Rockwave 2018: Iron Maiden’s gonna get all of you. Again
Δευτέρα

9Ιούλ

Rockwave 2018: Iron Maiden’s gonna get all of you. Again

Δημοσιεύθηκε από:

09/07/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

9330
30 χρόνια – παρά 2 μήνες – μετά την πρώτη τους εμφάνιση χώρα μας, εκείνο το βράδυ που κόχλαζε στη Νέα Φιλαδέλφεια, το μεγαλύτερο heavy metal συγκρότημα της ιστορίας εμφανίζεται στα μέρη μας, σε μια περιοδεία της οποία το όνομα τα λέει όλα : “Legacy Of The Beast Tour”.
Η μπάντα που – υπό κάθε οπτική γωνία - υπήρξε αυτή που σχηματοποίησε μια ολόκληρη μουσική φυλή στην Ελλάδα, κραταιά, επίμονη και έτοιμη να παρουσιάσει μια περιεκτική περίληψη της κληρονομιάς της έρχεται στη Μαλακάσσα στις 20.9.2018.
Εκεί θα είναι όλοι. Η προπώληση άλλωστε το απέδειξε από τις πρώτες εβδομάδες. Γηραιομέταλλοι, ρεφορμαρισμένοι πρώην παραβατικοί ανήλικοι, '90όπαιδες που πήγαν κόντρα στο ρεύμα, κάποτε σπυρακοστιγματισμένοι έφηβοι, αξιοσέβαστοι παλαιοκομματικοί, τρίτης γενιάς φανατίκλες που τους είδαν μετά την επανένωση, νεούδια με σηκωμένο φρύδι που έρχονται να μαρκάρουν αυτοπροσώπως τις επιβλητικές φήμες.
Χεβυμεταλλάδες πολλών γενεών, μια ζωηφόρος σύμπραξη. Ο σκοπός είναι η γιορτή, η ένωση. Προσώπων, αισθήσεων, αναμνήσεων. Γιατί το συγκρότημα αυτό, που πιστεύει ότι ακόμη οφείλει να αποδεικνύει – πρώτα στον εαυτό του-  ότι παραμένει γερό πάνω στη σκηνή αυτή την ένωση, τη υπερσυγκέντρωση του
metal ήθους, την επιβάλλει. Με κύρια συνδετική ύλη τις ιστορίες, τους ήχους, τις εικόνες της δισκογραφίας τους.
Το ημερολόγιο έγραφε 14 Απριλίου 1980, όταν, ντυμένο μ' ένα ιδιάζουσας αφηγηματικότητας low-fi εξώφυλλο, το τέρας του heavy metal προσγειώθηκε για τα καλά στον πλανήτη. Η πεντάδα από το East End του Λονδίνου υπήρξε ο ιδανικός διάμεσος γι’ αυτήΝ την τερατογένεση. Νέοι, πεινασμένοι, με το μονοκόμματο mindset της εργατικής τάξης που δεν κωλώνει πουθενά και δε βρίσκει λόγο ν' αλλάξει, ούτε καν όταν έχει καταφέρει όσα περίμεναν οι άλλοι απ΄αυτήν κι ακόμη παραπάνω, με αρχηγό έναν πρώην εξτρέμ της εφηβικής ομάδας της West Ham που κατάπινε τις μαυρόασπρες ταινίες στα συνοικιακά σινεμά δύο-δύο, οι Iron Maiden απασφάλισαν τα αισθητήρια του Λονδρέζικου κοινού μ’ έναν ήχο τραχύ, γρήγορο, ενοχλητικό.
Τον ήχο μιας γενιάς πρόθυμης και έτοιμης να μοιραστεί τις πυκνές ηχητικές της φαντασιώσεις με όσους ήταν στο ίδιο μήκος κύματος μαζί της. Με όσους ζητούσαν, όπως και οι πέντε Eastenders, να ξεφύγουν από το ρόλο του κοινωνικού κομπάρσου που ήταν καλά στημένος και τους περίμενε.
Απ' το μοβόρο γρύλισμα του "Prowler", το μεθυσμένο μανιφέστο εφηβικού escapism "Running Free", το άρρητα επικό "Transylvania", το δαιδαλώδες ψευδο-οπερατικό "Phantom Of The Opera", το δραματικό "Remember Tomorrow", το παραισθησιογόνο "Strange World" (με τα wah-wah στις κιθάρες), έως και το βίαιο ξέσπασμα του δίδυμου "Charlot The Harlot" και "Iron Maiden", το ντεμπούτο των Maiden είναι ένα ανοξείδωτο κομμάτι μέταλλο, χωμένο βαθιά στα μυαλά μας
Το ξεβαμμένο μπλουζάκι "Killers" που φορούσε ένας βαρύμαγκας κυβικών Δευτέρας Γυμνασίου, με το θανατερό λογότυπο, υπήρξε η δική μου μύηση στην αναπαράσταση του metal τέρατος. Το "τέρας" με το τσεκούρι στο χέρι είναι βγαλμένο σαν από ακατάλληλο κόμικς και η εικόνα του ανεξίτηλη. Πολλοί είναι αυτοί που λατρεύουν τα δύο πρώτα άλμπουμ, θεωρώντας ο,τιδήποτε ακολούθησε μια εμπορική αλλαγή κατεύθυνσης. Είναι τέτοια η ένταση και η πυκνότητα του ήχου που είναι από πολλές απόψεις δικαιολογημένοι.


Στις 22 Μαρτίου του ’82 ήρθε "Ο Αριθμός του Κτήνους". Με εξώφυλλο και ομώνυμο κομμάτι προορισμένα να σοκάρουν, ήταν το πρώτο lp με τον Bruce "Air Raid Siren" Dickinson στα φωνητικά. Ο 23χρονος πρώην φοιτητής Ιστορίας στο Queen Mary είχε εντυπωσιάσει τον 26χρονο μπασίστα/αρχηγό/κύριο συνθέτη Steve Harris, στο Reading του '81, όταν ο τελευταίος τον είχε δει επί σκηνής με τους Samson. Ο δίσκος ξεσπά χωρίς εισαγωγές και φιοριτούρες με το βαρβαρικό "Invaders" και δίνει τη θέση του στο φορτωμένο εφιαλτικούς συνειρμούς -από τον Damien του "Omen"- "Children Of The Damned" που επιφυλάσσει ένα πυρετώδες ξέσπασμα για τέλος. Τρίτο έρχεται το "The Prisoner", με εισαγωγή από τον θρυλικό για το BBC τηλεοπτικό "Κατάδικο" με τον Patrick McGoohan, κοψίματα που παίρνουν κεφάλια -λέγε με και Clive Burr- και σόλa με κατάδηλο το dna του Ν.W.O.B.H.M.. Η πρώτη πλευρά κλείνει με την ελεγεία του κακόφημου East End, το "22, Acacia Avenue", μια συνέχεια της Ντικενσιακής ιστορίας της Charlotte, που υφαίνει μαζί λαγνεία, πόνο, διαστροφή ("do you enjoy the lay, or is it the pay?") και βίαιη θλίψη ("It's no life for you, stop all that screwing, you're packing your bags, you're coming with me").
Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με την πασίγνωστη πλέον υποβλητική απαγγελία από το Βιβλίο της Αποκάλυψης και εξελίσσεται στην τρομώδη διήγηση σε πρώτο πρόσωπο κάποιου που - άγνωστο πώς- γίνεται μάρτυς κάποιας ανίερης τελετής ("this can't go on, I must inform the law"), ένας εφιάλτης του Harris που προηγήθηκε από την οπτικοποίησή του, στο “Eyes Wide Shut" του τιτάνα Kubrick.
 
Το ρεφραίν του "Run To The Hills" δίνει την ευκαιρία στον  Dickinson για το πρώτο hit single με τη φωνή του (UK#7) και το
"Gangland" -που έκτοτε έχουν επισταμένα δηλώσει ότι κακώς πήρε τη θέση του "Total Eclipse"- σπηντάρει λυσσαλέα, οδηγώντας τον ακροατή προς το μεγαλειώδες κλείσιμο: Τον μονόλογο του μελλοθάνατου, στο τέταρτο και τελευταίο κομμάτι της δεύτερης πλευράς του δίσκου, το συγκλονιστικό "Hallowed Be Thy Name".
Κάθε φορά που ηχούν οι καμπάνες της εισαγωγής, ψυχές ανασκουμπώνεται ("When the priest come to read me the last rites, Ι take a look through the bars at the last sights, of a world that has gone very wrong for me")
και περιμένουν να παραδοθούν στην παρατεταμένη κραυγή - ικεσία του Dickinson. Ένα από τα κομμάτια που έδωσε ανεξίτηλη ουσία στο heavy metal, όπως το μάθαμε και όπως το αναγνωρίζουν έως και σήμερα, ακόμη και όσοι το μισούν.

Το “Piece Of Mind” το Μάϊο του ’83 ανέβασε τον ακροατή ένα επίπεδο, ρίχνοντας διακριτικά μια γέφυρα ανάμεσα στο προγκρέσιβ ροκ της δεκαετίας του '70 και το ακραιφνές μέταλλο. Κινηματογραφικά θέματα –“Where Eagles Dare”, “To Tame A Land”, “Quest For Fire”- συμπαγώς μεγαλεπήβολες κιθάρες –“Revelations”, “Flight Of Icarus”, “The Trooper”- και δυσοίωνες ενοράσεις “Die With Your Boots On”, “Still Life”, τροφοδότησαν την υπόγα της Victoria για μήνες που είχαν την αξία δεκαετιών, διαχωρίζοντας όσους το εννοούν απ’ όσους δεν το αντέχουν. Δίσκος αντίστοιχος μιας υπερπαραγωγής. Εντυπωσιακός, πολύπλοκος χορταστικός. Από την πρώτη ακρόαση, ξέρεις ότι πρέπει να το ξανακούσεις αμέσως -κι άντε να γυρίζεις την κασσέττα πίσω. Ο ήχος του τιτάνα Martin Birch, ο χαρακτηριστικώτερος ήχος του μεταλλικού ιδιώματος την εποχή της ακμής του.



Στις 3 Σεπτεμβρίου 1984, κυκλοφορεί το “Powerslave”. Ένα από τα πλέον επιβλητικά βινύλια της εποχής, το τελικό όριο μουσικής δοκιμασίας πολλών από μας στα Γυμνασιακά μας χρόνια: Ή περνάς από δω, ή πας με τον Μορισσέϋ και τον Ντεν Χάρροου. Ένα από τα πρώτα άλμπουμ που άνοιγε πόρτα προς έναν διαφορετικό κόσμο, από τις οφθαλμαπάτες και τα λοιπά μυστήρια του εξωφύλλου, ως τον πυρακτωμένο ήχο που περιείχε στα 51 του λεπτά (λέγε με Martin Birch, στο κορυφαία ίσως στιγμή του).
Ένα άλμπουμ που πειθανάγκασε τον πλαστικό νιουγουεϊβίστικο άξονα των κριτικών σε σιγή: μπορεί το οπτικοακουστικό πακέτο του «μέταλ» να ήταν εύκολος στόχος (οι παντός είδους «μασκότ» σήμαιναν ανηλικότητα και τα επί σκηνής κολλάν κακογουστιά), αλλά η μουσική και οι εικόνες των στίχων του έφεραν μια κινηματογραφική δύναμη, δύσκολα ανταγωνίσιμη από τα άλλα μουσικά είδη της εποχής. Από τη μάχη της Αγγλίας, με τα Spitfire “running, scrambling, flying, rolling, turning, diving, going in again”, με τον Dickinson να εφορμά και τους Smith και Murray να σκοπεύουν και ν’ ανοίγουν πυρ εναλλάξ, στο δραματικό ρεφραίν για το πάντα επικείμενο στα ψυχροπολεμικά ‘80s πυρηνικό ολοκαύτωμα, του “2 Minutes To Midnight”.
Aπό τις ανυπέρβλητες κιθαριστικές ξιφομαχίες του “Duellists” -ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια σου Καραντάϊν και Καϊτέλ, απ’ το Ρίντλεϋσκότειο έπος του ’77- κι από κει στην αγωνιώδη προσπάθεια του «Δραπέτη» της θρυλικής σειράς του BBC, που ό,τι ζαριά και να φέρει προσπαθώντας ν’ αποδράσει, πάντα γυρίζει πίσω απ’τα κάγκελα. Από τους διασκευασμένους αιγυπτιακούς μύθους για την δέσμια παντοδυναμία ακόμη και του πιο ισχυρού ηγεμόνα στον θάνατο στον Samuel Taylor Coleridge και την μεταλλική απόδοση στο 200 παρά κάτι ετών ποίημα του γέρου ναυτικού.
Ένα 13λεπτο ταξίδι που καθηλώνει με δύναμη μεγαλύτερη από απ’ όση έχουν να επιδείξουν οι μισές τουλάχιστον εξίσου μακροσκελείς συνθέσεις της καλής εποχής του “progressive rock” μαζί (“…then down in falls, comes the rai-i-i-i-i-n !!!”). Πάει και τέλειωσε. Από το “Powerslave” όχι μόνο μάθαμε γράμματα, αλλά βγάλαμε και την πρώτη μας –μουσική- ταυτότητα.

Η συνέχεια θα ήταν ακόμη πιο καθοριστική. Στις 14 Οκτωβρίου 1985, κυκλοφορεί το "Live After Death". Και μόνον η θέα του αυτού του εξώφυλλου στην προθήκη του δισκάδικου ήταν ένα γεγονός. Έτερπε όλες τις προσδοκίες κι άνοιγε με πάταγο τα παραθυρόφυλλα του μυαλού. Ο Eddie βαράει νεκρανάσταση και "...Yet with strange aeons even death may die". Τί άλλο θες, δηλαδή;
Η μουσική έκτασή του έμοιαζε ασύλληπτη. Από την εισαγωγή του Τσώρτσιλλ μέχρι το "Phantom Of The Opera" στο τέλος της τέταρτης πλευράς (η τελευταία πλευρά ήταν ηχογραφημένη στο Hammersmith, στη σειρά του ζωντανού playlist θα’ ταν κανονικά Τρίτη από τις τέσσερις), από τις δεκάδες φωτογραφίες των εσωφύλλων μέχρι τα liner notes, που έλαμπαν μ' εκείνο το όξινο κίτρινο στο φόντο του νεκροταφείου της πόλης -που έρχεται ένας ανίερος κεραυνός να την καταστρέψει- στο οπισθόφυλλο, το άλμπουμ επιδίωκε -και κατάφερνε- να γίνει μια καταλυτική οπτικοακουστική εμπειρία για τα δεκαπεντάχρονα μυαλά μας.
Η οκτάλεπτη εκτέλεση του "Running Free" με τα διαζώματα του Long Beach Arena να πλειοδοτούν σε gang φωνασκία, το γκάζι στο "Children of The Damned", η δόνηση του "Revelations", το "Rime ..." ολόκληρο. Η πρώτη φορά που τα σόλο ακούγονταν από διαφορετικό ηχείο το καθένα κι άρχιζες να μαντεύεις ποιός απ' τους Smith και Murray παίζει τί. Ακόμη και τα ψεγάδια που υπήρχαν στα αυλάκια του (ο Dickinson ακούγεται λαχανιασμένος, οι εκτελέσεις δεν έχουν το λούστρο του στούντιο που μας είχε εντυπωθεί τόσο βαθιά) έκαναν τους ήρωές μας απτούς και μας έφτιαχναν ακόμη πιο πολύ.


Τον Σεπτέμβριο του 1986, οι Maiden ήταν πλέον το κορυφαίο metal συγκρότημα στον κόσμο και με τη βούλα. Η αναμονή για το «καινούργιο» τους άλμπουμ τεράστια. Το “Somewhere In Time” («Σάμγουερ Ιν Τάϊμ», σύμφωνα με την EMI που έχει αποφασίσει ότι έτσι θα γράφονται οι τίτλοι πάνω στους δίσκους ελληνικής εκτύπωσης) έρχεται να την ξεδιψάσει. Στο εξώφυλλο μια αχανής πολιτεία του μέλλοντος, όπως στο Blade Runner. Στη μέση της πόλης δεσπόζει ένας "Eddie" χάϊ-τεκ, μάλλον βιονικός, με μηχανικές αρθρώσεις και σκελετό να συγκρατούν τους μυς. Κουρεμένος γουλί, με την αναμενόμενη κακόψυχη γκριμάτσα, φοράει μια ηλεκτρονική διόπτρα και κραδαίνει ένα «διαστημικό» όπλο, που από την κάννη του βγαίνει κάτι σαν ιριδίζων καπνός. Το χέρι του θύματός του φαίνεται σε πρώτο πλάνο, σ΄έναν τελευταίο σπασμό. Λες κι είναι το εξώφυλλο του "Killers", εκατό χρόνια μετά. Οι λεπτομέρειές του ξεπερνούν κάθε προηγούμενο εξώφυλλο των Maiden.

Το περιεχόμενο μας βάζει σε μια άλλη διάσταση, με τις κιθάρες του όχι τόσο κοφτερές, αλλά πιο μελωδικές, σα να κολυμπάνε σε μια θάλασσα από πρίμες συχνότητες. Είναι η πρώτη φορά που οι Maiden βάζουν στον ήχο τους συνθ – γκιτάρ. Το «Γουέηστεντ Γήαρς», με το τεράστιο ρεφραίν και το σόλο που γράφει στο μυαλό. Το «Σηη Οβ Μαντνεςς», πολύ δυνατό, μ’ έναν Dickinson να υποβάλλει στο ρεφραίν.
Με το «Δε Λόνλινες Οβ Δε Λονγκ Ντίστανς Ράνερ» που με τις αρμονίες του σε τραβάνε κάπου μακριά και το ποδοβολητό του μπάσου του Harris να τονίζει την επίμονη προσπάθεια του «δρομέα μεγάλων αποστάσεων», ενώ τα συνθ-γκιτάρ δίνουν ένα μυστήρια τρισδιάστατο βάθος στον ήχο. Το «Στρέϊντζερ Ιν Ε Στρέϊντζ Λαντ» με τα φωνητικά και το σόλο να σε πηγαίνουν σε μια απόξενη "land of ice and snow" και το συγκλονιστικό έπος που κλείνει τη δεύτερη πλευρά, το «Αλεξάντερ Δε Γκρέϊτ», με το ακαταμάχητα επικό ρυθμικό υπόβαθρο, τα κινηματογραφικά σόλο να ξεδιπλώνουν αόρατες τοιχογραφίες από τις μάχες στα Γαυγάμηλα και τα Άρβηλα.


Σπάνια εκείνα τα χρόνια μας έπιανε σαν ακροατές με το πρώτο άκουσμα το «καινούριο» άλμπουμ κάποιας από τις θεότητες που δέσποζαν στις δισκοθήκες και τις -σαν πυργίσκους- κασσετοθήκες μας. Πάντα, τα «παλιά» κάθε αγαπημένου γκρουπ ηχούσαν από «λίγο» έως «πολύ» καλύτερα. Το "Somewhere In Time", είχε κι αυτό την μοναδική ικανότητα να τρυπώνει στο μυαλό για καλά. Είναι οι στίχοι του που είναι πιο «πραγματικοί» και «προσωπικοί»; Είναι αυτός ο συνδυασμός μελωδίας και έντασης που, καθώς μεγαλώνεις, κάνει το άλμπουμ πιο φιλικό στο αυτί από πολλές ακραιφνείς μεταλλιές; Είναι το "Lonliness…" με την μαχητική του προσήλωση και την αίσθηση ματαιότητας ("it's all so futile") που όταν είσαι έφηβος σε σημαδεύει και όταν αργότερα ριχτείς στην καθημερινή μάχη επαληθεύεται; Μήπως η ανεξίτηλη υπόμνηση του "Wasted Years" ("Face Up, make your stand and realize you're living in the golden years") που εγγράφεται στο θυμικό και την κουβαλάς μαζί σου για χρόνια;
Ανήμερα του Αγίου Γεωργίου το 1988, έρχεται ο «Έβδομος Γιος του Έβδομου Γιου». Το εξώφυλλο, όλο σ' ένα πνιγηρό γαλάζιο αποξένωσης, το λογότυπο με μπλε σκούρα γράμματα και ο Eddie μισός, ισχνός σαν νεκραναστημένο κουφάρι πασχαλινού αρνιού, με την ραχοκοκκαλιά του να κρέμεται. Σα να θέλει να τρομάξει, αλλά να δείχνει λιγώτερο ικανός γι΄αυτό από ποτέ.
Ο Martin Birch δεν έχει μπετονάρει αυτή τη φορά τις κιθάρες, οι οποίες ακούγονται  πιο πίσω και πιο συγκεχυμένες, το μπάσο πιο μπροστά και στο κέντρο, πολύς χώρος μένει για τα πλήκτρα, ενώ τα τύμπανα στέκονται στο ύψος τους με γεμίσματα και ταχύτητες καλοδεχούμενες. Το κομμάτι που ακούγεται με την πρώτη καλύτερο απ' τ' άλλα είναι το "Infinite Dreams", με την κλιμακωτή δομή του, τη γεμάτη ένταση ερμηνεία του Dickinson  και τον καλπασμό με τις δισολίες πριν ολοκληρώσει όπως ξεκίνησε, μεγαλοπρεπώς ("and again and again...").

Το "Moonchild", σκάει αγριεμένο μετά την ακουστική εισαγωγή, πυκνό και γρήγορο, το "The Evil That Men Do" είχε ρεφραινάρα που σηκώνει την τρίχα, το δεκάλεπτο ομώνυμο έπος που ανοίγει τη δεύτερη πλευρά έχει αλλαγές, σόλα, ατμόσφαιρα, επιβλητική την παρουσία του Dickinson στην αφήγηση. Το "The Prophecy" έχει τέσσερα - πέντε διαφορετικά μελωδικά σημεία, πιο έντονα progressive από κάθε άλλη φορά. Όσο για το hit single "Can I Play With Madness", το πανεύστοχο chorus του πετσοκόβεται από δύο φορμουλαρίσματα σκέτα εγκλήματα καθοσιώσεως, εξ ορισμού ασυγχώρητα για Maiden: τη "φωναχτή" εισαγωγή, λες κι είναι Bon Jovi και την απουσία σόλο κιθάρας, Και τα δύο ξενίζουν, όμως η φόρα του άλμπουμ μας κερδίζει, μαζί με ένα μοναδικό γεγονός, που ανακοινώνεται καλοκαιριάτικα:
Οι Maiden θα έρθουν στις 13 Σεπτεμβρίου στη Νέα Φιλαδέλφεια. Θα τους δούμε για πρώτη φορά ζωντανά. Ένα όνειρο χρόνων θα έρθει και θα μας συναντήσει στο ξύπνιο μας.

Το τί ζήσαμε εκείνο το απόγευμα – έως αργά το βράδυ - στη Νέα Φιλαδέλφεια η γενιά των μεταλλάδων της δεκαετίας του ’80 έχει τέτοια έντονη συναισθηματική φόρτιση, ώστε δύσκολα μπορεί να τεθεί υπό αντικειμενική συζήτηση ή κριτική, όπως όλες οι αποκαλυπτικές εμπειρίες. Η metal κοινότητα της χώρας σπάνια υπήρξε πιο συνειδητοποιημένη, πιο δικαιωμένη και πιο αποφασιστικά, μετά από χρόνια στέρησης, περιθωριοποίησης και απαξίας. Πλέον, ήμασταν πολλοί, ήμασταν ενωμένοι μέσα στις χαώδεις διαφορές μας και δεν γινόταν να μας υποτιμήσει ή να μας προσπεράσει το mainstream αψήφιστα.


Βέβαια, με το τέλος της δεκαετίας του ’80, οι Maiden είχαν δημιουργικά  εξαντληθεί. Αν εξαιρέσει κανείς το μάλλον βεβιασμένο “Fear Of The Dark” – πολύ ανώτερο βέβαια του “No Prayer For The Dying” και ικανότατο αντιπυρετικό στα χρόνια του απωθητικού πονοκέφαλου του alternative που είχε βαλθεί να ξηλώσει το μουσικό παρελθόν μας, οι Maiden πέρασαν την κρίση τους. Τον Οκτώβριο του ’95 στο Κλειστό του Περιστερίου πάντως, οι ορδές των πιστών, ακόμη πιο πωρωμένες και μεγαλύτερες σε αριθμό ήταν και πάλι εκεί, δίνοντας ένα μήνυμα πίστης απ’ αυτά που μόνο το metal μπορεί.
Όταν, τον Σεπτέμβριο του 1999, ξανάρθαν στη Ριζούπολη επανασυνδεδεμένοι με τον Dickinson και τον Smith, έξι πια, με τρεις κιθάρες, το μήνυμα αυτό επανέκαμψε, πιο ηχηρό από ποτέ. «Επιστρέψαμε για να οδηγήσουμε το metal στη νέα χιλιετία», δήλωνε ο Dickinson και μεις πανηγυρίζαμε σαν για ένα γκολ που περιμέναμε χρόνια να μπει.
Ακολούθησαν πέντε προσεγμένοι στούντιο δίσκοι –αρκετά διπλά live, κατά κανόνα ένα για κάθε παγκόσμια περιοδεία- που επιβεβαίωσαν, ο καθένας με τα πλεονεκτήματά του, γιατί οι Maiden παραμένουν το μεγαλύτερο συγκρότημα του heavy metal. Το “Brave New World” σκορπά ρίγη με το ομώνυμο, το “Ghost Of The Navigator”, επαναφέρει τον πυρετό με το “Dream Of Mirrors”, κάνει την τριχοφυία μας να αυτονομείται ιστάμενη κάγκελο με το “Blood Brothers”.
Τα “Montsegur”, “Pachendale” και “Dance Of Death” του 2003  μπαίνουν άνετα σε all time best of, ενώ ακόμη και το κάπως επίμονα στρατόκ@υλο “A Matter Of Life And Death” με τα περισσότερα μακριά σε διάρκεια κομμάτια όλης της καρριέρας τους, είχε κορυφαίες στιγμές (“Brighter Than A Thousand Suns”, “Out Of The Shadows”, “The Reincarnation…”, “Lord Of Light”. Ανάλογα ισχύουν για το “Final Fronier” του 2010 (“Coming Home”, “Mother Of Mercy”, “Starblind”, “The Talisman”) και για το εντυπωσιακό “Book Of Souls” του 2015, το άλμπουμ που κυκλοφόρησε μόνον όταν ο Bruce Dickinson νίκησε και τον καρκίνο.
Ο άνθρωπος χωρίς την προσωπικότητα του οποίου οι Maiden δε θα είχαν γίνει αυτό που είναι, κατά τρόπο συγκινητικό απέδειξε και με το προσωπικό του παράδειγμα ότι η ψυχή της μουσικής που συνυπογράφει και εκφράζει για πάνω από 35 χρόνια, είναι μια μουσική από και για μαχητές. Οι εκπληκτικές ερμηνείες του στα “If Eternity Should Fail”, “The Great Unknown”, “Red And The Black” και οπωσδήποτε στο ανεπανάληπτο “Empire Of The Clouds” το οποίο έγραψε ολόκληρο μόνος του ήταν ηχογραφημένες ενώ νοσούσε, χωρίς όμως ακόμη να το γνωρίζει.


Στις 2 Αυγούστου του 2008, σε μια ασφυκτικά γεμάτη Μαλακάσσα, οι Μaiden μας χάρισαν μια ακόμη μεγάλη παράσταση, επισκεπτόμενοι την κλασσική τους τους περίοδο, μέχρι την αποχώρηση του Dickinson. 20 χρόνια μετά την πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα, σ΄εκείνη τη βραδιά οι ολοένα και πιο βαρείς και αλλαγμένοι απ’ τα χρόνια παλιοί οπαδοί ήταν εκεί, αυτή τη φορά δίπλα με πολυπληθείς νέους που δεν είχαν γεννηθεί όταν είχε κυκλοφορήσει το “Powerslave”, το ίδιο και περισσότερο πιστούς, με ολόκληρο το περίκλειστο από δάσος ξέφωτο ν’ αντηχεί τους στίχους γραμμή προς γραμμή, τα σόλο νότα προς νότα, σε μια αξέχαστη βραδιά.
Τα χρόνια από την πρώτη τους καθοριστική εμφάνιση το Σεπτέμβριο του ’88 στη Φιλαδέλφεια γίνονται φέτος 30 στρογγυλά. Μια ζωή. Θα είμαστε πάλι όλοι εκεί, μαζί με αρκετούς που δεν είχαν γεννηθεί καν στην επανασύνδεση του ’99. Γιατί, όπως το μεγαλειώδες κινηματογραφικό ντοκυμανταίρ “Flight 666” του 2009 επιβεβαιώνει, ο θεσμός Iron Μaiden έχει πλέον την παγκόσμια απήχηση μιας άδολης, ενοποιητικής ψυχικής φόρτισης που προσεγγίζει, αν δεν ταυτίζεται, με αυτά μιας καλοπροαίρετης,  γεμάτης πίστης στη ζωή θρησκείας που δε γνωρίζει ηλικιακά, γεωγραφικά και μουσικά σύνορα.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου