την οποία ξεχωρίζει μακράν από όλους τους παίκτες του Μουντιάλ. Έχουν κι άλλους καλούς παίχτες, προγειωμένους και πειθαρχημένους, όπως ο Γουαϊνάλντα μπροστά, ο μέσος Κόμπι Τζόουνς με τα ράστα και ο επικός μουστακοχαιτάς αμυντικός Μαρσέλλο Μπαλμπόα.
Η υπέρβασή τους έγινε στο Ρόουζ Μπόουλ της Δυτικής Ακτής στις 22 Ιουνίου. Ο Εσκομπάρ έκοψε άτσαλα τη σέντρα του Χαρκς βάζοντας αυτογκόλ. Η κάμερα τον πιάνει αποκαμωμένο, να συνειδητοποιεί ότι βάζει τέλος στο ταξίδι της Κολομβίας στην Αμερική. Οι Αμερικάνοι, προσηλωμένοι βάζουν και δεύτερο όταν ο δημιουργικός τους μέσος, Ταμπ Ράμος, βρίσκει με μελεδάκι - τρύπα τον κρυφό τους επιθετικό και κείνος πλασσάρει τον Κολομβιάνο τερματοφύλακα.


 

Τέλη Ιουνίου, με τον πρώτο γύρο να τελειώνει. Έχω ξεμείνει χαράματα να γράφω εργασία στην Ποινική Δικονομία με θέμα «Λόγοι Απόλυτης Ακυρότητας του αρ. 171 Κ.Π.Δ.» - μην μπορώντας επ’ ουδενί να καταλάβω τί νόημα είχε ένα τόσο γενικό θέμα, αν όχι την αποδελτίωση νομολογίας για ένα πανεπιστημιακό εγχειρίδιο στο οποίο το όνομά μου, δε θα αναφερόταν ποτέ, ούτε καν στα liner notes. Όπως δεν έχει καμία απολύτως ουσία και το διαδικαστικό Ελλάδα – Νιγηρία. Σε μια απονενοημένη απόπειρα μπας και μειώσουμε την ξεφτίλα, ο Αλκέτας βάζει μπροστά τον Αλεξανδρή, που λέγεται ότι τον έχουμε πάρει εμείς μεταγραφή από την ΑΕΚ, αλλά λίγα πράματα. Ο Φίνιντι Τζωρτζ ζωγραφίζει σκάψιμο πάνω από τον αιωνίως άσημο γκολκήπερ Καρκαμάνη – τρεις διαφορετικοί γκολκήπερ, δεν ξανάγινε – πάνω που περιμέναμε να τελειώσει το ημίχρονο 0-0.
Κι ενώ φαίνεται ότι κρατάμε, περισσότερο από πείσμα κι όχι κατισχύοντας, η αξιοπρεπής μας ήττα με 1-0 φοράει μια οδυνηρή υπόμνηση, όταν στις καθυστερήσεις του αγώνα, ο Αμοκάτσι φυτεύει τη μπάλα στο γάμμα του Καρκαμάνη, επειδή έτσι το αποφάσισε, αφού απέφυγε το τάκλιν του Νιόπλια σαν ενοχλητική λακούβα και μέριασε τον Αλεξίου ανοίγοντας τη μπάλα με το εξωτερικό δεξί: είμαστε πολύ πίσω απ’ αυτό που λέμε ποδόσφαιρο επιπέδου Μουντιάλ. Δεν αξίζουμε να μπούμε σε κανένα χάϊλάϊτ που θα βλέπει τα επόμενα χρόνια ο φτωχός λαός της, για παράδειγμα, Μοζαμβίκης, στην τηλεόρασή του, περιμένοντας τα επόμενα Μουντιάλ.
Δε με νοιάζει που οι εφημερίδες έχουν πέσει να φάνει Αλκέτα και παίχτες, ούτε οι παγαποντιές που απ’ ό,τι φαίνεται δίνουν και παίρνουν επί έναν μήνα που η αποστολή βρίσκεται στην Αμερική. Τα διαβάζω κάθε μέρα από το «Έθνος» και το «Φίλαθλο», τις παίρνω και τις δύο από το νοτιοδυτικό περίπτερο της Πλατείας Βικτωρίας, με τη στωϊκά βαριεστημένη περιπτερού σε απόσταση αναπνοής από τον –φευ- άγνωστο ακόμη μεθυσμένο οδηγό Skoda που θα κινείται στην Αριστοτέλους. Δε με νοιάζει που αποκλειστήκαμε, με νοιάζει που οι παίχτες της νιότης μου ξεφτιλίστηκαν, από λόγους που δεν είμαι σίγουρος ότι αφορούν τους ίδιους και τις δυνατότητές τους.
Και ότι αυτό θα μείνει για πάντα γραμμένο στην ιστορία. Τουλάχιστον θα πάρουμε το Ρασίντι το Γιεκινί, παρηγοριέμαι μονολογώντας, έτοιμος να ξεράσω από τις φωτοτυπίες Ποινικών Χρονικών που με περιβάλλουν ως αμπρί, στοίβα από τη βιβλιοθήκη του Δικηγορικού Συλλόγου.
Μένουν τρία ακόμη μαθήματα για το τέλος του πρώτου έτους του Μεταπτυχιακού - ο δεύτερος χρόνος είναι η πτυχιακή - οπότε πολύ πιθανόν νά’ ναι αυτές οι τελευταίες ομαδικές γραπτές εξετάσεις που δίνω σε αίθουσα, περιμένοντας να με κρίνει κάποιος άγνωστος διορθωτής, πολύ πιθανόν βοηθός καθηγητή που θα έχει και άχτι να κρατήσει το επίπεδο του μεταπτυχιακού ψηλά, όχι βέβαια βάζοντας κάτω από τη βάση, αλλά γειώνοντας στο πέντε όποιον δεν είναι αρκούντως φωτοτυπικός προς το βιβλίο στις απαντήσεις του. Περισσότερο για να εντείνω το βαθμό συγκέντρωσης σ’ αυτή την τελευταία προσπάθεια, αποσύρομαι στα πιο ήσυχα χώματα του πατρικού για πέντε μέρες, μ’ ένα σακ βουαγιάζ εγχειρίδια και ένα καινούριο μαγιώ, για να δω με την ησυχία μου το γύρο των 16 και να ρίξω καμιά βουτιά. Στο Γερμανία – Βέλγιο, πέφτει η πρώτη διαιτητική μπιστολιά. Πέναλτυ για τους Βέλγους που δε σφυρίζεται ενώ το σκορ είναι 3-1 κι έχει ακόμη σχεδόν ένα ημίχρονο. Οι Κλίνζμαν και Φέλλερ, 30 ο πρώτος, 34 ο δεύτερος, βάζουν τα γκολ και δείχνουν ότι δύσκολα θα ξεμπερδέψουμε από τους φρίτσηδες, ακόμη και στην Αμερική. Πάντως η Γερμανία δείχνει λιγώτερο τρομακτική από ποτέ.
Στο βραδυνό ματς, το οποίο βλεπω σε σουβλακερί έμπλεος Χάϊνεκεν, η Ισπανία διαλύει την Ελβετία 3-0 με το νεαρό Λουίς Ενρίκε της Ρεάλ να είναι σαίτα σκέτη. Φτάνει όμως αυτός;
Βράδυ μετά από μακρύ απογευματινό μπάνιο και επιστροφή στο σπίτι με παγωμένη κοκα – κόλα στο χέρι, ίσα που προλαβαίνω να δω τους μονοκόμματους Σουδούς να καθαρίζουν με 3-1 τον συμπαθή, αλλά ξέπνοο Οβαϊράν και τους δικούς του, όμως το μεγάλο παιχνίδι γίνεται το βράδυ, Αργεντινή – Ρουμανία. Η εμφανώς τρακαρισμένη από την αποπομπή του Θεού Ντιέγκο Αργεντινή έχει βάλει τον 20χρονο Αριέλ Ορτέγκα της Ρίβερ Πλέίτ στη θέση του, κάτι ρηξικέλευθο ούτως ή άλλως, αλλά δεν έχει άλλον παίχτη που να μπορεί να κάνει το απρόβλεπτο. Ρεδόνδο, Μπασουάλδο και Σιμεόνε είναι για πιο πίσω και ο μικρός είναι πιο φορμαρισμένος από τον Ούγκο Πέρεζ, έρχεται από μια σαιζόν που πήρε πρωτάθλημα με την Ρίβερ και το αίμα του βράζει. Μπροστά οι Άμπελ Μπάλμπο και ο δυναμίτης Γκαμπριέλ Μπατιστούντα.
Οι Ρουμάνοι με Χάτζι και Φλορίν Ραντουτσόϊου της Μίλαν – ο μόνος παίχτης που δε μοιάζει για Ρουμάνος- δεν έχουν και τίποτα να χάσουν, όταν καταλαβαίνουν ότι τα πόδια των Αρχεντίνων δε στέκουνε καλά, μετά το αδιανόητο φάουλ - μπανάνα του Ιλίε Ντουμιτρέσκου. Ο μικρός ο Ορτέγκα κάνει μια τρομακτική κοφτή πάσα με το εξωτερικό, μπαίνει ο Μπατιστούτα, κάνει μισή ντρίπλα του Κρόϋφ πάνω στη γραμμή κι ο Προντάν τον ρίχνει. Πέναλτυ, 1-1 και δεν έχει συμπληρωθεί το 20λεπτο.
Ρίχνω με ευλάβεια την Κάϊζερ στο νεροπότηρο πού’ ναι πρόχειρο και πριν κατακάτσει ο αφρός, ο μαέστρος Χάτζι αναπτύσσεται από τα δεξιά σε αντεπίθεση και στην κατάλληλη στιγμή κάνει μια μπακντόρ προς τον Ντουμιτρέσκου που με πλασέ στην κίνηση προλαβαίνει τα μπακ της Αργεντινής. Δεν περιμένουν τέτοια ενέργεια από έναν τύπο που κινείται πιο αργά -αλλά σκέφτεται τρεις φάσεις πιο μπροστά - απ’ αυτούς, η μπάλα βασανιστικά δίπλα απ’ το δοκάρι και 2-1. Με ζώνουν τα φίδια. Δεν έχει περάσει ένα τέταρτο στο δεύτερο ημίχρονο, όταν οι Ρουμάνοι κόβουν την επίθεση των Αρχεντίνων έξω απ’ την περιοχή και με δυό πάσες βγαίνουν στην αντεπίθεση. Αυτή τη φορά, ο σκόρερ των δύο πρώτων, σερβίρει στο μαέστρο Χάτζι που έρχεται με φόρα από τα δεξιά, ενώ Σενσίνι και Τσαμότ δεν έχουν ξελαχανιάσει ακόμα. 3-1. Ανήμποροι, μπλοκαρισμένοι και τελικά αποδεχόμενοι την κακιά την τύχη και το λεκέ των ούρων του αρχηγού τους, οι δικοί μου μειώνουν με τον Μπάλμπο, αλλά είναι αργά. Η Αργεντινή αποκλείεται. Ψάχνω να βρω ποιόν θα υποστηρίξω πια, είναι τρομερό.
 

Η αίσθηση του ότι μία - μία αποκλείονται οι ομάδες που μου δίνουν ερείσματα για ταύτιση γίνεται εντονώτερη όταν την άλλη μέρα η Ολλανδία ρίχνει δύο στην Ιρλανδία. Ο ήρωας του Νοβάντα Πάκι Μπόννερ χάνει τη μπάλα μέσα από τα χέρια του στο σουτ του Βιμ Ντε Γιονκ, χωρίς οι υπόλοιποι να μπορούν αυτή τη φορά να ανταποδώσουν. Οι Μεξικάνοι, παρ’ ότι τους παρακολουθούν πάνω από 70.000 δικοί τους στο Τζάϊαντς Στάντιουμ, υποκύπτουν κι αυτό. Σε ποιούς; Στους άλουστους. Στην αρχή ο Στόϊτσκοφ κάνει το 1-0 σε μια αντεπίθεση με θρασύ σουτ πάνω απ’ τον Χόρχε Κάμπος και στη συνέχεια, ενώ το ματς πάει παράταση, αναλαμβάνει ο περουκοφόρος γκολκήπερ Μιχαήλοφ, ίδιος με το συμφοιτητή μου τον Αργύρη απ’ τον Πύργο, τουλάχιστον σε χρώμα, σύνθεση δέρματος και απροσδιόριστης ηλικίας άτριχο μαγουλάκι. Πιάνει τρία πέναλτυ και οι Βούλγαροι, ποιοί οι Βούλγαροι, που εμείς τους κάναμε μάγκες, είναι στους 8. Κάπου το πράμα αρχίζει να γίνεται υπερβολικά κακόγουστο. Με ποιόν θα είμαι, ρε;
Μα, με την Ιταλία. Οι Νιγηριανοί προηγούνται με ένα αριστερό πλασεδάκι του Αμουνίκε, μετά από στραβοκλωτσιά του Μαλντίνι σε κόρνερ του Ζωρζ Φίνιντι. Ο Σάκι έχει μια ομάδα που η εγκεφαλικότητά της δεν κατορθώνει να μετουσιωθεί σε υπεροχή και σκορ, για λόγους που πάνω στο χορτάρι μας διαφεύγουν. Βγάζει τον αρχισκόρερ του ιταλικού πρωταθλήματος Σινιόρι που έχει γίνει χειροποίητη αραβική πίττα ανάμεσα από τα νταμάρια των Νιγηριανών και βάζει στο 60τοσο τον ανακατωσούρα και τσαμπουκά Τζανφράνκο Τζόλα.
Ο οποίος, ρίχνει κάτι κλωτσές και αποβάλλεται, ούτε δέκα λεπτά αφ’ ότου μπήκε. Σα να μη φτάνει αυτό, ο δικός μας πλέον, τονε βλέπω με το 9 στην καινούρια σύνθεση του Θρύλου, Ρασίντι Γιεκινί, πάει να ξεφύγει από τον Μαλντίνι, κι ο Ιταλός αρχηγός του κλειδώνει το χέρι και τον κουτρουβαλιάζει έξω από την περιοχή. Γλυτώνει μόνο με κίτρινη, σε μια προσπάθεια του Σύριου διαιτητή να μη γείρει την πλάστιγγα με δεύτερη κόκκινη. Είναι καταφανής αδικία, για να μείνει στο παιχνίδι η Ιταλία. Και μένει. Δύο λεπτά πριν το τέλος, ο ιερός κοτσιδάκιας, ο Ρομπέρτο Μπάτζο δέχεται παράλληλη πάσα απ’ τον προωθημένο Μούσι και μ’ ένα συρτό, ισοφαρίζει πανηγυρίζοντας έξαλλα. Παράταση. Στα μισά του πρώτου ημιχρόνου, ο Μπενναρίβο γκρεμίζεται άτσαλα από το Νιγηριανό μπακ, αφού πρώτα έχει πάρει το μελεδάκι μέσα στην περιοχή κι έχει επίτηδες φρενάρει. Πέναλτυ για την Ιταλία και ο Μπάτζο γράφει το 2-1. Είναι πλέον ο σταρ του Μουντιάλ, μαζί με τον Ρομάριο.  
 


Ανήμερα της 4ης Ιουλίου, οι οικοδεσπότες αντιμετωπίζουν τη Βραζιλία μπροστά σε μια κερκίδα πλήρη εθνικοφρόνου Ντίσνεϋλαντ. Η αμυντικογενής Βραζιλία δυσκολεύεται. Τόσο, που ο αμυντικός μέσος Λεονάρντο, ένας από τους λίγους λευκούς της σελεσάο, βαράει αγκωνιά στον Ταμπ Ράμος και τον στρώνει κάτω. Τον παίρνουν με το φορείο, κόκκινη ο Λεονάρντο. Πρέπει να φτάσει το τελευταίο δεκάλεπτο και ο Ρομάριο να χάσει από υπεράνεση μια ακόμη ευκαιρία σε σχεδόν κενό τέρμα, για να έρθει το χειρουργικό πλασέ με το εσωτερικό του -μισού στο μάτι, γεμάτου στο πλασέ- Μπεμπέτο για να δώσει τη λύση.
9 Ιουλίου και μένουν οι τελευταίοι 8. Με χίλιες δυό δικαιολογίες – διάβασμα για τις εξετάσεις, άγχος και μετρημένα φράγκα (έρχεται κι ο B.B. King στο Λυκαβηττό στα τέλη του μήνα), της κλείνω το τηλέφωνο ανακουφισμενος που καταφέρνω να μείνω σπίτι για να δω Ιταλία – Ισπανία για τους οκτώ. Κλειστό παιχνίδι, με την Ιταλία να καιροφυλακτεί και την Ισπανία να έχει κάπως περισσότερη αποφασιστικότητα.
Το σκορ ανοίγει με βολίδα του Ντίνο Μπάτζιο έξω απ’ την περιοχή, αλλά στο δεύτερο ημίχρονο μια παράλληλη κίνηση φέρνει στο ύψος της περιοχής τον Καμινέρο, που εκτελεί τον Παλιούκα.  Λίγο πριν το τέλος, ο Χούλιο Σαλίνας χάνει τρομακτικό τετ α τετ, μην μπορώντας να διαχειριστεί την ιστορικότητα της στιγμής μπροστά από το ιταλικό τέρμα. Καραβολίδα του Ιέρο από πολύ μακριά, φέρνει τον Ιταλό κήπερ να αποκρούει για μια ακόμη φορά σωτήρια. Κι ενώ φαίνεται ότι θα πάμε παράταση, με δύο κάθετες ανάμεσα από τις αραιωμένες ισπανικές γραμμές οι Ιταλοί φτάνουν στη σέντρα. Η τρίτη από τον Νικόλα Μπέρτι πού’χει μπει αλλαγή, βρίσκει τον Μπέπε Σινιόρι μόνο του με δύο απ’ τους Ισπανούς αμυντικούς να επιστρέφουν σαν τρελλοί.
Με τον έναν νά’ ρχεται να πέφτει πάνω του, ο Σινιόρ, μόλις πριν κατεδαφιστεί, γυρίζει δεξιά ψηλοκρεμαστά, εκεί που κινείται μόνος ο Ρομπέρτο Μπάτζο. Αποφεύγει με ρεπερτοριακό σπάσιμο μέσης τον Θουμπιθαρέτα και πλασσάρει από πλάγια στο 88’. Η Ιταλία είναι στα ημιτελικά. Είναι το Μουντιάλ του Μπάτζο. Ένας μόνος του, σαν από μηχανή θεός. Έστω, από μηχανής Βούδας, μιας και δηλώνει βουδιστής.
 

Λόγω της διαφοράς ώρας, πριν προλάβει καλά - καλά να τελειώσει ο ένας προημιτελικός, αρχίζει ο επόμενος, όπου η Βραζιλία συναντιέται με την Ολλανδία στο Κόττον Μπόουλ του Ντάλλας. Κανείς τους δε μ’ έχει πείσει. Η Βραζιλία μοιάζει να έχει φτάσει εκεί άκοπα, δεν έχει καμία σχέση με τις φαντεζί παραστάσεις του παρελθόντος, που μάταια περιμένουμε να ζωντανέψουν αγώνα μετά τον αγώνα. Όταν ένα τέταρτο μετά την έναρξη του δεύτερου ημιχρόνου ο Μπεμπέτο φεύγει μόνος στην αντεπίθεση, περνάει τον χοντρό Ολλανδό τερματοφύλακα με το μπυρόβιο μουστάκι και κάνει το 2-0, φεύγοντας χεσμένος απ’ την χαρά στο κόρνερ για να κάνει τον πανηγυρισμό της κούνιας με τα δυό του χέρια, αυτόν που από την επόμενη χρονιά είχαν by default όλα τα ποδοσφαιράδικα της Τζωρτζ, όποια ομάδα κι αν έπαιρνες, το πράγμα ήταν ξεκάθαρο.
Όμως, η επιθετική δυσκοιλιότητα και η αγωνία για το αποτέλεσμα που διακατέχει τους Βραζιλιάνους τους κάνει να οπισθοχωρούν. Οι Ολλανδοί μειώνουν με τον άκαμπτο σαν παγοκολώνα Μπέρκαμπ και με κοντινή κεφαλιά ενός από τους δεκάδες μαυρούκους που βγήκαν απ’ τον Άγιαξ, του Άαρον Βίντερ, ισοφαρίζουν, κανά τέταρτο πριν το τέλος. Έχει ήδη γίνει της Αργεντινής – Γερμανίας του ’86 το κάγκελο, οι Βραζιλιάνοι θα την πατήσουνε, θα φάνε και τρίτο, τά’ χουνε παίξει απ’ το άγχος, πανικός.
Ώσπου ο 30χρονος Μπράνκο, στο τρίτο του Μουντιάλ, στη δεύτερη μόλις συμμετοχή του στην Αμερική, στη θέση του Λεονάρντο, στήνει τη μπάλλα να εκτελέσει ένα φάουλ σαράντα μέτρα μακριά απ’ το Ολλανδέζικο τέρμα. Έχει δυνατά πόδια, αλλά κανείς δεν περιμένει τον απεγνωσμένο συρτό κεραυνό που θα εξαπολύσει, ο οποίος θα καρφωθεί στην αριστερή κάτω γωνία. Πρόκειται για καταφανή θεϊκή παρέμβαση. Ο άνθρωπος δεν ήταν καν βασικός. Δεν το απαιτούσε η στιγμή. Ερχόταν παράταση και το ζητούμενο ήταν οι Βραζιλιάνοι να μην καταρρεύσουν και φάνε το τρίτο. Κι όμως, τί Μπεμπέτο και Ρομάριο, εκείνος έγινε ο φορέας της πολυπόθητης πρόκρισης. Της πρώτης σε ημιτελικά μετά το 1970, αν τα βάλεις κάτω καλά - καλά.
Με Ιταλία και Βραζιλία στους 4, δεν έχω καμία όρεξη να δω τους Βούλγαρους με τους Γερμανούς. Για να ρεφάρω από τις τόσες απουσίες, βγαίνω Νέα Σμύρνη μαζί της στην πλατεία. Όμως, παντού στα καφέ τηλεοράσεις, με πιάνει ότι έχω αλλού το μυαλό μου κι αρχίζουν τα μούτρα, τα Κάμελ ν’ ανάβουν απανωτά κι όλο «τί έχεις;», «τίποτα».
Τουλάχιστον ο καράφλας ο Γιόρνταν Λέτσκοφ με κεφαλιά στέλνει τα γερμανά στον άλλο κόσμο, ισοφαρίζοντας το δικό μου ισοζύγιο της βραδιάς, που κατέγραψε κατά τ’ άλλα ήττα οικτρά. Επιστρέφω Βικτώρια με ταξί και προλαβαίνω το δεύτερο ημίχρονο του Ρουμανία – Σουηδία. Σ’ ένα αγωνιώδες αλλά άχαρο παιχνίδι, στο οποίο συνειδητοποιώ ότι δεν έχω λόγο να ταυτιστώ με κανέναν, ο Φλορίν Ραντουτσόϊου δείχνει ακαριαίος, αλλά το ντερέκι ο Άντερσον ισοφαρίζει και πάνε πέναλτυ. Εκεί, ο Τόμας ο Ραβέλλι, ο Σουηδός καραφλογέροντας, που τον θυμάμαι λόγω ονόματος – τί Ραβέλλι, τί τραβέλι- από τότε που η Έστερ εγκαινίασε το Ολυμπιακό  Στάδιο στον πρώτο γύρο του Πρωταθλητριών το ’82 – τότε είχε μαζέψει δύο φορές τη μπάλα απ’ τα δίχτυα, από Αναστό΄΄ - Κοκολάκη - πιάνει δύο πέναλτυ και οι Ρουμάνοι αποκλείονται. Χωρίς να έχουν παίξει τίποτε ιδιαίτερο, οι Σουηδοί είναι στους τέσσερις και θα παίξουν με τη Βραζιλία για μια θέση στον τελικό.
Ακολουθούν οι δύο τελευταίες μέρες διαβάσματος για τις εξετάσεις του Μεταπτυχιακού. Δίνουμε Τετάρτη 13 Ιουλίου, τρεις με πέντε το απόγευμα, στο κτίριο Κωστή Παλαμά. Αμέσως μετά, καθώς είναι το τελευταίο μάθημα, όλο το έτος φεύγει καραβάνι για ταβέρνα στην Άνοιξη, μαζί με δύο από τους καθηγητές. Ακολουθώ απρόθυμα, περισσότερο επειδή δε θέλω να φανώ ακατάδεχτος. Ξεπερνάω το γεγονός ότι περιστοιχίζομαι από τύπους που είναι πολύ πιο μεγάλοι και ήδη επαγγελματίες:
δικαστές, δικηγόρους, εισαγγελείς, μόνο δύο από τους είκοσι είναι ασκουμενάκια όπως εγώ. Φιλοφρονήσεις στον πληθυντικό και τζάμπα χαμόγελα, που στ’ αυτιά μου ηχούν επικίνδυνα κοντά στο επάρατο γλύψιμο προς τους δύο καθηγητές, με οδηγούν σύντομα στο να πάρω το κρασί μου και να ρωτήσω τον μαγαζάτορα πού είναι κρυμμένη η τηλεόραση.
Γιατί φυσικά υπάρχει. Στη σάλα της ταβέρνας, δύο γυμνασιόπαιδα κι ένας σιωπηλός μπεκρής με μουστάκι γκαούτσο, βοηθός στα του μαγαζού, παρακολουθούν μαζί μου το Ιταλία – Βουλγαρία. Ο Μπάτζο έχει γίνει πλέον ένας παγκόσμιος μάγος. Με το κοτσιδάκι, το συνοφρυωμένο βλέμμα και το προσεκτικά κουρεμένο μουσάκι, τις δηλώσεις της Μαντόνα ότι «αυτόν τον θέλει στο κρεββάτι της», την οξυδέρκεια ενός πραγματικού σταρ μέσα στο γήπεδο, ικανός να βλέπει πού και πώς θα αιφνιδιάσει, είναι ο άνθρωπος του Μουντιάλ.
Ο «Μικρός Βούδας», κατά το δημοσιογραφικό προσωνύμιο, με μοναδική άνεση βάζει δύο μέσα σε τέσσερα λεπτά, με τους ακούρευτους Βούλγαρους να μην μπορούν να τον πλησιάσουν καν και τον Στόϊτσκοφ να κατεβάζει καντήλια συνέχεια.
Μειώνει με πέναλτυ σε 2-1 πριν το ημίχρονο, αλλά δεν πιστεύω ότι τίποτε θ’ αλλάξει. Μπαινοβγαίνω στη σάλα της ταβέρνας για ξεκάρφωμα, κάποιοι από τους μεταπτυχιακούς, απασχολημένοι να πείσουν τους καθηγητές ότι «χρειάζονται το δεκάρι γιατί θα παίξει ρόλο στις δουλειές τους» με ρωτάν και για το σκορ, όμως για να δείξουν ότι ξέρουνε, όχι επειδή σκαμπάζουν στο ελάχιστο. Προς το τέλος του αγώνα, ο μπέκρας βγάζει ένα μουγκρητό πόνου όταν ο διαιτητής δε δίνει πέναλτυ στον Στόϊτσκοφ. Είπαμε, εκπλήξεις, αλλά όχι και να πάνε οι Βούλγαροι στον τελικό.


Αργά το βράδυ προλαβαίνω το τελευταίο εικοσάλεπτο του δεύτερου ημιτελικού, Βραζιλία – Σουηδία, με τους Βραζιλιάνους πάλι με τα μπλε. Η κεφαλιά του Ρομάριο από κοντά, σκαστή και βασισμένη στο ότι οι δύο σέντερ μπακ φρουροί του έχασαν την κεφαλιά, κάνει το 1-0, που σα νά 'χει προεξοφληθεί. Τελικός Βραζιλία – Ιταλία. Κι αυτός ένας τελικός σα χρωστούμενος από χρόνια παλιά.
Απογευματάκι 17 Ιουλίου, έχω αποφασίσει ότι θέλω κάτι διαφορετικό για τον τελικό αυτόν, κάθε τέσσερα χρόνια έρχεται που να πάρει.
Με τις εξετάσεις του να έχουν τελειώσει, έχω κατέβει πάλι στα πάτρια για μία βδομάδα. Αποφεύγω προτάσεις φίλων για να δουμε μαζί τον τελικό και καταφεύγω για δεύτερη μέρα σερί στο γωνιακό καφέ ακριβώς πάνω απ’ τη θάλασσα, στη βορινή γωνιά της πόλης.
Εκεί όπου έχουν πνιγεί στη θαλπωρή του Μάρλμπορο πολλά μοναχικά σαββατόβραδα, που έχουν γεμίσει αλμύρα πάνω στα μαρμάρινα σκαλάκια της εισόδου με μπύρες στο χέρι αντίστοιχα καλοκαιρινά, που έχουν ψηθεί μέχρι να γίνουν παρανάλωμα παράνομα και παράφορα ειδύλλια, που έχουν συμπηχθεί μεθυσμένες αντροπαρέες χαμένες στις στροφές του χρόνου, που έχουν φτιαχτεί γκρουπάκια που παίζαν το “Sultans Of Swing” καλύτερα κι απ’ τους γεννήτορές του.
Περνάω την ανοιχτή πόρτα του “Bistrot” μισή ώρα πριν την έναρξη του τελικού, για να πιάσω σκαμπώ νωρίς, ημιόρθιος στην περιφερειακή γεισόμπαρα που βλέπει στα δεξιά την ταπεινή παραλία με το χοντρό βότσαλο κι ευθεία μπροστά, πάνω απ’ την ελαφριά καμάρα που χωρίζει το κυρίως μπαρ απ’ τα ιδιαίτερα, την τηλεόραση, μια χοντρούλα Sony επαρκούς ευκρίνειας. Με το ηλιοβασίλεμα να υπόσχεται κατά το ημίχρονο διάθλαση από ωραία χρώματα στον ορίζοντα, περιστοιχίζομαι, λεπτό το λεπτό, από πρώην ποδοσφαιρόφατσες τα οκκάς, θαμώνες με μάτια σκαμμένα και προικίλια δουλεμένα απ’ τα βράδια στην ίδια εκείνη μπάρα κι από πιτσιρικάδες πού’χουν σκάσει μύτη για το χάζι. 


 

Το κοινό είναι μοιρασμένο, οι ευκαιρίες στο ματς λιγοστές. Ο ήλιος που εδώ δύει, εκεί καίει. Οι σταγόνες ιδρώτα κυλάνε στα πρόσωπα των παικτών και αναδεικνύει στις φανέλλες της Ιταλίας το τέλειο γαλάζιο. Ο Παλιούκα φιλάει το δοκάρι, που τον έσωσε αφού ένα σουτ πήγε να του φύγει απ τα χέρια. Ο Ρομάριο είναι ανεξήγητα άστοχος σε κείνο το πλασέ εξ επαφής. Ο τελικός έχει την αγωνία υποχρεωτικής γυμναστικής επίδειξης στο λιοπύρι, χωρίς εμπνεύσεις, με πολλή προφύλαξη κι εσωστρέφεια. Λίγο πριν ξεκινήσουν τα πέναλτυ, σκέφτομαι, δε θέλω να το πάρει καμία ομάδα. Πρέπει να επαναληφθεί ο τελικός. Όλος. Ή έστω να παίξουν τρεις και όποιος πάρει τους δύο, όπως στο μπάσκετ. Ο Μπαρέζι μοιάζει εκατό χρονών.
Τί στο διάολο χρωστάω, θα σκέφτεται, η μεγαλύτερη στιγμή της ζωής μου να είναι στα τριανταφεύγα μου, κάτω από λιοπύρι; Ο Μάρτσο Σάντος δεν αξίζει που θα τον γράψει η ιστορία. Ο Μασσάρο είναι απρόσεκτος. Ο ήρωας Μπάτζο πλησιάζει. Αν το βάλει, και πάλι, θα πρέπει το τελευταίο βραζιλιάνικο πέναλτυ να αποκρουστεί για να έρθουν στα ίσα. Το στέλνει ψηλά, άουτ.
Η κάμερα καρφώνεται στην πλάτη του. Οι νικητές Βραζιλιάνοι πανηγυρίζουν, ο Ρομάριο σκεπασμένος με τη βραζιλιάνικη σημαία ζει τη μέρα της ζωής του. Δε δείχνει να τον ενδιαφέρει το πώς ήρθε αυτή τη νίκη, αρκεί που ήρθε, έστω από την κούραση και τα πονεμένα πόδια των μεγάλων αντιπάλων. Ενάμιση μήνα πριν, στην Ίμολα έχει σκοτωθεί ο μεγάλος Άϋρτον Σέννα και η Βραζιλία απλώνει ένα τεράστιο πανώ που του το αφιερώνει. Πάντα σημαντικό ως χώρα να τιμάς τους νεκρούς σου. Μήπως όμως το ίδιο δεν άξιζε και ο κακόμοιρος Αντρές Εσκομπάρ, ο πραγματικός μάρτυρας αυτού του Παγκοσμίου Κυπέλλου; Στις 2 Ιουλίου τον πυροβόλησαν έξι φορές και τον άφησαν να πεθάνει από αιμορραγία έξω από ένα μπαρ στο Μεντεγίν.
Δράστης ένας μπράβος των καρτέλ της κοκαΐνης, που την επόμενη μέρα, ως εκ θαύματος, συνελήφθη και ομολόγησε. Οι σφαίρες της Κολομβιανής μαφίας - ποιός ξέρει πόσο μαύρο χρήμα είχε ρεύσει στο παράνομο στοίχημα – για πρώτη φορά αποκάλυπταν ότι κάτι πολύ σκοτεινό μπορεί να βρίσκεται πίσω από μια «περήφανη» νίκη ή μια απρόσμενη ήττα σ’ αυτό που μας σερβιριζόταν ως η περίφημη «γιορτή του ποδοσφαίρου».
 
 
 
Πίνω τη μπύρα μου και βγαίνω στην άπνοια του βραδιού, με τη θάλασσα λάδι και μια ακατάταχτη διάθεση για τσάρκα κι όπου με βγάλει. Οι ήρωες και οι οι μοιραίοι είναι το ίδιο πράγμα. Ποιος αποφασίζει πού θα κάτσει το νόμισμα; Ποιες δυνάμεις αποφασίζουν για το πώς θα σε θυμούνται;
Η κορυφή είναι αυτοσκοπός; Τί συνεπάγεται και τί απηχεί το να γίνεις πρώτος; Έχει να κάνει με το πόσο έχεις δουλέψει; Το πόσο το πιστεύεις, όπως ο Μπράνκο; Το να μην το βάζεις κάτω όπως ο Ρομάριο; Το να έχεις τα ούμπαλα να πεις «όλοι σας και μόνος μου», όπως ο Στόϊτσκοφ; Είναι μήπως τυχαίο;
Οφείλεται σε παράγοντες όπως η κόπωση του Μπάτζο, η σχολαστικότητα του Σεννα, ή η υπερπροσπάθεια του Εσκομπάρ, που πολλές φορές φέρνουν το αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα; Μέχρι το επόμενο Μουντιάλ, που μοιάζει έναν αιώνα μακριά, δε μπορεί, θα τις έχω πλησιάσει κάπως αυτές τις απαντήσεις. Αλίμονο, δεν μπορεί, θά’ μαι κοντά στα 30.

 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Rocktime Songs