Scorpions: Amusement από το Λένινγκραντ ως τη Μόσχα (’88 – ’89)
Παρασκευή

13Ιούλ

Τα πλέον σημαδιακά πάρτυ της εφηβείας μας είχαν γραμμένο στην ούγια το “Still Loving You”, παιγμένο συνήθως από το “Best Of Scorpions” που βγήκε την Άνοιξη του ’85 και περιείχε «όλα, και τα 4» καψουροσλόου που έκαναν τα κορίτσια να λιώνουν.
Σπανιώτερα, παιγμένο κι από το ίδιο το βινύλιο “Love At First Sting”, ή, ακόμη κι απ’ το διπλό “World Wide Live”, που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του “Live Aid” κι έγινε η κορώνα της δισκογραφικής hard rock βασιλείας των Scorpions – τουλάχιστον στην Ελλάδα που έμπαινε ανύποπτη στη δεύτερης τετραετίας της «Αλλαγής».
Όμως από το καλοκαίρι εκείνο είχαν περάσει τρία ακόμη, χωρίς καινούριος δίσκος των Scorpions να έχει φανεί στον ορίζοντα. Τους θυμόμασταν αραιά αλλά σταθερά : πότε – πότε σε κανένα μουσικό διάλειμμα στο ημίχρονο αγώνων του κυπέλλου ΟΥΕΦΑ, το φθινόπωρο του ’86 που διαβάσαμε ότι το καλοκαίρι παίξανε και στο βρετανικό Donington, μαζί με Def Leppard, Motorhead και headliner τον Ozzy. Έπρεπε όμως να φτάσει ο Μάρτιος του ’88 για να δούμε την προαναγγελία του καινούριου τους δίσκου στις σελίδες του τελευταίου τεύχους του Heavy Metal” – που από τον επόμενο μήνα θα γινόταν “Metal Hammer”. Όμως και κει, η φωτογραφία του εξωφύλλου ήταν παλιά, εποχής “World Wide Live”, ενώ το άρθρο ήταν κι αυτό φτωχό, με μια ακόμη παλιά φωτογραφία της μπάντας στο κέντρο. «Αργήσαμε γιατί θέλαμε να τα κάνουμε όλα τέλεια», απολογείτο ο Klaus Meine. Για να δούμε.
Τον Απρίλιο, ανακοινώνεται ότι ξεκινά η παγκόσμια περιοδεία τους, η πρώτη μετά από δύο και περισσότερα χρόνια, από το πλέον απροσδόκητο σημείο του παγκόσμιου χάρτη. Από το ρωσικό βορρά, εκεί που επιβλητικός Νέβας εκβάλλει στη Βαλτική. Από την πόλη του Ντοστογιέφκσι, του Γκογκόλ, του Μεγάλου Πέτρου, και του Λένιν: το Λένινγκραντ.
Η επίσκεψή τους εκεί, η δεύτερη κατά χρονική σειρά μετά τους
Uriah Heep, είναι πάντως η πρώτη στην νεαρή εποχή της Γκλασνοστ από «δυτικό» ροκ γκρουπ τέτοιας εμβέλειας και ως τέτοια απαντάται με πρωτοφανείς αντιδράσεις από τύπο και κοινό. Πολυάριθμα δημοσιογραφικά επιτελεία από όλη την Ευρώπη έχουν γεμίσει τον παγερό αέρα με εξωτικές για τα τοπικά κλίματα γλώσσες και προφορές, οι πυκνοκατοικημένοι από ένστολους δρόμοι και πλατείες αναδίδουν τον θρόϊσμα μιας ελευθερίας που όσο λάθρα κι αν κινείται έχει τη δύναμη να ζαλίζει.


Εκδρομείς από τη γειτονική Φινλανδία έχουν συρρεύσει μαζί με εκατοντάδες νεαρούς από Πολωνία, Αρμενία, Λιθουανία ακόμη και την Σιβηρία, όλοι πεινασμένοι για την απαγορευμένη μουσική, αυτή της απελευθερωτικής «διαφθοράς» της δύσης.
Οι 5 συνεχόμενες συναυλίες στο Λένινγκραντ γίνονται τελικά 10, αφού η γραφειοκρατία του Κρεμλίνου παραμένει φοβική και αρνείται την άδεια ζωντανής εμφάνισης στην Μόσχα, επικαλούμενη τυπικότητες. Κανένα πρόβλημα. Με τη βοήθεια του ντόπιου πατερούλη του προμόσιον Stas Namin, αποκλειστικού διοργανωτή των δημοσίων θεαμάτων τη βοηθεία του ρωσικού κράτους, και οι επόμενες 5 εμφανίσεις ξεπουλάνε σε χρόνο μηδέν.
Προϋπολογίζονταν όλες ως τυπική προθέρμανση για την «κανονική» περιοδεία σε Ευρώπη και Αμερική, όμως από την πρώτη κιόλας βραδιά η ενέργεια του κοινού γίνεται για τους πέντε ψημένους στο σανίδι Γερμανούς μια πραγματική αποκάλυψη. Δεν είναι πια και τίποτα νεούδια: 40 μόλις πατημένα ο
Meine κι ο Schenker, ένα χρόνο μικρώτερος ο Rarebell, 34 o Bucholtz, 32 ο Jabs. Παραμένει στοίχημα το να τροφοδοτούν με καύσιμη ύλη νέων παραστάσεων τον ενθουσιασμό τους. Είναι το ίδιο επαγγελματίες παντού, είτε παίζουν στη Λιλ, στο Τέξας ή στη Γη του Πυρός, αλλά στο ξεκίνημα της νιοστής τους περιοδείας, καθόλου αδιάφοροι δεν μπορούν να είναι απέναντι στην ανορίωτη λατρεία παιδιών φτωχών, ατημέλητων, που δεν γνωρίζουν καν αγγλικά, αλλά καταφέρνουν και φωνάζουν τους στίχους τους με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Λατρεύονται ως απελευθερωτές μιας αχανούς – και άγνωστης μέχρι χθες- αγοράς που εξασφαλίζει εκτός από λουξ φιλοξενία, βότκα και λοιπή περιποίηση, την εγγύηση για χρυσές δουλειές και μάλιστα στο άμεσο μέλλον.



Κι ενώ η παγκόσμια περιοδεία τους είχε επισήμως ξεκινήσει, στα μέρη μας μέναμε για τρίτο συνεχόμενο καλοκαίρι με την προσμονή ότι «μπορεί να’ ρθούν κατά δω αυτή τη φορά».
Ο Κουτουβός – υπεύθυνος και για το θρυλικό αποκλειστικής κυκλοφορίας για την ελληνική αγορά compilation του “Best Of Scorpions”, τους είχε φέρει εδώ για λογαριασμό της EMI πάνω από δύο φορές, κρατώντας τον κόσμο ζεστό. Το καλοκαίρι του ’88 οι  Scorpions ήταν πλέον ένας θεσμός, με παλιούς και νέους οπαδούς, όλους έτοιμους. Πρωτίστως, βέβαια, για να καταναλώσουν φρέσκο μουσικό προϊόν.
Η ώρα αυτή έφτασε τον Μάϊο, όταν για πρώτη φορά το εξώφυλλο του «καινούριου» άρχισε να φιγουράρει σε διαφημιστικές καταχωρίσεις των μουσικών περιοδικών. Θαμπό γαλάζιο φόντο, με μια ούλτρα μεσάτη γκόμενα ν’ αποστρέφεται κάτι, με την παλάμη ανάστροφα μπροστά στο πρόσωπό της. Ποιούς; Εμάς τους πτωχούς και ταπεινούς ακροατάς;


Εντάξει, δεν είμεθα και όλοι σαν τον τυπά του “Love At First Sting”, να παλαμαριάζει γερά τη σωσία της Γκρέτα Γκάρμπο και με το άλλο να στη στιγματίζει στο μηρό με το σημάδι του σκορπιού, αλλά, τί; Το φως; Τα βλέμματα που μπορούν να την αναγνωρίσουν, γενικώς κι αορίστως; Το πόδι της, από γοφό και κάτω, μετατρέπεται σ’ ένα θανατερό κεντρί σκορπιού έτοιμο να χτυπήσει. Ο τίτλος του δίσκου, “Savage Amusement”,  γραμμένος στη δεξιά κάτω γωνία με έντονο μωβ, υπογραμμισμένος κεραυνοειδώς. Είναι το πρώτο στούντιο άλμπουμ εδώ και τέσσερα χρόνια και οι προσδοκίες απ’ αυτό μεγάλες.
Το πρώτο βίντεο-κλιπ έρχεται μέσα από το «Μουσικόραμα» υποσχόμενο πολύ απ’ όλα κι ακόμη παραπάνω. Τοπίο μεταξύ “Star Wars” και “Blade Runner”, μπάντα χορογραφημένη με τρόπο που σε κάνει να ξεχνάς εντελώς ότι πρόκειται για Γερμαναράδες από το Αννόβερο κοντά στα δεύτερα -άντα, ημίγυμνες νύμφες σε υπαινικτικές πόζες γουστάρουμε να μας μπανίζετε, ιέρειες με πρόσθετα μυτερά στήθη και στο επίκεντρο η καστανή θεάρα μοντέλα - γνωστή από τα μεταμεσονύχτια σοφτκορ- Joan Severance να μας καρφώνει αινιγματικά. Το “Rhythm Of Love” έχει τον ακραιφνώς αμερικάνικο ήχο των στριπ κλαμπ του L.A., μ’ αυτό τον προκλητικό ρυθμό στα τύμπανα να υπογραμμίζεται από VanHalenοειδείς κιθαριστικές φράσεις από τον Jabs και τη φωνή Meine αρκούντως ηδυπαθή.



Τα εννέα καινούρια κομμάτια φέρουν τον αναγνωρίσιμο σφιχτοδεμένο τους ήχο, με λιγώτερες όμως οξείες γωνίες από κάθε άλλη φορά. Ροκ κοσμοπολιτισμός διατρέχει ολόκληρο το υλικό. Το mid tempo “Passion Rules The Game” με τις άρσεις και τη φωνητική γραμμή του Meine να φυτιλιάζει, είναι φτιαγμένο για αχανή πάρτυ, με απ’ όλα τα φαντασιωτικά, τα έμβια και τα υλικά να περιρρέουν εν αφθονία.

Στο δίσκο είναι όντως οι Scorpions, όμως αυτή τη φορά, σα νά’χουν αποφασίσει ν΄ακούγονται σαν χίλιους άλλους επίδοξους hard rock πρίγκηπες, απ’ αυτούς πού αφθονούν στα δισκάδικα μετά το ’84. Ωραίο μιξάρισμα στο μπάσο και talk-box στο “Media Overkill”, stop-gap φόρμα στο “Walking On The Edge”, απόπειρα ξεσαλωματικής διπλομποτιάς στο “Love On The Run”, ορμή –αλλά όχι και ιδιαίτερη πρωτοτυπία – με gang φωνητικά στο ιδανικό για άνοιγμα συναυλίας “We Let It Rock … You Let It Roll”. Ακόμη και το “Don’t Stop At The Top” που ανοίγει την πρώτη πλευρά, είναι υπερβολικά στρωτό, σαν γραμμένο για κάποιο γκρουπ που ακολουθεί τα πατήματα των Europe. Ένα από τα πιο εύστοχα στο συγκεκριμένο ύφος κομμάτι, απορίας άξιο γιατί δεν κυκλοφόρησε σε single (μπήκε απλώς στο b-side του “Passion rules The Game”, την Άνοιξη του ’89), είναι το “Every Minute, Every Day”, ένα ραδιοφωνικό στάνταρ φτιαγμένο ν’ ακούγεται νυχθημερόν στο ραδιοκασσετόφωνο ξέσκεπου κάμπριο που ρολλάρει σε παραλιακές λεωφόρους με φοίνικες.
Εκεί όμως που, μετά την πρωτοδεύτερη ακρόαση, το “Savage Amusement” προδίδει το αδύνατο σημείο του είναι στο κλείσιμο της δεύτερης πλευράς. Ενώ όλος ο πλανήτης περιμένει μια ακόμη μπαλάντα που να ραγίζει μπετά και να κάνει πέτρινες καρδιές να κλαίνε με λυγμούς, το “Believe In Love” είναι απλώς συμπαθητικό και κάπως, πώς να το πει κανείς, φλατ, άδειο από δυνατά συναισθήματα, σαν εκείνα που μας έχει κακομάθει η αγία τετράς “Always Somewhere”, “Holiday”, “When The Smoke Is Going Down” και “Still Loving You”.  


Όσο κι αν στη δεδομένη χρονική στιγμή αποτέλεσε έναν μικρό μετεωρισμό για την μετέπειτα πορεία τους και ανεξάρτητα από το αν είναι υποδεέστερος από τα τεράστια κεφάλαια της δισκογραφίας τους που προηγήθηκαν, ο δίσκος ακούγεται σήμερα ευχάριστα ως μια υπόμνηση του τέλους της δεκαετίας του ‘80.
Θα ήταν η τελευταία συνεργασία τους με τον παραγωγό που τους ανέδειξε, τον Dieter Dierks, καθώς αναζητούσαν τρόπους να παραμείνουν ηχητικά επίκαιροι χωρίς όμως να παραχωρήσουν τα πλατινέ με κόπο κεκτημένα τους στην υπ’ αριθ. 1 ροκ αγορά της Αμερικής. Θα ακολουθούσε τον Αύγουστο του ’89 η συμμετοχή τους στο “Moscow Music Festival”, όπου κατά πολλούς υπήρξαν οι πραγματικοί σταρ, ξεπερνώντας σε δημοτικότητα τους headliners Bon Jovi (και τα υπόλοιπα γκρουπ του μάνατζερ Doc McGee, που διοργάνωσε το event ως μέρος των επιβληθέντων εις βάρος του περιοριστικών όρων για την κατηγορία της εμπορίας ναρκωτικών).
Λίγες εβδομάδες αργότερα, εντυπωσιασμένος για δεύτερη φορά από την εγκάρδια υποδοχή των Ρώσων, ο Meine θα εμπνευσθεί ένα τραγουδάκι που περιστρέφεται γύρω από’ να σφύριγμα (το οποίο, όπως όλοι γνωρίζουμε, δύο χρόνια μετά θα γίνει η μεγαλύτερη παγκόσμια επιτυχία τους). Όταν τον Νοέμβριο του ’89 το τείχος του Βερολίνου γκρεμίζεται, οι Scorpions, μπορούσαν να επαίρονται ότι, έστω και άκοντες, προκάλεσαν το πρώτο ρήγμα, με κείνη την περιοδεία για το “Savage Amusement”.

 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου


// Old Time Rock

// Live Favorites

// Rocktime Songs