Van Halen ’88: Oh ! You ate one, too (αλλά κρατάει για πάντα).
Πέμπτη

5Ιούλ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ : Το ηλιόλουστο ανοιξιάτικο απόγευμα μπαίνει από τις κρυστάλλινες μπαλκονόπορτες του καθιστικού μαζί με την αύρα του Ειρηνικού.
Η παραθαλάσσια έπαυλη στα βόρεια του Malibu είναι το μέρος όπου περνά τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο του ο 33χρονος Eddie Van Halen με την από επταετίας σύζυγό του, την ημιαναγνωρίσιμη ηθοποιό sitcom Valerie Bertinelli. Στον τοίχο πάνω από το ξύλινο μπαρ δεσπόζει μια σειρά από χρυσούς και πλατινένιους δίσκους, μαζί με καδραρισμένα εξώφυλλα περιοδικών, από το “Rolling Stone” και το “Guitar World” μέχρι το “People” και το “Lovebook”, όπου φιγουράρει τόσο εκείνος, όσο και οι δύο μαζί.
Πάνω στο λουστραρισμένο πάτωμα τέσσερα μικρά γατάκια γυροφέρνουν πιάτα με γατοτροφή. Από τ
a στερεοφωνικό ακούγεται το πρόγραμμα ροής του “KROQ”.
Ο Eddie χαμηλώνει με τηλεκοντρόλ την ένταση κι ετοιμάζεται να δώσει την πρώτη του μεγάλη συνέντευξη μετά από περίπου ενάμισυ χρόνο. Είναι Μάϊος του ’88 και το καινούριο άλμπουμ των Van Halen, το δεύτερο της μετά-Roth εποχής, κυκλοφορεί επίσημα σε λίγες μέρες.
Η Valerie σερβίρει στο σύζυγό της και στον επιτετραμμένο του “Rolling Stone” παγωμένο τσάϊ. Όταν ο τελευταίος πατά στο δημοσιογραφικό του κασσετόφωνο το “Rec.”, εκείνη οπισθοχωρεί διακριτικά στο καθιστικό παίζοντας με τα γατάκια, ενώ ο Eddie, που μόλις έχει βγει από το μπάνιο, μετά από μιάμιση ώρα εκγύμνασης με τον προσωπικό του trainer, με την πετσέτα ακόμη διπλωμένη στο λαιμό του, βολεύεται στον αχανή εκρού καναπέ, παίρνει την πρώτη ρουφηξιά από το γεμάτο παγάκια, μέντα και λάϊμ κολωνάτο ποτήρι κι ανάβει τσιγάρο. Είναι από τους ελάχιστους μουσικούς που ενώ μιλούν άνετα για τα προσωπικά τους, νιώθουν από άβολα ως αμήχανα όταν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις μουσικές τους επιδόσεις. Ακούγεται ήρεμος, χαμηλόφωνος, ελεγχόμενα εξομολογητικός. Έχει κλείσει έναν ολόκληρο χρόνο καθαρός τον περασμένο Απρίλιο.  
«Δεν γίνεται προσπαθήσεις να καθαρίσεις για χάρη κάποιου άλλου, όσο σημαντικός κι αν είναι, γι’ αυτό είμαι πια βέβαιος. Τον προπερασμένο Δεκέμβριο πέθανε πατέρας μου. Προβλήματα από το ποτό. Πριν πεθάνει, μου ζήτησε να σταματήσω να πίνω, όπως και να παίρνω τα άλλα. Προσπάθησα λοιπόν να τα κόψω όλα, να το κάνω στη μνήμη του. Προσπάθησα να το κάνω για τη γυναίκα μου, για τον αδελφό μου. Δεν τα κατάφερα. Μόλις βγήκα από την “Betty Ford”, πήγα κατευθείαν κι έγινα λιώμα. Πήρα μάλιστα και κλήση από την τροχαία, καθώς μ’ έπιασαν να οδηγώ μεθυσμένος τη μοτοσυκλέτα μου.
Ήμουν πεπεισμένος ότι δε γινόταν τίποτε, ώσπου το μυαλό μου πήρε ανάποδη στροφή, λίγο καιρό μετά. Ήταν τότε που βρεθήκαμε με την Valerie στο Turtle Island της Αυστραλίας γιορτάζοντας την 7η επέτειο από τη γνωριμία μας. Με τσίμπησε ένα περίεργο είδος κουνουπιού κι ανέβασα έναν επίμονο τροπικό πυρετό. Αμέσως μόλις επέστρεψα, μπήκα στο δημόσιο Ιατρικό Κέντρο CedarSinai. Ενώ νοσηλευόμουν, μου κόλλησε η ιδέα πώς θά’ ταν να διακομιστώ εκεί με τερματικά προβλήματα στο συκώτι από το ποτό, όπως ο γέρος μου. Ήταν μια έμμονη ιδέα που με τάραξε, μ’ έκανε να ξυπνήσω».

 


«Το ν’ ανέβω πάνω στη σκηνή καθαρός θα είναι μια ενδιαφέρουσα εμπειρία Στην πραγματικότητα, τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής μου ποτέ δεν έχω παίξει χωρίς να έχω πιεί ή πάρει κάτι πιο πριν. Όλο το 24ωρο είχα κοντά μου ένα τασάκι με πάνω του ένα τσιγάρο αναμμένο. Πριν καλά – καλά ξυπνήσω και βάλω ο,τιδήποτε στο στόμα μου, άνοιγα την πρώτη μπύρα. Για να πώ την αλήθεια, θέλει κάποιο χρόνο για να συνηθίσεις στην άλλη κατάσταση. Νιώθεις ότι κάτι σου λείπει. Αλλά αφού μπορεί να το κάνει ο αδελφός μου ο Alex, μπορώ κι εγώ. Από τη στιγμή που εκείνος το αποφάσισε, το πράγμα έγινε μέσα μου πιο ξεκάθαρο. Ο Mike και ο Sammy δεν πίνουν και τόσο, τέλος πάντων όχι σαν αλκοολικοί. Οπότε μου ήρθε κάπως εύκολο σ’ αυτή την περιοδεία που ξεκινά τον επόμενο μήνα να ζητήσω να μην έχουμε καθόλου αλκοόλ backstage».  
Δεν είναι όμως μόνον η αποχή από το αλκοόλ. Αρκετά πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία τρία χρόνια της μετά – Roth εποχής. Ο ήχος της μπάντας, πρωτίστως. O Eddie ισχυρίζεται ότι για έναν ολόκληρο χρόνο πριν ξεκινήσουν να γράφουν για το OU812 δεν είχε ακουμπήσει καθόλου κιθάρα.
«Δεν κάθομαι πια να παίξω κιθάρα, εκτός εάν πρέπει να γράψω ένα τραγούδι. Δεν το λέω επειδή θεωρώ ότι πλέον κατέχω το όργανο. Ούτε εννοώ ότι δεν το ευχαριστιέμαι. Αλλά τα πλήκτρα με διασκεδάζουν περισσότερο γιατί μου δίνουν την ευκαιρία να χαζεύω για ώρες και να παίζω με τους ήχους που βγάζουν, ακόμη και κατά λάθος. Παίρνω μια ιδιαίτερη ικανοποίηση με το να κάνω λάθη στο παίξιμο και μετά από αυτά να βγαίνει κάτι απρόσμενα χρήσιμο ή ωραίο στο αυτί. Είναι μια διασκέδαση για μένα. Τα κήμπορντς  με είχαν απορροφήσει τόσο πολύ που χρειάστηκε να μου βάλει ο μάνατζέρ μας ένα όριο. “Όχι τόσο πολλά κομμάτια με κήμπορντς, Εντ. Κιθαρίστας είσαι, μην το ξεχνάς”».  
Η αλήθεια είναι ότι η επιτυχία του “Why Can’t This Be Love?” του έδωσε όση ώθηση χρειαζόταν για να συνεχίσει τα πειράματα. Δύο από τα καινούρια κομμάτια είναι γραμμένα στην ποπ φόρμουλα που θα ταίριαζε περισσότερο στους Mr. Mister. Το ένα, λέει ο Eddie, «το βλέπω να γίνεται hit».
Είναι το “When Its Love”.
Ένα καλοραμμένο πάνω στα συνθεσάϊζερ ραδιοφωνικό κοστουμάκι, με χορωδιακά δεύτερα, στίχο ευρείας στόχευσης να σημαδεύει θυμικό (“How do I know when it’s love, I can’t tell you, but it lasts forever – Ηow does it feel when it’s love – it’s just something you feel together”) κι ένα περιεκτικό ελεγχόμενης τεχνικής σόλο του Eddie («Προσπάθησα επίτηδες να ακουστώ σαν Eric Clapton»). Στο εκπληκτικά ζωντανής φωτογραφίας - επιτηδευμένα low fi- βίντεο κλιπ η μπάντα παίζει ώμο με ώμο σ’ ένα άδειο μπαρ, όπου μόνο η μπαργούμαν κι ο τελευταίος πελάτης έχουν απομείνει.


ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ : Ο υπεύθυνος για το στίχο αυτόν μεγάλωσε το Mill Valley – περνώντας την γέφυρα Golden Gate βρίσκεσαι στο San Francisco – και το ’73 είχε ήδη ενταχθεί στους Montrose, ένα από τα πρώτα καθαρά αμερικάνικα hard rock σχήματα χτισμένα γύρω από έναν ξεχωριστό κιθαρίστα. Τα αδέρφια Van Halen μεγάλωσαν σ’ ένα περιβάλλον πλούσιο σε μουσικές παραστάσεις. Ο δικός τoυ πατέρας ήταν επαγγελματίας μποξέρ και κείνος κάποια περίοδο το σκεφτόταν ν’ ακολουθήσει την ίδια δουλειά.
Ο Sammy Hagar, στα 41, έχει πίσω του μια δισκογραφία δεκατριών lp. Δύο με τους Montrose, εννέα δικών του, ως “Red Rocker”, ένα με το πρότζεκτ των Schon, Aaronson και Shrieve και το «5150». Aυτή τη φορά, στο δεύτερο άλμπουμ του με τα αδέρφια Van Halen, έχει καταφέρει να διαποτίσει το μουσικό υλικό με την προσωπικότητά του. Κύριο μουσικό συστατικό της ο χρυσός παρονομαστής μιας all American φωνής, που μέσα της ακούει κανείς κάτι από την έκταση ακολούθου του Plant, μια surf doo-wop διάθεση Beach Boys και κυρίως, την εκφραστική απλοϊκότητα ιδρωμένου βενζινά επί ερημικής highway που κόβει ακρός το Joshua Tree: όλο υπονοούμενα κι αποστρόφους που αγνοούν τί ακριβώς κόβουν από τη γραμματική πληρότητα κάθε λέξης, φτάνει που το νόημα το πιάνουν όλοι.
Μετά την χρυσοφόρο συγχώνευσή του με τους Van Halen υπό τις ευλογίες του David Geffen, ζει πλέον με τη γυναίκα και το γιο του σε μια βίλα πάνω στην παραλία, ένα σπίτι απόσταση απ’ αυτό του Eddie και της Valerie. Αν και  αποφεύγει να δηλώσει θιασώτης της ζωής του L.A., ομολογεί ότι δε νιώθει και καμιά ιδιαίτερη νοσταλγία να γυρίσει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, στη Βόρεια Καλιφόρνια.
«Άμα θέλω να πω κάτι στον Eddie, τον φωνάζω απ’ το παράθυρο και κείνος απαντάει. Ο τύπος που μένει ανάμεσά μας έχει φρικάρει. Σ’ αυτή τη μπάντα γουστάρουμε πολύ να κάνουμε παρέα μεταξύ μας. Ίσως νά’ ναι και το ότι δεν έχουμε φάει και τόσο πολύ ο ένας στον άλλο στη μάπα – ποιός ξέρει, μπορεί σε δέκα χρόνια να σιχαινόμαστε ο ένας του άλλου τα σωθικά– αλλά δε νομίζω. Περνάμε πολύ ωραία».
Όπως κι ο ακατονόμαστος στις τάξεις της μπάντας «προηγούμενος τραγουδιστής», έτσι κι ο Hagar είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τους στίχους των τραγουδιών. Ο Eddie φέρνει τη βασική ιδέα, ένα ριφ, ένα αδρό σχέδιο. Στη συνέχεια η μπάντα το δουλεύει τζαμάροντας μαζί και το φέρνει σε ένα κάπως πιο καλούπι. Και τότε πιάνει δουλειά ο Sammy. Τραγουδάει πάνω στο σκοπό, βρίσκει λόγια που να ταιριάζουν μ’ αυτόν και στο τέλος κάθεται και το ολοκληρώνει γράφοντας κουπλέ και ρεφραίν σε σκόρπιες σελίδες από παλιά τεύχη του “Playboy” που κείτονται αποψιλωμένα στο πάτωμα του στούντιο.

 

«Δεν είμαι και πολύ, πώς να το πω, εγκεφαλικός. Αυτό είναι σίγουρο. Το λεξιλόγιό μου δεν είναι και τίποτε σπουδαίο. Οπότε, αν δε μού ’ρχεται καμιά σπάνια και δυνατή έμπνευση να γράψω για κάτι άλλο, επιστρέφω στα γνωστά, ξέρεις. Είμαι κι εγώ όπως όλοι ένας κ@υλωμένος κωλοπαιδαράς και μού’ρχεται εύκολο να γράψω γι’ αυτά τα πράγματα, τον έρωτα, το sex, τέτοια».
Τα θέματά του κυλάνε στη φλέβα των προσωπικών του άλμπουμ, αρκετά πιο απενοχοποιημένα. Αγόρι συναντά κορίτσι, τα ρούχα πέφτουν στους αστραγάλους, το αναπόφευκτο προκύπτει κι είναι υποτίθεται τόσο σπαρταριστό, που το αγόρι τουλάχιστον ζητάει κι άλλο, παρακαλώντας, θριαμβολογώντας κι επιμένοντας. Εκεί κινείται το "Black and Blue", εκεί και το country ροκίζον “Finish What Ya Started”.
Το "Sucker in Α 3 Piece" κλείνει  το άλμπουμ ως μια διασταύρωση “Riff Raff” με “Panama”, με τον Eddie να προσφέρει μια περίληψη από κλακέτες  ακροδάχτυλων πάνω στην ταστιέρα και τον Hagar να αποσαφηνίζει ότι μπορεί τα κορίτσια να ορέγονται κοστουμάτους ξενέρες, αλλά κατά βάθος γουστάρουνε τα σωστά τα παιδιά, του δρόμου. Η, σπηνταρισμένη αλα “Hot For Teacher”, μολυσματική υπόμνηση για το σεξ στα χρόνια του AIDS ("Source of Infection"), μοιάζει να βγάζει τη γλώσσα στην πραγματικότητα, αφού μόνο αχαλίνωτα μετασυναυλιακά όργια απηχεί (“wax it down, crank it out, blow out, flip on over”).
Υπάρχει κι η επτάλεπτη ραθυμία του “Cabo Wabo” που κλείνει την πρώτη πλευρά, προεκτείνοντας το “Summer Nights”, αυτή τη φορά μεταφέροντας σε καυτά μεσημέρια, μ’ ένα γύρο μπουκάλια Corona με φέτες λεμόνι σφηνωμένες στα λαιμά τους, λερωμένες άμμο απ’ την παραλία του Cabo San Lucas κι  ηλιοκαμένες mamacitas που προσφέρουν -μεταξύ των λοιπών- σπιτική τεκίλα υψηλών οκτανίων.


Το soundtrack μιας μέρας που δεν τελειώνει ποτέ σε μια απτή χώρα λωτοφάγων, όχι τυχαία το αγαπημένο μέρος του ίδιου του Hagar.
Δεν νιώθει άραγε άβολα να παίρνει μαζί του στην περιοδεία τη γυναίκα και το γιο του, ενώ περιστοιχίζεται κάθε βράδυ από όλους τους πειρασμούς της ζωής στο δρόμο, ενώ μιάμισυ με δύο ώρες πάνω στη σκηνή μιλάει για τις χαρές της ξεπέτας;
«Όχι», λέει. «Γιατί στο παρελθόν έχω παρτάρει όσο θέλω και παραπάνω. Όταν τό’χεις κάνει, τό’χεις κάνει σωστά κι ωραία και τό’χεις φτάσει στο τέρμα, το θυμάσαι για όλη σου τη ζωή. Μπορείς να γράφεις γι’ αυτό για πάντα. Μπορείς να γράψεις 50 τραγούδια για το τί έζησες μέσα σε μια νύχτα και μόνο, αν με πιάνεις».

Ευφορικά πλήκτρα του Eddie γεμίζουν παλμό το Feels So Good, ίσως το πλέον ξεδιάντροπα σοφτ δημιούργημa της μέχρι τότε δισκογραφίας τους. Ο Hagar, σα φτιαγμένος να απλουστεύσει ένα ευρυγώνιο μήνυμα, επιθέτει την εύγλωττη άνεση του ροκ σταρ σε μια ερμηνεία ικανή ν απογειώσει κάθε πρωϊνό ξύπνημα. Ι’ll send a message in a bottle – trust in the mercy of the sea – stormy weather, oh yeah – waiting for love to set me free”.


Υπάρχει όμως κι ένα κομμάτι που του πήρε περισσότερο χρόνο να το γράψει από οποιοδήποτε άλλο. Το Mine All Mine, που επιλέχθηκε να ανοίξει την πρώτη πλευρά του δίσκου. Επτά φορές έγραψε και πέταξε τους στίχους. Τού’χε κολλήσει μόνον ο τίτλος, που τον κράτησε,  χωρίς νά’ναι σίγουρος τί σημαίνει για τον ίδιο, πού μπορεί να το πάει.
«Θα μπορούσε “όλη δική μου” νά’ναι μια γκόμενα, αλλά είχα γράψει αρκετά τέτοια πράγματα στο δίσκο. Ένα βράδυ γυρίζω σπίτι, ανοίγω ένα μπουκάλι mescal, το μόνο σκληρό ποτό που γουστάρω. Ξεκινάω να πίνω και να γράφω τους στίχους. Έγραφα, έσκιζα κι έπινα. Έπινα κι έγραφα. Και ξανάγραφα. Και έπινα. Έφτασε πέντε το πρωί όταν είπα επιτέλους “δικέ μου, τό’χεις, αυτό είναι”. Πάω να σηκωθώ και σωριάζομαι στο πάτωμα, είχα γίνει λιώμα. Την επόμενη δεν μπορούσα να ξυπνήσω να πάω στο στούντιο, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που μου συνέβη κάτι τέτοιο. Οι στίχοι δεν έχουν να κάνουν με το ότι έγινα λιώμα, απλώς έτυχε να λιώσω όσο επέμενα να κρατηθώ ξύπνιος για να γράψω τους στίxους. Είναι μάλλον μια σπάνια στιγμή που έπιασα τον εαυτό μου να θέλω να φιλοσοφήσω. Κι αυτό συμβαίνει. Όχι ευτυχώς τόσο συχνά».
“Forgive me father, for I have sinned - I've been through hell and back again - I shook hands with the devil - Looked 'em in the eye - Looked like a long lost friend / Αnything you want, any dirty deeds - He's got everything, except what I really need - Keepin' me temporarily satisfied - But not one thing I've tried - Filled me up inside or felt like mine / Stop lookin' out, start lookin' in - Be your own best friend - Stand up and say- Hey this is mine, all mine”.

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ : Με τον τίτλο από ένα κωμικό αμερικάνικο ακρωνυμικόμορφο λογοπαίγνιο («Ω, Έφαγες Μία και Συ»), κατά φημολογία μια απάντηση στο προ δύο ετών άλμπουμ του αιώνιου εχθρού David Lee Roth, το οποίο και ξεπέρασαν σε πωλήσεις, το “OU812” κυκλοφόρησε από την ίδια την Warner Brothers, τρεις περίπου μήνες μετά το “Skyscraper”, το δεύτερο του Roth. Τα δύο άλμπουμ και οι αντίστοιχες περιοδείες έτρεξαν παράλληλα μέσα στο 1988 και το ενδοεταιρικό στοίχημα κερδήθηκε για δεύτερη φορά από το brand name. Στις 25 Ιουνίου, τρεις βδομάδες μετά την κυκλοφορία του, ο δίσκος των Van Halen βρίσκεται στο No 1 του Billboard, επίτευγμα που ο Roth δεν κατάφερε – και πάλι – να ακολουθήσει. Μπορεί το τετριμμένο single “Black N’ Blue” να μην καταφέρνει να προκαλέσει αίσθηση (US#34), όμως κaθώς η παγκόσμια περιοδεία τους συνεχίζεται, το “When It’s Love” μπαίνει στο top -10 (US#5, 3/9/88). Θα ακολουθήσουν τα “Finish What Yα Started” (US#13, 10/12/88) και αρκετά αργότερα το “Feels So Good” (US#35, 18/3/89).
Τί κι αν η μπάντα έμοιαζε πια «τόσο επικίνδυνοι όσο ένα μάτσο τουρίστες»;


 

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ : To καλοκαίρι του ’88 η περιοδεία με τον τίτλο “Monsters Of Rock” απλώνεται στις Η.Π.Α., επιβλητική και φιλόδοξη. Πέντε μπάντες: Van Halen, Scorpions, Dokken, Metallica και Kingdom Come, με headliners τους  πρώτους. Ένα περιφερόμενο hard rock φεστιβάλ διάρκειας δέκα ωρών. 20.000 έως και 100.000 φανς κάθε μέρα σε διαφορετική πόλη να στέκονται σε 22 αρένες baseball πάνω από μισή μέρα, αδιαφορώντας για την ελάχιστη πιθανότητα να βρουν σκιά, με τα μάτια καρφωμένα σε μια σκηνή 930 τετραγωνικών μέτρων, με 250.000 watt να στοχεύουν ίσα καταπάνω τους. Η πιο ακριβή περιοδεία στην πρόσφατη rock ιστορία.
Υπεύθυνος γι’ αυτήν είναι ο Louis Messina, ο διοργανωτής επί μια δεκαετία του διαβόητου Texxas Jam, του πιο γνωστού ανοιχτού ροκ φεστιβάλ στις Η.Π.Α., ο οποίος δεν κρύβει τη φιλοδοξία του να προαγάγει το event σε ετήσιο θεσμό. «Καμιά από τις μπάντες αυτές δεν είναι προβληματικές. Κανείς από τους μουσικούς δεν συγκαταλέγεται στα κακά παιδιά του ροκ ν’ ρολ». «Εμείς» - δίνει έμφαση στον πληθυντικό, καθώς υπονοεί την εταιρία του, “Pace Concerts” με έδρα το Texas - «πουλάμε οχτώ με δέκα ώρες συνεχόμενου ροκ ν’ ρολ. Και είμαστε πολύ καλοί στο να στήνουμε τέτοια show». «Η περιοδεία αυτή είναι σαν ένα μεγάλο σάντουϊτς. Ποιά είναι η καλύτερη μπουκιά, η πρώτη ή η τελευταία; Τί σε νοιάζει, αφού θα το καταβροχθίσεις ολόκληρο»,  πετάει ο Alex Van Halen.
Η παρουσία των Van Halen πάνω στη σκηνή ελάχιστα θυμίζει τη ρηξικέλευθη τετράδα της εποχής Roth. Ο Sammy Hagar, ο μεγαλύτερος σε ηλικία απ’ όλους είναι το πιο κινητικό τους μέλος. Τρέχει, παίζει διάφορες γωνιώδεις Kramer, κυρίως την κόκκινη, χρώμα με το οποίο έχει επίμονα επιδιώξει να ταυτιστεί κατά τη διάρκεια της solo καρριέρας του, μοστράρει καρώ παντελόνες και εκτυφλωτικού σμάλτου χαμόγελα, εξαπολύει κραυγές που επισκιάζουν frontmen με τα 2/3 της ηλικίας του και κατεβάζει το ένα μπουκάλι Evian μετά το άλλο, φροντίζοντας να μην τον πιάνει ο καπνός από το σφηνωμένο στα κλειδιά της κιθάρας τσιγάρο του Εddie.
Ο οποίος, με κάποια παραπανίσια κιλά και συμβατικά μακριά κώμη μοιάζει στο στοιχείο του, διαρκώς απορροφημένος από τις τάβλες με τις δεκάδες παραμορφώσεις που πατάει με το πόδι, επιχειρώντας να εκτοξεύσει εξώκοσμους κιθαριστικούς ήχους, άλλοτε, δε, με τις λιπόσαρκες πλάκες κήμπορντς της Yamaha, σκαρώνοντας περίεργες εισαγωγές. Ο μεγάλος αδελφός Alex, πατημένα 35, οχυρωμένος πίσω από ένα αντορπιλλικό από τέσσερις μπότες, τουλάχιστον δύο δεκάδες τύμπανα και κύμβαλα κάθε πιθανού και απίθανου μεγέθους, ήχου και αντοχής γύρω του και ένα επιβλητικό γκονγκ πίσω του, κρατάει δυνατά το ρυθμό, με απλοποιημένα και ακριβή γεμίσματα. Ο 34χρονος, ως συνήθως αξύριστος, Michael Anthony δέρνει το μπάσο σου με οικειότητα, προσθέτοντας αξιοπρόσεκτα φωνητικά στα ρεφραίν.
Είναι αυτός εξάλλου που επισημαίνει : «Αφ’ ότου ήρθε ο Sammy στη μπάντα, όλοι γίναμε πιο συνειδητοποιημένοι. Αυτός πάντα μας παροτρύνει να μπούμε σε πρόγραμμα, να πάμε για τρέξιμο, να μπούμε στο γυμναστήριο, για να νιώσουμε καλύτερα. Και μας δίνει καλό παράδειγμα, αν κρίνεις από το πώς τρέχει και αποδίδει πάνω στη σκηνή – καθόλου άσχημα για την ηλικία του. Κανείς μας δε θέλει όλοι αυτοί οι Bon Jovi, που είναι 8 με 10 χρόνια νεώτεροί μας να μας κάνουν δίπλα τους να φαινόμαστε γέροι και πλαδαροί».
Το σετ των Van Halen έχει πλέον διαφορετικά συστατικά από εκείνα της εποχής Roth. Τις γρήγορες, βαβουροειδείς κιθαριστικές εξάρσεις, ακολουθούν στρατηγικά επιλεγμένα ραδιοφωνικά στάνταρ που κολυμπούν στα συνθεσάϊζερ. Μαζί με τους ορκισμένους οπαδούς του brand name, για τους οποίους υπάρχουν τα "Runnin' with the Devil", "Ain't Talkin' 'bout Love" και "Panama", τα μέϊνστρημ πλήθη νέων οπαδών και των MTV-βιων τηνέϊτζερ παίρνουν κι αυτά τη στιλπνή δόση άκακου ροκ που αναζητούν. Σαν καλοκαιρινό κοκτέϊλ στο οποίο ανανεώνεται ο πάγος, το σετ προσφέρει και τρία στάνταρ από την προσωπική πορεία του Sammy Hagar : “I Can't Drive 55”, “There’s Only One Way To Rock” και “Give To Live”.
«Είτε αρέσει, είτε όχι, οι φανς του Sammy θα έφευγαν απογοητευμένοι αν δεν άκουγαν να παίζουμε κι αυτά», χαμογελά στωϊκά ο Alex Van Halen. Από την άλλη, ο Hagar έχει βάλει βέτο για ν΄ αποβληθεί απ’ το σετ το μεγαλύτερο hit της μπάντας στην οποία προσχώρησε πριν μόλις 3 χρόνια, το “Jump”. «Οι στίχοι του έχουν φαρδιά – πλατιά πάνω τους τον Roth.  Μου είναι δύσκολο να το πω εγώ. Άσε που αν παίζουμε πολλά παλιά τραγούδια, θ’ αρχίσω να νιώθω σα νά’ μαι σε καμιά φάκιν’ κάβερ μπαντ». 

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ : Κλείνω το τεύχος Ιουλίου του “Heavy Metal & Metal Hammer” και το αποθέτω βαριεστημένα στη στοίβα με τα περιοδικά, που ανανεώνεται δύο - τρεις φορές κάθε μήνα. Έχει απ’ έξω τον Eddie Van Halen σε live στιγμιότυπο. Κίτρινο φανελλάκι προσηλωμένο στην κόκκινη χειροποίητη Kramer με τις μαύρες και λευκές λωρίδες από αυτοκόλλητα απ’ έξω. Δεν ξέρω πώς ακριβώς το εννοεί ο Sammy Hagar, αλλά σίγουρα, αν είχα δέκα διαφορετικές γκρούπις έξω απ’ το καμαρίνι μου κάθε βράδυ, δύσκολα θά’ νιωθα κάποιο κενό. Κοιτάω την ώρα. Δώδεκα παρά τέταρτο. Αύριο δίνω το πρώτο μάθημα πανελλαδικές. Άλλες έξι μέρες και μετά, ό,τι και να γίνει, down in Cabo, face in the sand.

ΣΚΗΝΗ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ : Iούλιος ’93. Oύτε Μουντιάλ, ούτε Γιούρο, ούτε τίποτε. Το καυτό μεσημέρι μπαίνει απ’ τα στόρια στο διαμέρισμα του τέταρτου. Η Χέϋδεν βράζει, τα σεντόνια αρκούντως τσαλακωμένα, τα μαλλιά της χυμένα ανάμεσα απ’ τα δύο μαξιλάρια, γυμνές γάμπες σαν ξαπλωτός διαβήτης. Φέρνω καφέ και κρουασάν από το φούρνο της γωνίας και διαλέγω δίσκο για πρωϊνό. Πετυχαίνω να καθίσω τη βελόνα στο αυλάκι, αμέσως μετά το πρώτο κομμάτι. Όχι να την ταράξω, πάντως ούτε και να την κολακέψω.
«Τί ’ναι πάλι αυτό; Ξανά αρχαίο; Α ν υ π ό φ ο ρ ο ς…».
Τα σεντόνια σαλεύουν. Καλά το πάω. Take it away, Sammy.
Everybody's lookin' for somethin' - Somethin' to fill in the holes - We think a lot but don't talk much about it - 'Til things get out of control - Oh, how do I know when it's love - I can't tell you but it lasts forever…”
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Rocktime Songs